Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ΚΡΙΜΗΝΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το Κριμήνι είναι ένα πετρόχτιστο χωριό του Δήμου Βοΐου. Απέχει 70 χλμ. από την Κοζάνη και περίπου 180 από τη Θεσσαλονίκη .

Και λίγα στοιχεία για την ιστορία του χωριού:
Στην περιοχή που βρίσκεται σήμερα το Κριμήνι ζούσαν για πολλά χρόνια κάποιες αυτόχθονες οικογένειες. Το σημερινό χωριό γεννήθηκε από την καταστροφή των δύο γνωστότερων Παλαιοχωρίων της περιοχής. Στις Δυτικές πλαγιές της κορυφής του Παλιοκριμηνίου, σε ιδιαίτερα ορεινή και δύσβατη τοποθεσία, κοντά στην Κυψέλη, υπήρχε ομώνυμο χωριό, το οποίο καταστράφηκε από τις επιδρομές των Αρβανιτών στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και αναζήτησαν καταφύγιο μακριά στο Μοναστήρι των σημερινών Σκοπίων, στην Καστοριά, στην Εράτυρα, στα Αηδόνια και στο Βυθό. Οι περισσότεροι όμως κατέληξαν σε αυτήν εδώ την τοποθεσία και ίδρυσαν το νέο Κριμήνι. Αργότερα, με την καταστροφή του Τσέρου, που βρίσκονταν κοντά στο Δίλοφο, πολλοί κάτοικοί του πέρασαν από εδώ και οι Κριμνιώτες, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τα βάσανά τους, τους πρόσφεραν βοήθεια και τους πρότειναν να μείνουν : Μείνετε, τους είπαν, έχουμε και σπίτια και χωράφια να σας δώσουμε. Έτσι γεννήθηκε το σημερινό Κριμήνι, ένα πραγματικό κόσμημα της αρχιτεκτονικής και του μεγαλείου της φύσης του Βοϊου. Χωρίζεται σε δυο μαχαλάδες, τον Τζερτζέλ και τον Βαρόσι.

ΤΟ ΚΡΙΜΗΝΙ
Το χειμώνα είναι σχεδόν έρημο, όμως το καλοκαίρι ξεπερνάει τους 300 κατοίκους. Πολύ ιδιαίτερη και σπάνια είναι η εκκλησία του Αγ. Ευσταθίου, χτισμένη από το 1868 στη θέση όπου προϋπήρχε εικονοστάσι, με πολλά αντικείμενα φερμένα απευθείας από το Άγιο Όρος. Εντύπωση προκαλούν τα πολλά πηγάδια, που φθάνουν τα 60 στον αριθμό, με πιο χαρακτηριστικό εκείνο δίπλα στον πλάτανο, μιας και η διάταξη των πετρωμάτων δεν επιτρέπει τη δημιουργία επιφανειακών πηγών.
ΚΑΦΕΝΕΙΟ ''ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΣΙ''

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

ΤΟ ΤΟΞΩΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Σας περιμένουμε...



Ένα παλικαράκ’ ουδ έτρωγε, ουδ έπινε με τ’ άρματα τ’ κουβέντιαζε και στ’ άρματά του λέγει: Ντουφέκι μου περήφανο με τα πολλά φουσέκια,πολλές φορές με γλύτωσες και τώρα να με σώσεις! Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν τελειώσε κι οι κλέφτες εμαζώνονταν σα φύλλα, σα χορτάρια,να πάνε να πατήσουνε το Παλιοκριμήνι. Λαϊκό ποίημα.

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΔΕΥΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


 
  Ένα βιβλίο που κινείται μεταξύ λογοτεχνίας και ψυχολογίας. Ένας ιδιαίτερος τρόπος γραφής που μόνο η Μάρω Βαμβουνάκη διαχειρίζεται με αποτελεσματικό τρόπο και διεισδύει στην ψυχή του αναγνώστη κάνοντάς τον να ‘’βουτάει’’ κυριολεκτικά στα άδυτα της ψυχής του, να σκέφτεται, να επισημαίνει τα λάθη του, να αναθεωρεί τις πράξεις του, κοντολογίς να κάνει ενδοσκόπηση.

  Η καλοκαιρινή ραστώνη ενδείκνυται για να εγκαινιάσουμε μια πιο προσωπική σχέση με τον εαυτό μας. Για να κάνουμε έναν απολογισμό από τη δύσκολη χειμερινή περίοδο που προηγήθηκε και που μας επισώρευσε πολλά προβλήματα, ελλείψεις, ανατροπές και συναισθηματικές ακυρώσεις. Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης (σημ. η αξόδευτη αγάπη είναι η αιτία της μελαγχολίας) με μοναδικό τρόπο μας δίνει το έναυσμα για να σκεφτούμε τη φιλία, τον έρωτα, τη σχέση μας με τα παιδιά μας, τη σχέση μας με τον εαυτό μας. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου μπορούμε να βρούμε στοιχεία από τη ζωή μας,της τωρινής αλλά και του παρελθόντος, και να κατανοήσουμε τη στάση μας απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Ειδικά, σε μια περίοδο έντονης συναισθηματικής φόρτισης ή και αδιεξόδου το βιβλίο αυτό μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά και εξαγνιστικά. Οι σπουδές της συγγραφέως στην ψυχολογία και οι αναφορές της σε ειδικές περιπτώσεις ανθρώπων που βίωσαν δυσάρεστες ή και ευχάριστες καταστάσεις μας γεμίζει με θάρρος κι απαντοχή να συνεχίσουμε το δύσκολο ταξίδι της ζωής.

  Όταν η εξωστρεφής ομολογία ενός προβλήματος σε έναν έμπιστο και πρόθυμο ακροατή δεν είναι εφικτή, η καταφυγή σ’ ένα βιβλίο είναι η μοναδική λύση για να αρχίσουμε να ξεπερνάμε τις παρενέργειές του. Το βιβλίο αυτό μας εξηγεί τι θα πει να ζούμε τη ζωή μας με νόημα, αλήθεια κι αγάπη, υπερβαίνοντας τη φιλαυτία μας.

Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο:


‘’ Ασφαλώς όταν ζούμε τη φιλία, κάτι μέσα μας αποζητάει το χάδι της ανταπόδοσης, τον καθησυχασμό της συμπόνιας, της συμμετοχής και την εμπιστοσύνη της λεβεντιάς. Αυτό όμως θα συμβεί και θα μας προσφερθεί εκ των πραγμάτων κι όχι γιατί αγωνιζόμαστε να το εκμαιεύσουμε, όχι γιατί το απαιτούμε. Η αμοιβαιότητα θα είναι σίγουρα εκεί, όχι γιατί την εκβιάζουμε, αλλά γιατί είναι στη φύση της καλής σχέσης.

Η αγάπη ανάμεσα σε υγιείς προσωπικότητες, είναι μόνο αμοιβαία. Ας μη ζητάμε όμως να είναι αμοιβαίες και οι προσφορές. Η υπέρβαση της ανταμοιβής είναι μεγάλη ελευθερία και, είπαμε, είναι οι ελεύθεροι και οι δυνατοί να αξιώνονται τις δυνατές σχέσεις, τα μεγάλα αισθήματα. Ας θυμόμαστε τον Γέροντα Παϊσιο να λέει: «Αν δώσεις στον άλλον αμπέλι, αμέσως να το ξεχάσεις. Αν όμως εκείνος σου χαρίσει ένα τσαμπί σταφύλι από το αμπέλι που του χάρισες, μην το ξεχάσεις ποτέ.»


‘’γιατί η ανθρωπαρέσκεια, η αυταρέσκεια, η φιλαρέσκεια, είναι η σιδερένια μας πολύτιμη πολεμική πανοπλία που νομίζουμε πως καθιερώνει την ύπαρξή μας. Η επιβεβαίωση των άλλων, που με τόσους αγώνες, μάταιους, ζητάμε να κερδίσουμε από μικρά παιδιά, ως τέτοια πανοπλία στηρίζει το εσωτερικό κενό. Μια κενή ζωή που δε ζητά επιβεβαίωση από έναν ανώτερο που αγαπά, αλλά από όμοιους που μισεί. Αν η πανοπλία σπάσει, αν τρυπήσει, χαθήκαμε. Όπως ο Σιντ που κάλπαζε νεκρός μέσα στην πανοπλία για να ξεγελάσει τους Άραβες εχθρούς, έτσι καλπάζουμε κι εμείς για να ξεγελάμε τον πιο μεγάλο μας εχθρό: τον εαυτό μας τον ίδιο.’’



Η Μάρω Βαμβουνάκη γεννήθηκε στα Χανιά όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. Από εννέα χρονών ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και ψυχολογία. Από το 1972 και για έντεκα χρόνια έζησε στη Ρόδο, όπου εργάστηκε ως συμβολαιογράφος. Σήμερα ζει στην Αθήνα.