Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Εγγονόπουλος-Αναγνωστάκης:παράλληλοι ''ποιητικοί'' βίοι


Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 και Μανόλης, Αναγνωστάκης , Στον Νίκο Ε… 1949




Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948



τούτη η εποχή

του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι' άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι
να

γραφή

είναι

ως αν

να γράφονταν

από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων

θανάτου



γι' αυτό και

τα ποιήματά μου

είν' τόσο πικραμένα

(και πότε - άλλωστε - δεν είσαν;)

κι' είναι

- προ πάντων -

Και

τόσο

λίγα

(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)



Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε… 1949

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες



Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

(Παρενθέσεις 1949)

Συγκριτική ανάγνωση


1.Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948


1. Είναι φανερό πως το ποίημα του Αναγνωστάκη αποτελεί «απάντηση» στο ποίημα του Εγγονόπουλου. Αυτό το φανερώνει ο τίτλος (Στο Νίκο Ε...), η χρονολογία (1949, δηλαδή το έτος που κυκλοφόρησε η συλλογή του Εγγονόπουλου), η σκόπιμη μίμηση της ποιητικής γραφής του Εγγονόπουλου από τον Αναγνωστάκη και -πάνω απ' όλα- η θεματική σχέση.
2. Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα του το 1948, έτος που ο εμφύλιος βρίσκεται στο κορύφωμα του. Χαρακτηριστικά της εποχής: ο σπαραγμός, ο θάνατος. Μια τέτοια εποχή θεωρείται αντιποιητική. Η ποίηση δείχνει μάταιη και εξωπραγματική πολυτέλεια. Τι νόημα μπορεί να έχει η ποίηση σε μια τόσο σκληρή εποχή; Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει; Καλύτερα λοιπόν η σιωπή• αυτή θα έδινε ίσως περισσότερο αποκαλυπτικά τη διάσταση της τραγικότητας. Ωστόσο ο Εγγονόπουλος τα επισημαίνει αυτά γράφοντας ποίηση. Τα ποιήματα του διακρίνονται εξαιτίας όλων αυτών για την -πρόσθετη- πίκρα τους και για την ποσοτικά περιορισμένη παραγωγή (τόσο λίγα).

3. Κοιτάζοντας τη μορφή του ποιήματος σταματάμε πρώτα στον τεμαχισμένο λόγο. Βέβαια ο τρόπος αυτός γραφής του Εγγονόπουλου είναι γνωστός από τη θητεία του ποιητή στον υπερρεαλισμό (μαζί με τον Εμπειρίκο και το Γκάτσο της Αμοργού μπορεί να θεωρηθεί από τους πιο αυθεντικούς υπερρεαλιστές). Σε συσχετισμό όμως με το θέμα και την εποχή ο τεμαχισμένος λόγος παίρνει μια πρόσθετη διάσταση: Μοιάζει σα να σπαράχτηκε κι αυτός από το μακελειό. Λόγος ακρωτηριασμένος, σχεδόν συλλαβικός, ένα μοναχικό ψέλλισμα.

4. Αυτόν τον ακρωτηριασμό του λόγου στην εποχή του εμφύλιου σπαραγμού ο Αναγνωστάκης τον υιοθετεί στο δικό του ποίημα γιατί τον αναγνωρίζει. Όμως δεν συμφωνεί με την άποψη της ποιητικής παραίτησης, που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Η πολιτική συνείδηση του Αναγνωστάκη, διαμορφωμένη στο χώρο της Αριστεράς, δεν του υπαγορεύει μόνο την ποίηση αλλά και την ποιητική. Περισσότερο αγωνιστικός και περισσότερο κοντά στην ιδέα της στρατευμένης ποίησης, ο Αναγνωστάκης πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης - «καθρέφτη» της ζωής και της πραγματικότητας. Πιστεύει τέλος στον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή του καιρού του, μια καταγραφή που γίνεται ισοδύναμη με την καταγγελία. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία.

5. Η εποχή, που στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται (του εμφυλίου σπαραγμού) και μόνο υπαινικτικά καθορίζεται (αγγελτήρια θανάτου) στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο: χαμός, θάνατοι, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες. Ποιος, αν όχι ο ποιητής, θα μιλήσει «με πόνο» γι' αυτά; Η ευαισθησία δηλαδή του ποιητή είναι η μόνη εγγύηση για τη σωστή καταγραφή που θα κάνει εντονότερη την καταγγελία για την απανθρωποποίηση της ζωής. Η τάση του Αναγνωστάκη να λέει τα πράγματα με τ' όνομα τους είναι χαρακτηριστικό της ρεαλιστικής ποιητικής γραφής του.

6. Μια παρατήρηση του Δ.Ν. Μαρωνίτη: Η ροπή του Αναγνωστάκη τείνει ακριβώς στο να καθηλώσει και να συντηρήσει μέσα στις ποιητικές του «Εποχές» και στις «Συνέχειες» τους ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, να εξαγοράσει ή να ευτελίσει: δημιουργούνται έτσι συνεχή φράγματα στη ροή του χρόνου, στερεοποιώντας κρίσιμες παρωχημένες εποχές, και προβάλλονται αργότερα τα ρημαγμένα τους πια είδωλα συνεχώς και επίμονα στο ποιητικό παρόν. (Από το βιβλίο Ποιητική και πολιτική ηθική, Κέδρος, 1976).

Κώστας Μπαλάσκας, Νεοελληνική Ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία, Επικαιρότητα, 1980, σ. 123-125


2. Στον Νίκο Ε... 1949 [...]
Αυτό είναι ένα από τα λίγα ποιήματα που στο στίχο του, μεγαλόπνοο, αρθρωτό και δραματικό, υπεισέρχεται ο γυμνός λόγος, ουσιαστικός και υπαινικτικός, και εκφράζει στον πολυσήμαντο του μονόλογο την τραυματική εμπειρία του πόνου. Μια εμπειρία που θα γίνει τραγικότερη από την απόγνωση μπρος στην αδυναμία επικοινωνίας.

Ο ποιητής κλείνεται στον εαυτό του, ανίκανος να ξεμπερδέψει το κουβάρι των συναισθημάτων του και για να επικαλεστεί τα φαντάσματα που κατακλύζουν την ψυχή του, δοκιμάζει τον σύντομο δρόμο του συμβολικού λόγου. Αλλά οι λέξεις του φαίνονται ανεπαρκείς, ασύνδετες, εργαλεία κατάλληλα για να δημιουργήσουν μια επαφή με τον κόσμο. Από εδώ απορρέει αυτή η απεγνωσμένη τελική αυτο-εξέταση που επισκιάζει την οντολογική αβεβαιότητα των λέξεων και που με τον καιρό θα τον οδηγήσει στην ποιητική σιωπή.

Είναι ακριβώς σ' αυτά τα ποιήματα συμβολικής καταβολής που εμφανίζεται μεγαλύτερο το χρέος του Αναγνωστάκη στη γενιά του '30• ιδιαίτερα στον Γ. Σεφέρη, από τον οποίο δανείζεται ρυθμούς και ιδιώματα, τα οποία ανανεώνει δίνοντας έναν προσωπικό τόνο.

Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να αναγάγουμε το απόσπασμα από «τους εφιάλτες στα σιδερένια κρεβάτια» του ποιήματος που μόλις παραθέσαμε στο «Σπίτι κοντά στη Θάλασσα» του Γ. Σεφέρη:

καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου.



Εκτός όμως από τις ομοιότητες που μπορούμε να εντοπίσουμε στο κείμενο, η ύπαρξη μιας σχέσης ανάμεσα στους δύο ποιητές μας επιβεβαιώνεται και από τη σύγκριση που μπορεί να θεσπιστεί ανάμεσα στις βασανιστικές ιστορικές εμπειρίες τους (αντίστοιχα η Μικρασιατική Καταστροφή και ο εμφύλιος πόλεμος), από τις οποίες διαποτίστηκαν και οι δύο, στα βάθη του είναι τους.

Σ' αυτές επιστρέφουν επίμονα και οι δύο ποιητές για να ξαναβρούν τις ρίζες τους.

Γράφει ο Σεφέρης:

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε

να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα- πόλεμοι χαλασμοί ξενιτεμοί



και ο Αναγνωστάκης:

Όσα επιζήσαν, εννοείτε, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε

πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες.



Οπωσδήποτε δεν μου φαίνεται θεμιτό να ωθήσουμε αυτή την παρομοίωση πέρα από το όριο που καθορίζεται από τη διαφορά της έμπνευσης τους. Στον Σεφέρη από την αρχή ήδη εμφανίζεται ουσιαστικά υπαρξιακή και μετα-ιστορική, ενώ ο Αναγνωστάκης φαίνεται συνεχώς απασχολημένος με τη μη υπέρβαση του επιπέδου της συγκεκριμένης ιστορικότητας.

Μένοντας πάντα στο χώρο του ποιήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, βλέπουμε ότι οι έννοιες δεν φορτίζονται με οντολογικές αξίες• μας παρουσιάζονται μόνο σαν μια συμβολική και συγχρόνως ρεαλιστική εικόνα της μαρτυρικής μεταπολεμικής Ελλάδας.

Η έμπνευση του Αναγνωστάκη, πράγματι, δεν έχει τίποτε το μεταφυσικό, ούτε ψάχνει εξωτικές παρηγοριές στην ομορφιά της φύσης• μια που η ζωτική τροφή της δημιουργικής του φλέβας απορρέει από τη διαλεκτική σχέση που ο ποιητής πλέκει με τους ομοίους του, από τη δραματικότητα της ιστορίας που βιώνει.

Vincenzo Orsina, Ο στόχος και η σιωπή. Εισαγωγή στην ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη, Πρόλογος - επιμέλεια Αλέξης Ζήρας, μετάφραση Αυγή Καλογιάννη, Νεφέλη, 1995, σ. 19-30 και Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 213-226

3. Όταν λέμε πως ο Αναγνωστάκης είναι ποιητής με έντονη πολιτική συνείδηση ή ακόμη και με ορισμένη πολιτική συνείδηση, δεν πρέπει να απομονώνουμε τη συνείδηση αυτή από το βιωματικό της πυρήνα. Εκείνο που στοιχειώνει το μεταπολεμικό τοπίο στην Ελλάδα είναι οι πράξεις και οι εικόνες των ανθρώπων που τις πραγματοποίησαν. Η καταστροφή του τοπίου, οι γκρεμισμένοι τοίχοι, τα χαλάσματα είναι αντίγραφα και αντίστοιχα ζωής κατεστραμμένων ανθρώπων. Την καταστροφή ακολούθησε η ανοικοδόμηση, η πράξη -για το κέρδος- του θύτη που έχει πλουτίσει στη χώρα της αντιπαροχής. Οι συνέπειες της καταστροφής αλλά και της καταστροφικής ανοικοδόμησης που έθρεψε την παρασιτική κοινωνία και τράφηκε απ' αυτήν - γιατί η υφαρπαγή της εξουσίας οδήγησε σ' ένα κόσμο στον οποίο η δυστυχία και η προσβολή μετατρέπονται σε μάνα του εξουσιαστή, του τυχάρπαστου, του ευκαιριακού και, σε τελευταία ανάλυση, του ανήθικου - δεν προβάλλουν απλώς την οδυνηρή έλλειψη ενός ενδεχόμενου κόσμου που δεν κερδήθηκε. Δείχνουν και την αξιακή κρίση εκείνου που τον υποκατέστησε.

Τα παραπάνω δίνονται μ' έναν τόνο χαμηλό και πικρό ή καθαρό και σκληρό (όπως στην τελευταία συλλογή του Αναγνωστάκη, τον Στόχο), Όχι μόνο γιατί καμιά λογοτεχνία δεν μπορεί να έχει την ένταση της ίδιας της ζωής (και, επομένως, η λογοτεχνία και η ποίηση που επιχειρούν να δημιουργήσουν ένταση διογκώνοντας το νόημα και αλλοιώνοντας τα εκφραστικά τους μέσα προδίνουν και την ποίηση και τη ζωή) αλλά και για έναν άλλο λόγο, επίσης σημαντικό. Όταν οι αξίες εκπίπτουν ή υφαρπάζονται, το γενετικό τους κύτταρο μπορεί να διατηρηθεί ζωντανό μόνο μέσα σ' ένα περιβάλλον αξιοπρέπειας, δηλαδή συνέπειας, καθαρότητας και, με άλλα λόγια, επίγνωσης της βαρύτητας και του περιεχομένου των πραγμάτων. Τα πράγματα ουσίας απαιτούν και μια ποίηση ουσίας που, ως τέτοια, δεν μπορεί παρά να εκφράζει ένα απόσταγμα ζωής. Γιατί καμία γραφή δεν έχει νόημα αν δεν είναι, πρωτίστως, συνειδησιακή εγγραφή.

Αντώνης Βιστωνίτης, «Ο λόγος και η σιωπή στον Μανόλη Αναγνωστάκη», Αντί, Μανόλης Αναγνωστάκης (αφιέρωμα), τεύχ. 527-528, 30-7-1993, σ. 28-31 και Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 258-269.


Πηγή: Το βιβλίο του καθηγητή για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρητικής κατεύθυνσης Γ΄Λυκείου




Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Μανώλης Αναγνωστάκης, ο ''σαμποτέρ'' ποιητής

Μανώλης Αναγνωστάκης (1925 – 2005)


Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.

( Ο Μ. Αναγνωστάκης είναι ο δεύτερος από αριστερά στην τρίτη σειρά. Πηγή: εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/10/1948. Από το αρχείο της οικογένειας Αξαρλή)
( Κάτω τα σχόλια της εφημερίδας για τη σύλληψη του Αναγνωστάκη και των συμφοιτητών του)
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.

Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).

Τα ποιήματα που ο Μανώλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:

«Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.

Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.

Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.

Το θέμα είναι τώρα τι λες» (Στόχος, 1970)

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το «Μιλώ», που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

ΜΙΛΩ...

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών

Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε σους τάφους και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα

Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια σους δρόμους

Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα

Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες

Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν

Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια

Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντας τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

ΣΤΕΛΛΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ, η πρώτη γυναικεία διαμαρτυρία ενάντια στην πατριαρχική εξουσία.

Γρ. Ξενόπουλος, Στέλλα Βιολάντη


Ο Γρ. Ξενόπουλος γράφει για το έργο του:

«Το διήγημα «Έρως Εσταυρωμένος», που το δραματοποίησα ύστερα με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη», είναι μια έμπνευση του 1901. Ο θρύλος όμως που μου έδωσε αφορμή να γράψω και το διήγημα και το δράμα είναι κατά είκοσι τουλάχιστον χρόνια αρχαιότερος. Γιατί περί το 1880 ψιθυριζόταν στη Ζάκυνθο- ήμουν παιδί τότε- πως ένας άγριος πατέρας εφυλάκισε την κόρη του στη σοφίτα του σπιτιού του με ψωμί και με νερό, επειδή αγαπούσε κάποιον που δεν ήθελε να της τον δώσει κι αρνιόταν επίμονα να πάρει έναν άλλον που της έδινε αυτός. Η δυστυχισμένη κόρη πέθανε απ' αυτό το μαρτύριο• αποσιώπησαν όμως την αιτία του θανάτου της και την εκήδεψαν μεγαλόπρεπα, με τις πιο επιδειχτικές εκδηλώσεις απαρηγόρητου πένθους. Λίγο αργότερα -ήμουν πια φοιτητής- άκουσα πως όμοιο δράμα έγινε και στην Πάτρα, και τα πρώτα χρόνια που εγκαταστάθηκα στη Αθήνα οριστικά, εγνώρισα μια πολύ καλή οικογένεια με τέσσερες κόρες, που όταν μια απ' αυτές, η ωραιότερη, πέθανε κάπως ξαφνικά, έμαθα πως οι γονείς της και τ' αδέρφια της- δυο Νταντήδες υπήρχαν σ' εκείνο το σπίτι- την εσκότωναν από το ξύλο, επειδή είχε ερωτευθεί κάποιον παρακατιανό. Αυτή μάλιστα η Αθηναϊκή ιστορία μου θύμισε τότε την παλιά ζακυνθινή και μ' έκανε να γράφω τον «Εσταυρωμένο Έρωτα της Στέλλας Βιολάντη», που έκανε τόση εντύπωση όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στα «Παναθήναια», ώστε ο Παλαμάς να αφιερώσει ποίημα στην ηρωίδα -αυτό που έβαλα για πρόλογο στο δράμα- κι ο Βλάσης Γαβριηλίδης να γράψει κύριο άρθρο στην «Ακρόπολή» του -άλλοι καιροί, άλλα ήθη- με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη».

Και τώρα ρωτιέμαι: Γίνουνται άραγε και σήμερα τέτοια δράματα σ' ελληνικά σπίτια, αθηναϊκά, πατρινά, ζακυνθινά; Μερικοί από τους κριτικούς, που ασχολήθηκαν με τη «Στέλλα Βιολάντη» αυτόν τον καιρό που την ξανάπαιξε με τόση επιτυχία η Μαρίκα Κοτοπούλη- η «πρώτη διδάξασα» το 1909- είπαν, όχι δεν γίνονται. Ούτε οι γονείς κάνουν τόση κατάχρηση πατρικής εξουσίας, ούτε τα σημερινά κορί¬τσια έχουν τη δειλία ή τη βλακεία να την υποφέρουν Όταν ο πατέρας, η μητέρα, ο αδερφός, δεν θέλουν να της δώσουν τον εκλεκτό της, η ερωτευμένη σηκώνει επανάσταση, κάνει του κεφαλιού της, τον παίρνει μοναχή της. Κι' έχουμε πλήθος παραδείγματα κοριτσιών που στην επίμονη άρνηση της οικογενείας τους αντέταξαν τη δική τους βία, και συνεννοήθηκαν με τον λεγόμενο και τόσκασαν από το πατρικό τους σπίτι για να τον στεφανωθούν. Κι' άλλων ο αυτόβουλος γάμος αναγνωρίσθηκε αργά ή γρήγορα και η περιπέτεια τελείωσε φαιδρά , άλλων όμως τον αγνόησε η πατρική εξουσία και η ζωή τους μ' ένα φτωχό νέο- γιατί οι γονείς αρνούνται συνήθως όταν ο λεγό¬μενος είναι φτωχός- γίνεται δράμα και μαρτύριο, ως να πεθάνει, μετά χρόνια, ο πλούσιος πατέρας και να πάρει η κακοπαντρεμμένη κόρη τουλάχιστον την «νόμιμον μοίραν». Κάποτε, πάλι, συμβαίνει να βαρεθεί τη φτώχεια, να μετανοιώσει, να εγκαταλείψει τον άντρα της-όταν, για τον ίδιο λόγο, δεν την έχει εγκαταλείψει πρώτος αυτός-και να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι, όπου πάντα σχεδόν την περι¬μένει η υποδοχή του Ασώτου.

Αλλά τί μαρτυρούν τα πολυάριθμα αυτά παραδείγματα; Η πατρική εξουσία κι αν δεν είναι τόσο σκληρή, τυρανική, καταχραστική, ώστε να φυλακίζει σε σοφίτες ή κατώγια, δεν υπάρχει, δεν εξασκείται, όπως και τον παλιό καλό καιρό; Και τα σημερινά κορίτσια, μ' όλες τους τις ελευθερίες, δεν είναι τόσες Στέλλες Βιολάντη, αφού αναγκάζονται, για να μη υποκύψουν στον τύραννο, που τους αρνείται τον αγαπημένο ή επιμένει να τους δώσει άλλον, να σηκώνουν επανάσταση; Γιατί και η μακρυνή Στέλλα Βιολάντη επανάσταση σήκωσε. Ούτε ν' ακούσει εκείνο που ήθελε ο πατέρας της, να πάρει τον «ασχημότερο» Μένουλα. Ή το Χρηστάκη ή κανένα . Κι αν στάθηκε να τη φυλακίσει- γιατί κι αυτό μπορούσε να το αποφύγει με μια προσποιητή μετάνοια- ήταν γιατί είχε γράψει του Χρηστάκη να πάει να τη σώσει έτοιμη κι αυτή να ξεπορτίσει μαζί του. Αλλο ζήτημα αν το δράμα της δεν είχε το ευτυχισμένο αυτό τέλος που έχουν τα περισσότερα σημερινά. Αιτία ο Χρηστάκης που δεν αγαπούσε παρά «τα τάλλαρα του πατέρα της», που τρομοκρατήθηκε απ' αυτόν, που απελπίσθηκε να πάρει τη Στέλλα με το καλό και μη τολμώντας να την πάρει με τη βία, επροτίμησε να κλέψει μια άλλη που τον αγαπούσε, την πλούσια κοντεσσίνα Μαρκότση.

Το συμπέρασμα είναι πως ο κόσμος, η Ελλάδα και η Ελληνική οικογένεια, κατά βάθος δεν άλλαξαν καθόλου από τότε . Απλούστατα γιατί δεν άλλαξαν ούτε οι οικονομικοί όροι της ζωής, ούτε οι ψυχές του ανθρώπου κι οι καρδιές των κοριτσιών. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν αισθηματικά κορίτσια που προτιμούν το φτωχό νέο που αγαπούν από οιονδήποτε πλούσιο. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν γονείς, που εννοούν να εμποδίσουν με κάθε τρόπο τον ανάρμοστο ή τον ασύμφερτο γάμο. Κι όπως τα σημερινά κορίτσια σε τέτοια περίπτωση, σηκώνουν επανάσταση, κι επέρχεται σπίτι μια δραματική σύγκρουση, έτσι έκαναν και τα παλιά, από τον καιρό της Στέλλας Βιολάντη, με τη διαφορά πως η σύγκρουση τότε ήταν βιαιότερη και δεν τελείωνε πάντα με τη νίκη του αισθήματος. Αν θέλετε μάλιστα, η Στέλλα Βιόλαντη είναι μια πρόδρομος των σημερινών κοριτσιών με τη συναίσθηση, την επίγνωση που είχε της ελευθερίας της, των ανθρώπινων δικαιωμάτων της , τη δύναμη της , το πείσμα της• πράγματα που δεν τα είχαν συνήθως τα κορίτσια κι υπέκυπταν αγόγγυστα στην πατρική εξουσία. Η Στέλλα Βιολάντη «προτρέχει της εποχής της» κι είναι σαν ένα κορίτσι σημερινό. Γι' αυτό και το δράμα της συγκινεί ακόμα τον κόσμο. Ο θεατής βλέπει μια ιστορία, που, στη μεγάλη της γραμμή, γίνεται και σήμερα, αδιάφορο αν είναι διαφορετικές μερικές λεπτομέρειες.

(Περ. «Νεοελλ. Λογοτεχνία», τεύχος 1ον, (1937)

Και η κριτκή του Μάριου Πλωρίτη για τη  '' θεατρική''  Στέλλα Βιολάντη (1949) Πηγή: Εθνικό Θέατρο



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Ένα επίκαιρο, μεστό από σύμβολα ποίημα...

Περιμένοντας τους Βαρβάρους


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.



-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;




-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.




-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη

στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;



-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί

τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε

για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί

τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.



-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·

γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,

και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·

γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;




Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.




-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;



Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.



-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).

Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,

κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;



Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.


Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.



Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


ΣΧΟΛΙΟ: Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας. Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο και το αίμα του μαγνητίζεται από τον άνθρωπο. Και κάνει ποίηση πολιτική.
Το Περιμένοντας τους Βαρβάρους υψώνει τον Καβάφη σε έναν από τους τρεις μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα σε παγκόσμια κλίμακα.
                                                                    Δημήτρης Λιαντίνης


Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Άγρας Tέλλος, ΚριτικάΑ΄· Καβάφης – Παλαμάς ·Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ. 31-115. Αθήνα, Ερμής, 1980.

• Αλιθέρσης Γλαύκος, Το πρόβλημα του Καβάφη. Αλεξάνδρεια, Σπ.Γρίβας, 1934.

• Βρισιμιτζάκης Γ., Το έργο του Κ.Π.Καβάφη· Από τα ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη. Αλεξάνδρεια, έκδοση περ. Γράμματα, 1917.

• Γιαλουράκης Μαν., Καβάφης· Από τον Πρίαπο στον Καρλ Μαρξ. Αθήνα, Ολκός, 1975.

• Γιουρσενάρ Μαργαρίτα, Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη· Μετάφραση Γ.Π.Σαββίδης. Αθήνα, Χατζηνικολή, 1983.

• Δάλλας Γιάννης, Καβάφης και Ιστορία· Αισθητικές λειτουργίες. Αθήνα, Ερμής, 1974.

• Δάλλας Γιάννης, Ο Ελληνισμός και η θεολογία στον Καβάφη. Αθήνα, Στιγμή, 1986.

• Δάλλας Γιάννης, Σπουδές στον Καβάφη. Αθήνα, Ερμής, 1987.

• Δάλλας Γιάννης, «Τα καβαφικά νομίσματα (Β΄) · Απόψεις μιας ‘ιστορικής’ ποιητικής», Πόρφυρας63 (Κέρκυρα), 10-12/1992, σ.27.

• Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Κ.Π.Καβάφης· Σχέδια στο περιθώριο. Αθήνα, Διάττων, 1988.

• Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης» και «Οι Κύπριοι λογοτέχνες της Αιγύπτου και ο Κ.Π.Καβάφης», Συμπαθητική μελάνη• Θέματα, συγγραφείς, έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σ.41-49 και 51-63. Αθήνα, Ερμής, 1999 (πρώτη δημοσίευση του δεύτερου άρθρου στο περιοδικό Ακτή8 (Λευκωσία), Φθινόπωρο 1991, σ.389-400).

• Δημαράς Κ.Θ., ΣύμμεικταΓ΄· Περί Καβάφη. Αθήνα, Γνώση, 1992.

• Θέμελης Γ., Η ποίηση του Καβάφη· Διαστάσεις και όρια· Δοκιμή για μια βαθύτερη ερμηνεία. Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδης, χ.χ.

• Θρύλος Άλκης, «Κ.Καβάφης», Κριτικές μελέτεςΙΙΙ, σ.155-197. Αθήνα, Σαριβαξεβάνης, 1925.

• Ιλίνσκαγια Σόνια, Κ.Π.Καβάφης· Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό και την ποίηση του 20ου αιώνα. Αθήνα, Κέδρος, 1988 (γ΄έκδοση ).

• Καλλέργης Ηρακλής Μ., «Η ποιητική συνείδηση του Καβάφη», Παλίμψηστον8 (Ηράκλειο), 6/1989, σ.175-199.

• Κάμπος Ροβέρτος [=Πέτρος Μάγνης], Το ποιητικό έργο του Κ.Π.Καβάφη. Κάιρο, 1912.

.................




Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες...

Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες, αυτό το ερωτικό ποίημα έγραψε η Μαρία Πολυδούρη, η ποιήτρια με το χαρακτηριστικά ερωτικό λόγο αλλά και το έντονο ανικανοποίητο συναίσθημα.
Ο έρωτας και ο θάνατος είναι βασικοί άξονες της γραφής της Πολυδούρη και η ρομαντική της φύση ευδιάκριτη σε κάθε στίχο. Το ποίημα «Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες» είναι μεστό από τον πηγαίο της λυρισμό αλλά και τις έντονες συναισθηματικές εξάρσεις της ποιήτριας, η οποία ήταν σαφώς επηρεασμένη από τον έρωτά της για τον Κώστα Καρυωτάκη, όσο και από την έντονα πεσιμιστική της διάθεση.
Ένα από τα πιο όμορφα και τρυφερά ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί, που αποτελεί κόσμημα της Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Πολυδούρη ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, που έζησε σε μια εποχή ανδροκρατούμενη, ούσα εξαιρετικά φιλελεύθερη, μια γυναίκα που έγραφε για να εκφραστεί αλλά και για να περιγράψει τις ομορφιές και τον έρωτα που βλέπει γύρω της, ενώ οι άλλοι τον αγνοούν.

Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.



Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο

κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.



Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν

με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο

της ύπαρξής μου στέμμα,

μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.



Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάη

είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο

να παίζει, να πονάη,

μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.



Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε

γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.



Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.



Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.



Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω

τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες

κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες




Το ποίημα «Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες» μελοποιήθηκε εξαιρετικά από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τραγουδήθηκε με την ίδια ζεστασιά και τρυφερότητα από την Ελευθερία Αρβανιτάκη.


Η Μάγδα Πένσου αποδίδει κι αυτή με το δικό της τρόπο το μελοποιημένο ποίημα της Πολυδούρη
(από την τηλεοπτική σειρά 'Καρυωτάκης' του Τάσου Ψαρρά)


Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ΚΑΒΑΦΗΣ-ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, διακειμενικότητα και πρόσληψη

Η συνεξέταση του ποιήματος του Κ. Καβάφη, Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ. με τον βυζαντινής τεχνοτροπίας ομώνυμο πίνακα του Ν. Εγγονόπουλου μάς βοηθάει να εντοπίσουμε και μια άλλη διάσταση-πρόσληψη του καβαφικού έργου.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάπως ξέρεις από φάρμακα•

νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.



Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-

Τα φάρμακα σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,

που κάμνουνε - για λίγο - να μη νοιώθεται η πληγή.


Νίκος Εγγονόπουλος

 
Ο ποιητής Ιάσων Κλεάνδρου -γνωστός και από το ποίημα του Καβάφη «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.» - είναι το θέμα ενός μικρών διαστάσεων πίνακα που ζωγραφίζει την ίδια χρονιά (1935). Έχει τον τίτλο «Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου εν Κομμαγηνή  . Στο κέντρο, βωμός με μαχαίρι και μπροστά του κριάρι. Αριστερά, ο ποιητής σε στάση και μορφή προφήτη, και δεξιά του δύο νέοι, σαν Απόστολοι, συνομιλούν. Πίσω υψώνονται τριγωνικού σχήματος βουνά και στο άνοιγμά τους φανταστικός τετράγωνος πύργος. Ο αν. καθηγητής Δ. Ράιος, στο βιβλίο  του για το ποίημα του Καβάφη «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.», συσχετίζει  εικονογραφικά τον πίνακα του Εγγονόπουλου με τη μεταβυζαντινή παράσταση της θυσίας του Αβραάμ. Δίδει δε στην παράσταση την ερμηνεία που προτείνει ο ίδιος για την ανάγνωση του ποιήματος του Καβάφη, υποστηρίζοντας ότι «ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος... πρέπει να είχε συλλάβει ένα κομμάτι από το κρυμμένο βάθος του κειμένου του αλεξανδρινού ποιητή, καθώς η ζωγραφική σύνθεση συνδυάζει φανερά στοιχεία από την θυσία του Αβραάμ και την "ανανεωτική θυσία του κριαριού" από την Μήδεια με υπαινικτικό συμβολισμό το ξανάνιωμα του Ιάσονα με την ίδια μέθοδο».
ΝΙΚΟΣ ΖΙΑΣ
Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Νίκος Εγγονόπουλος, ο Βυζαντινός

Εισαγωγή στην ομώνυμη έκδοση, Αθήνα 2001.

 
 
 
 



Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ                                                               






 Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ



















Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Συζητώντας με τον Ισίδωρο Ζουργό (στιγμιότυπα από την εκδήλωση)

Ο Ισίδωρος Ζουργός συζήτησε με τους μαθητές του Γενικού Λυκείου Χαλάστρας
Την Παρασκευή 27 Ιανουαρίου στο ΓΕΛ Χαλάστρας πραγματοποιήθηκε εκδήλωση προς τιμήν του συγγραφέα Ισίδωρου Ζουργού.

Η εκδήλωση ξεκίνησε στις 12 το μεσημέρι με την άφιξη του κυρίου Ζουργού.
Μετά από έναν σύντομο χαιρετισμό του διευθυντή κ. Αντώνη Γκατζάρα και μιας σύντομης αναφοράς της φιλολόγου κ. Ελένης Παπαδοπούλου στη φιλαναγνωσία, ακολούθησε η προβολή μιας ηλεκτρονικής παρουσίασης της ζωής και του έργου του συγγραφέα καθώς και κριτικές μαθητών στους οποίους ανατέθηκε η ανάγνωση ορισμένων βιβλίων του . Στη συνέχεια, οι ίδιοι μαθητές υπέβαλαν ερωτήσεις στον συγγραφέα σχετικές με το περιεχόμενο των βιβλίων του. Αμέσως μετά τις ερωτήσεις των μαθητών ήταν ανοιχτός να απαντήσει σε οποιαδήποτε άλλη απορία που δημιουργήθηκε όχι μόνο στους υπόλοιπους μαθητές αλλά και στους εκπαιδευτικούς που παρευρέθηκαν. Επιπλέον, ο ίδιος για να έρθει πιο κοντά στον κόσμο, σηκώθηκε από την εξέδρα και άρχισε να περιπλανιέται ανάμεσά τους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι δέχτηκε έναν καταιγισμό από ερωτήσεις από τους περισσότερους παρευρισκομένους. Απάντησε σε όλα τα ερωτήματα αλλά και θαύμασε ορισμένους από τους μαθητές που ξεχώρισαν για τις σύνθετες και ουσιώδεις ερωτήσεις τους.Τέλος , ο συγγραφέας υπέγραψε βιβλία ,συζητώντας με τους αναγνώστες του.
Επικράτησε λοιπόν ένα ιδιαίτερα ευχάριστο κλίμα και σ’ αυτό συνέβαλε και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Ζουργός, ο οποίος είναι εκπαιδευτικός και γνωρίζει καλά πώς να προσελκύει το ενδιαφέρον των παιδιών.
Η εκδήλωση κύλησε όμορφα και ο κ. Ισίδωρος Ζουργός με τον αυθορμητισμό, το χιούμορ και την ευχέρεια του λόγου του μάγεψε μαθητές και καθηγητές και τους έκανε να ταξιδέψουν σ’ έναν άλλο κόσμο… στον κόσμο του ονείρου και της φαντασίας… στον υπέροχο κόσμο του βιβλίου.


Ιωάννα Φαλέγκα, μαθήτρια της Α΄Λυκείου και εκκολαπτόμενη δημοσιογράφος.



Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΠΙΝΑΚΙ

Η προσπάθεια να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές της Α΄Λυκείου ότι η ποίηση αλλάζει, τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή της από εποχή σε εποχή και ότι οι αλλαγές αυτές εντάσσονται μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γενικότερων καλλιτεχνικών και πολιτισμικών ρευμάτων, με οδήγησε στην ανάθεση μιας δραστηριότητας που είχε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση, η ερευνητική, καθοδηγούσε τους μαθητές να ερευνήσουν, σε ομάδες, τη σημασία των λογοτεχνικών όρων: ρομαντισμός, παρνασσισμός, συμβολισμός, μοντερνισμός και υπερρεαλισμός. Η δεύτερη φάση, η δημιουργική, τους κατεύθυνε στην κατασκευή ενός πίνακα με τα χαρακτηριστικά του κάθε κινήματος. Τα αποτελέσματα των ομαδικών εργασιών ήταν για μια ακόμη φορά έξαιρετικά και πολλά από αυτά αποτέλεσαν και εικαστικές παρεμβάσεις που ομόρφυναν την τάξη μετά την ανάρτησή τους στον πίνακα ανακοινώσεων. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι μετά τη δημιουργία των πινάκων, οι μαθητές απόκτησαν μία σχετική ευχέρεια στο να αναγνωρίζουν και να εντοπίζουν ορισμένα από τα παραπάνω λογοτεχνικά ρεύματα στις συστάδες των ποιημάτων με τις οποίες επεξεργαζόμαστε το θέμα Παράδοση και Μοντερνισμός στη νεοελληνική ποίηση.


Ένας εποπτικός πίνακας είναι ο ακόλουθος από την ομάδα: Τα σκαθάρια
 για να δείτε τον πίνακα στην πραγματική του διάσταση κάνετε κλικ επάνω του



ΠΙΝΑΚΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΡΕΥΜΑΤΩΝ
  

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής, ο πνευματικός άνθρωπος.

Ο Σεφέρης υπήρξε κεντρική μορφή της «νεωτερικής ποίησης» από τους βασικότερους εκφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Τα ποιήματα του συνδυάζουν το ελληνικό πολιτισμικό παρελθόν και την ευρωπαϊκή πρωτοπορία του καιρού του. Τα δοκίμιά του, στις καλύτερες στιγμές τους, είναι υπόδειγμα γλωσσικής καθαρότητας και εκφραστικής σαφήνειας. Οι ποικίλες μεταφράσεις του μας γνώρισαν κρίσιμα και βασικά έργα της ξένης γραμματείας. Οι αλλεπάλληλες εμφανίσεις ανέκδοτων γραπτών του μετά το θάνατο του επιβεβαιώνουν την άγρυπνη, σχεδόν βασανιστική σχέση του με τη γραφή και τονίζουν την ενότητα οράματος και αντιλήψεων για τη ζωή και την τέχνη, ενότητα που μόνο οι μεγάλο δημιουργοί διαθέτουν και είναι σε θέση να εκφράσουν.



Γ. Σεφέρης, ο πνευματικός ηγέτης: Η δήλωσή του κατά της χούντας δικαιολογεί την πνευματική του δυστοκία.
Ο Γιώργος Σεφέρης στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είχε επιλέξει τη σιωπή και την άρνηση να δημοσιεύει δουλειά του στην Ελλάδα. Δύο χρόνια πριν το θάνατό του, στις 28 Μαρτίου 1969, αποφασίζει να μιλήσει για πρώτη φορά δημόσια. Η δήλωσή του κατά της χούντας στο BBC έκανε μεγάλη αίσθηση και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.


«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα• ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου - δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία - ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.


Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:


Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.


Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.


Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.


Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».