Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη

Η Αμάντα Μιχαλοπούλου γράφει μέσα από τις παιδικές της αναμνήσεις, ξετυλίγει με φανταστικό τρόπο την Ελλάδα της μεταπολίτευσης και την σχέση δύο κοριτσιών, μεταξύ τους, καθώς και με τον υπόλοιπο κόσμο που περιτριγυρίζει τη φιλία τους, από τα παιδικά τους χρόνια εως και την ενηλικίωσή τους.
Υπόθεση:
Η Μαρία Παπαμαύρου έρχεται στην Αθήνα από την Αφρική και εγκαθίσταται με την μητέρα της στη γνωστή Γαλάζια Πολυκατοικία στην πλατεία Εξαρχείων. Η ζωή της περιγράφεται ως ανιαρή, θέλει να γυρίσει πίσω στην Ικέτζα και στην νταντά της την Γκουεντόλιν, από την οποία έντονα θυμάται τις παροιμίες που της έλεγε για τη ζωή. Η καθημερινότητά της όμως αλλάζει άρδην, όταν συναντά στο σχολείο την Άννα Χορν. Ένα κοριτσάκι που κάνει κατευθείαν εντύπωση όπου έχει έρθει με τη μητέρα της από τη Γαλλία και εμπνέει σε όλους την Επανάσταση και τον Αγώνα για δικαιοσύνη. Η Μαρία γοητεύεται κατευθείαν από την Άννα, εξάλλου είναι από τη φύση της αυτόνομη με μια αντιστασιακή συμπεριφορά και κατευθείαν γίνονται φίλες. Ανά ένα κεφάλαιο το παρόν γίνεται παρελθόν, καταφέρνοντας η συγγραφέας να ταξιδέψεις μαζί τους στην κοινή ζωή τους από την τετάρτη δημοτικού έως και τα 35 τους όπου οι δύο φίλες ξανασυναντιώνται. Η συνάντησή τους είναι κομβική και η ιστορία ξεκινάει από το τέλος.
Οι χαρακτήρες:

Η Μαρία είναι φύσει ακτιβίστρια, αυτόνομη, ευαίσθητη αλλά και ταυτόχρονα πιο δυνατή από ό,τι η Άννα κι ας μην το δείχνει. Στο βιβλίο παρουσιάζεται ένα κοριτσάκι που στην αρχή έχει ανάγκη από πρότυπα, μεγάλες ιδέες και οράματα όμως σιγά σιγά ανακαλύπτουμε ένα χαρακτήρα πιο εσωστρεφή, πιο ιδιαίτερο και πιο δυναμικό, που ανακαλύπτει πως η επανάσταση μπορεί να είναι για τον καθένα ή συνολική ή ατομική. Εξάλλου όπως λέει η ίδια « δεν έρχονται όλοι στον κόσμο για να προσφέρουν τα ίδια»
Η Άννα αποδεικνύει από την πρώτη σελίδα της εμφάνισής της, το τεράστιο «Εγώ» που επικρατεί στους ανθρώπους, τον απόλυτο «δυναμισμό» την προσωποποίηση του Ισχυρογνώμωνος. Είναι ένα άτομο που έχει σαφείς επιρροές από τους γονείς της οι οποίοι έζησαν το Μάη του ’68 και σου δίνει την εντύπωση πως στο σπίτι της ακούγονται μόνο λέξεις όπως Επανάσταση, αγώνας, δικαιοσύνη, ισότητα. Όσο εκτυλίσσεται η ιστορία όμως ανακαλύπτουμε μια Άννα που τρέμει τους σεισμούς, που είναι παθολογικά δεμένη με την Μαρία, που μόνη της δημιουργεί κανόνες και νόμους για να μπορεί να ελέγχει καταστάσεις, αλλά δεν έχει καμία δύναμη εσωτερική να τους τηρήσει όταν αφορά τον εαυτό της.
Το τέλος είναι περισσότερο τραγικό και όχι αναμενόμενο από όσο θα μπορούσε να δηλώσει ο τίτλος του βιβλίου.


Είναι πραγματικά ένα βιβλίο που ξεχωρίζει για τον τρόπο γραφής, τις σκέψεις της συγγραφέως και το κυριότερο μήνυμα που δίνει από όλα: Το ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει ποτέ ή όπως λέει και η Γκουεντόλιν με τις παροιμίες της «το πουλί δεν αλλάζει πούπουλα το χειμώνα».
  Φέτος το βιβλίο αυτό έγινε σημείο αναφοράς μέσα στην τάξη για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα φύλα μέσα στη λογοτεχνία. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου μας έδωσε μία νεωτερική οπτική για το παραπάνω θέμα σε σύγκριση πάντα με το πώς παρουσιάζονται οι διαφυλικές σχέσεις στην παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή.

Δημοσίευση σχολίου