Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Η κλέφτρα των βιβλίων

 Ευχές με δώρα βιβλία και αγάπη! Το 2014 καταφθάνει και τα μόνα που μάς έχουν απομείνει για να το ζήσουμε είναι η ενσυναίσθηση , η αγάπη και τα καλά βιβλία. Εξάλλου, η δύναμη των λέξεων και της φαντασίας είναι ο μοναδικός τρόπος διαφυγής από τη δύσκολη κατάσταση που επικρατεί. 

«Η Κλέφτρα των Βιβλίων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός


Τι θα γινόταν αν έπρεπε να κρύψεις κάτι για να το σώσεις;

Όταν η νεαρή Λίζελ φτάνει στο σπίτι των θετών γονιών της, έχοντας χάσει την οικογένειά της, το μόνο που κρατάει στα χέρια της είναι το κλεμμένο εγχειρίδιο ενός νεκροθάφτη, το οποίο δεν μπορεί καν να διαβάσει, αφού δεν ξέρει γραφή και ανάγνωση. Αυτή θα είναι και η αρχή της καριέρας της ως... κλέφτρας.

Η Λίζελ θα αρχίσει να κλέβει βιβλία -βιβλία που πετάνε οι ναζί στη φωτιά για να τα κάψουν, βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου, βιβλία που τη συντροφεύουν στις περιπέτειές της παρέα με το φίλο της, Ρούντι, στους δρόμους της πόλης, βιβλία που θα γεμίσουν τις ώρες του άλλου φίλου της, του κυνηγημένου Μαξ.

Κι ενώ οι βόμβες των Συμμάχων πέφτουν συνεχώς και οι σειρήνες ουρλιάζουν, η Λϊζελ μοιράζεται τα βιβλία της με τους γείτονές της στα καταφύγια και βρίσκει σ’ αυτά παρηγοριά. Μέχρι που κάποια μέρα η σειρήνα θα αργήσει να σφυρίξει…

Μια αξέχαστη ιστορία για τη δύναμη της ανθρωπιάς, για τις ανατροπές της ζωής, αλλά και για την αστείρευτη γοητεία των βιβλίων!

Παρουσίαση του συγγραφέα 

Ο Μάρκους Ζούσακ γεννήθηκε από πατέρα Αυστριακό και μητέρα Γερμανία, το 1975, στο Σίντνεϊ της Αυστραλίας, όπου και ζει σήμερα με τη γυναίκα και την κόρη του. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και ιστορία. Εργάστηκε ως δάσκαλος παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη συγγραφή. Ένα από τα μυθιστορήματά του, το I am the Messenger, τιμήθηκε με το Βραβείο Children’s Book Council of Australia’s Book of the Year το 2003, καθώς και το Βραβείο Michael L. Printz Honor το 2006. Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ενθουσίασε κριτικούς και αναγνώστες και βρέθηκε στις υψηλότερες θέσεις των μπεστ σέλερ, ενώ έχει λάβει εγκωμιαστικές κριτικές από τον Τύπο. Το 2007 τιμήθηκε με το Βραβείο Michael L. Printz Honor και ήταν υποψήφιο για πολλά λογοτεχνικά βραβεία, όπως το Quill book Award, το Australian Book Industry Award αλλά και το Australian Booksellers Book of the Year Award.

Και για τους λάτρεις του κινηματογράφου, η εκπληκτική κινηματογραφική απόδοση του βιβλίου 

Από το σκηνοθέτη της επιτυχημένης σειράς «Ο Πύργος του Ντάουντον» και βασισμένη στο ομώνυμο best seller του Μάρκους Ζούσακ, «Η Κλέφτρα των Βιβλίων» είναι μια έντονη ιστορία, βγαλμένη από την ίδια τη ζωή. Η ταινία επικεντρώνεται στην ιστορία της μικρής Λίζελ, ενός ξεχωριστού κοριτσιού με απίστευτο κουράγιο, που δίνεται για υιοθεσία σε ανάδοχη οικογένεια, στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Με την υποστήριξη της νέας της οικογένειας και του Μαξ, ενός νεαρού Εβραίου πρόσφυγα που η οικογένειά κρύβει στο σπίτι της, η Λιζέλ μαθαίνει σιγά-σιγά να διαβάζει.

Σκηνοθεσία: Μπράιαν Περσίβαλ
Ηθοποιοί: Tζέφρι Ρας, Έμιλι Γουάτσον, Σόφι Νελίς, Νίκο Λιρς

Καλή Χρονιά με Υγεία και Υπομονή!


Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα και Φτώχεια.

 Μια αδήριτη αλήθεια, λοιπόν…Η σκληρή αλήθεια της νεόπτωχης Ελλάδας, του φτωχοΈλληνα. Η φτώχεια, η στέρηση, η ανέχεια, έκδηλη παντού στις μέρες μας…Διαβάζω τίτλους εφημερίδων: «Η φτώχεια χτυπά όλο και περισσότερους στην Ελλάδα», «Διατακτικές και δώρα σε άνεργους και άπορους», «Διανομή τροφίμων από…», “Μαύρες γιορτές για πολλούς Έλληνες»”, «Συσσίτια για νεόπτωχους»….Αλλά δεν χρειάζονται οι τίτλοι των εφημερίδων για να διαπιστώσεις το κύμα της φτώχειας που χτυπά τη χώρα. Καθημερινά βλέπεις γύρω σου ανθρώπους να ψάχνουν στους κάδους σκουπιδιών, να μαζεύουν τα υπολείμματα των λαϊκών αγορών…Ε, όταν περισσέψουνε οι χρείες χάνεται και η ντροπή, καθώς μας λέει κι ο Σολωμός στη «Γυναίκα της Ζάκυθος: «Και κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους. Στην αρχή εντρεπόντανε νάβγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες….Και ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψη για νάβγουνε. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς…»

Της φτώχειας τα στερνά του Γ. Βλαχογιάννη

Μορφούλα. Ε, Μορφούλα, που είσαι κυρά μου; Ψίνα, ψιψίνα μου! Τι θα φάμε σήμερα;
Η γριά-Λασκαρού έκραζε τη γάτα της βραχνά, αν και δεν την έβλεπε στο σπίτι. Μόλις έφεγγε. Άδειο, παγωμένο ήτανε το σπίτι· Κι η Λασκαρού, διπλωμένη μες στα παλιοσκούτια της, πλάι στη σβηστή γωνιά, δε σπάραζε. Το ξέθωρό της πρόσωπο, με την τριπλοτυλιγμένη μαντήλα στο κεφάλι, καθώς τό ‘χε  γυρισμένο κατά τη γωνιά κι έβλεπε, με μάτια ακίνητα, τη στάχτη τη σβησμένη, φάνταζε παράξενα και τρόμαζε μες στ’ αυγινό μισόθαμπο.
Μα κάποτε σείστηκε η γριά σιγά σιγά. Σείστηκε κι ανασηκώθηκε· και γύρισε το πρόσωπο, με το στανιό, κι είδε κατά την κλεισμένη πόρτα.
-Μορφούλα, κόρη μου καλή, που είσαι; ρώτησε πάλι.
Και πιάστηκε απ’ της γωνιάς το γύρο κι έβαλε αγώνα, χέρια γόνατα και στάθηκε στα πόδια της. Και κίνησε, ύστερα, σκυφτή, κατά την πόρτα. Πήγε, άνοιξε την πόρτα κι έκραξε πάλι. Της γάτας το νιαούρισμα, που ήταν γριά κι αυτή και μαδημένη, έφτασε μεσ’ από το περιβόλι και τα ξερόδεντρα του περιβολιού, τα λίγα που απομένανε, για τη φωτιά κι αυτά και της γριάς τη ζέστα. Κι ήρθε η γατούλα κλαίοντας παραπονιάρικα και στάθηκε κοντά στα πόδια της κυράς της, στο μοναχικό σκαλί της πόρτας, το λιωμένο απ’ τα χρόνια.
-Μορφούλα, τι θα φάμε σήμερα μωρή; Τι έφερες;
Η γάτα απάντησε με το παράπονό της κι έσκυψε πιο πολύ η γριά κι είδε στην πέτρα απάνου ένα ψάρι αποθεμένο. Το ‘χε φέρει η γάτα η Μορφούλα. Ήταν ένας κωβιός μεγάλος και τον πήρε η Λασκαρού και μπήκε στο σπίτι, με τη γάτα μπρος κι ολόρθη την ουρά της παίζοντας. Αυτό θα ήτανε της μέρας το φαΐ και για τους δυο τους· ήτανε κι η Μορφούλα γέρικη πολύ, δε χρειαζότανε μεγάλα πράγματα για το φαΐ της· λίγα ψαροκόκαλα της φτάνανε. Το κυνήγι της το καθημερινό ήτανε πάντα από ‘να ψάρι, ψάρι όμως πάντα πετρόψαρο. Κι η γριά-Λασκαρού το περίμενε πια ταχτικά κι απ’ αυτό κρεμούσε την ελπίδα της θροφής της την καθημερινή.
Βράδυ νωρίς, πριν πέσει στο ξερόστρωμα και πριν κλείσει την παλιόπορτά της, συνήθιζε η γριά-Λασκαρού, μ’ όλη την αγάπη που ‘χε της Μορφούλας –κι είχε την ανάγκη να τη ζεσταίνει στον ύπνο η συντρόφισσά της κιόλας- άνοιγε και την έβγαζε όξω· ήταν άπονο αυτό που ‘κανε, μα πάλι πως θα ζούσανε; Την έσπρωχνε όξω μαλακά με το πόδι τη Μορφούλα και της έλεγε:
-Σύρε, Μορφούλα, σύρ’ εσύ, καλή μου, ψίνα μου, κυρά μου, σύρε να φέρεις τίποτα… Δεν έχουμε αύριο να φάμε, καψερούλα, και θα μείνεις νηστική κι εσύ μαζί μου…
Η γάτα απόξω έμενε και παρακαλούσε κάμποσο. Ύστερα ξεμάκραινε σιγά σιγά η φωνή της και χανότανε μες στο σκοτάδι ή μες στης θάλασσας τα μουγκρητά. Και την αυγή, νάτο ένα ψάρι στο σκαλί αφημένο πάλι! Και δεν το ‘τρωγε η Μορφούλα, δεν το πείραζε καθόλου· ίσως έτρωγε άλλο, πριν το φέρει το κυνήγι της αυτό στο σπίτι. Μα πάλι μπορεί κι ήτανε το μόνο αυτό και το ‘φερνε ίσια στην κυρά της, άγγιχτο.
Πως γινόταν τέτοιο πράγμα τα’ απορούσε η γειτονιά κι η χώρα η μισογκρεμισμένη. Μα η γριά-Λασκαρού διόλου δεν το ρωτούσε. Νόμιζαν οι άλλοι στην αρχή πως η γάτα, η Μορφούλα, πήγαινε στην αγορά και τα ‘κλεβε τα ψάρια. Μα η Αμέρσα, η πιο κοντινή γειτόνισσα, μαλωμένη με τη Λασκαρού από χρόνια, παραφύλαγε τη γάτα κι έβλεπε πως τά ‘φερνε τα ψάρια απ’ το γιαλό. Την ακολουθούσε ίσαμε στα σκόρπια βράχια, πλάι στο παλιό λιμάνι, που κάναν ένα πλήθος ήσυχα κορφάκια εκεί κι όλα αντάμα κάναν ένα πεζονήσι απότομο. Κι εκεί την έχανε τη Μορφούλα. Στο τέλος την παράτησε, βέβαιη πια πως η γάτα τά ‘βγαζε τα ψάρια από τη θάλασσα.
Τότε η Αμέρσα έφερε γύρα τις γειτόνισσες και τα παράστησε όλα με το νι και με το σίγμα και με θάμασμα τρανό! Και το ‘μαθε όλη η χώρα, τι και πως η γάτα η Μορφούλα της γριά-Λασκαρούς πήγαινε και ψάρευε τη νύχτα στο γιαλό. Έπιανε μια θέση κοντά στο γιαλό και στεκόταν άσειστη, σαν πέτρα, ανάμεσα στις άλλες πέτρες τις ακίνητες εκεί και περίμενε ώρες, άσειστη. Κι η πείνα, βέβαια, την οδήγησε κειπέρα και της έδειξε τον τρόπο αυτόν. Και καθώς ζυγώναν οι κωβιοί και τα’ άλλα τα πετρόψαρα και φέρνανε τη μούρη τους ως την κορφή και γυρεύανε να βρούνε το πιο παχύ χορτάρι εκεί που το νερό πάει ανάλαφρο και παιγνιδίζει με τις πέτρες, χράπ! Το νύχι της Μορφούλας τ’ άρπαζε.
Η ίδια η γριά-Λασκαρού θα μπορούσε να το πει και να το μαρτυρήσει, πως τα ψάρια που της έφερνε η Μορφούλα δεν ήτανε κλεμμένα, τόσο φρέσκα, μισοζώντας καμιά φορά και ζωντανά. Μα η Λασκαρού δε συλλογιόταν τίποτα κακό για τη Μορφούλα- ούτε και συλλογιόταν τίποτ’ άλλο. Είχε αλλαλογίσει κιόλας λίγο. Έμοιαζε λωλή, καθώς έβγαινε στο περιβόλι κι έστηνε ψιλή κουβέντα με τη γάτα της. Γιατί, όπως γύριζε στο περιβόλι και μαχότανε να κόψει κανένα ξεροκλάδι απ’ τα παλιόδεντρα, χειμώνας που ‘ταν τώρα, και να σκίσει κανένα σανίδι από σεντούκι σάπιο, αχρείαστο, ή να βγάλει λαχανάκια από τον κήπο το λιγόσπαρτο, η γάτα, εκεί, κοντά της, η Μορφούλα, τη συντρόφευε και της αποκρινότανε με το νιαούρισμά της σ’ όσα εκείνη της λαλούσε ανόητα, λόγια λωλά. Ύστερα την ακολουθούσε στη γωνιά, που άναβε τη φωτίτσα κι έβενε να ψήσει το φαΐ, της Μορφούλας το κυνήγι. Και το μοιραζόνταν ύστερα οι δυο τους σαν δυο φίλοι αγαπημένοι που ήτανε, χωρίς μαλώματα, χωρίς ψωμάκι κιόλας, το συχνότερο.
Χωρίς ψωμάκι, αλήθεια, τώρα τελευταία. Αφού ο άχαρος ο γέροντας της Λασκαρούς έπαψε να της στέλνει το ταχτικό μηνιάτικο στο ξερονήσι, γιατί τον έφαγε κι αυτόν η θάλασσα στερνόν, η Λασκαρού ήτανε πολύ περήφανη και δε ζητούσε ούτε καταδεχότανε. Θα πέθαινε νηστικιά, αλλά δε θα ‘βγαινε όξω τον πόνο και την πείνα της να πει.
Το ‘ξερε αυτό η Αμέρσα πιο καλά από κάθε άλλον. Ήταν η πιο κοντινή γειτόνισσα, αν και πλήθος άλλα σπίτια κατάκλειστα, ρημάδια πιά, χωρίζανε το δικό της απ’ της Λασκαρούς το σπίτι. Έτσι ήταν όλη η χώρα, αριά κατοικημένη, μ’ όλα τα σπίτια τα πολλά και τ’ αρχοντόσπιτα. Ήταν από χρόνια η Αμέρσα μαλωμένη με τη Λασκαρού. Μίση οικογενειακά, συμφέροντα παλιά… μα τώρα τι χρειαζότανε τα μίση, αφού σβήσανε και τα συμφέροντα και πάνε… Πάει, να σηκωθεί να πάει στη Λασκαρού και να φιλιώσει, αυτό δεν τ’ αποφάσιζε η Αμέρσα. Την ήξερε καλά τη Λασκαρού κι ήξερε και τον ίδιο τον εαυτό της. Όμως η συμφορά της Λασκαρούς τη λύγισε, της γλύκανε το περασμένο της φαρμάκι. Όμως και πάλι δεν ήθελε να δείξει την αδυναμία της. Ήτανε ψυχή κλειστή η Αμέρσα, όπως όλες οι νησιώτισσες κι οι νησιώτες εκεί πέρα. Τι να κάμει; Έπαιρνε άλλη μια γειτόνισσα, μια πονηρούλα από το παραπέρα σπίτι, την Κατερινιώ, και πηγαίνανε και παραφύλαγαν όξω από της Λασκαρούς το περιβόλι.
Τα Χριστούγεννα ήτανε κοντά· ξεροβόρι φυσούσε άγριο τις τελευταίες μέρες. Η Χώρα έβλεπε βορινά και την έπιανε το κύμα άσκημα. Η Μορφούλα έφτασε μιάν αυγή από το γιαλό με χωρίς τίποτα στο στόμα και νιαούριζε στην πόρτα της κυράς της.
-Κοίταξε, είπε η Αμέρσα, σήμερα δεν ψάρεψε η Μορφούλα… με τέτοιον αγριόκαιρο…
-Τι θα φάνε σήμερα οι δυο τους, οι κακόμοιροι… να ‘χουνε τάχα τίποτα; Είπε η Κατερινιώ.
-Καρτέρα μια στιγμή! Είπε η Αμέρσα.
Έφυγε και γύρισε μ’ ένα φελί ψωμί σπιτίσιο.
-Ψίνα, Μορφούλα! Έκραξε σιγά η Αμέρσα.
Πήγε η Μορφούλα και στάθηκε στη ρίζα του τοίχου, κάτου απ’ τις γυναίκες και νιαούρισε γλυκά. Οι δυο αυτές, αφού της ‘ρίξαν ένα κομματάκι και την καλόπιασαν, ύστερα της πέταξαν ολόκληρο το φελί. Τις κοίταξε καλά καλά η Μορφούλα, κοίταξε και το ψωμί, το μύρισε, το πήρε με τα δόντια της και πήγε και τα’ απόθεσε με προσοχή στο σκαλί απάνου και νιαούρισε. Οι δυό γυναίκες κρυφοκοίταζαν άλαλες. Άνοιξε η πόρτα και πρόβαλε η γρια-Λασκαρού.
-Που είσαι Μορφούλα, ψίνα… μπα, εδώ είσαι, καλή… Σήμερα τίποτα δεν έφερες; Που είναι το κυνήγι σου; Ξέρω, φυσούσε απόψε… μα τώρα τι θα φας; Εμένα δε μέλλει, κακομοίρα. Μα για σένα λέω… σύρε, φεύγα από κοντά μου, δε θέλω να σε βλέπω, παλιόγατα, θα μείνεις νηστική… Μα τ’ είναι αυτό; Ψωμί έφερες, ψιψίνα μου; Έκαμες καλύτερα… είχαμε τρεις μέρες ν’ αγγίξουμε ψωμί στο στόμα… Έτσι, να φέρνεις, ψιψίνα μου, καμία φορά λίγο ψωμάκι, όχι μονάχα ψάρια… και χωρίς αλάτι κιόλας, τα βαρέθηκα… Καμιά φορά και λίγο τυράκι… όχι, ακόμα είναι σαρακοστή… Έλα, πάμε μέσα τώρα, Μόρφω μου, καλή νοικοκυρά μου…
Ούτε και ρώτησε που τό ‘βρε το ψωμί η Μορφούλα. Την άλλη μέρα πήγε η Κατερινιώ κι άφησε άλλο ένα κομμάτι ψωμί στην πόρτα της γριάς. Άφησε και λίγο τυρί.
-Μη, της είπε η Αμέρσα, θα μας καταλάβει κι ύστερα θα τα πετάξει όλα, άμα νιώσει πως τα βάνουμε…
Η Αμέρσα φύλαγε τη θέση της εκεί συχνά, πίσω από τον τοίχο. Μια μέρα πέρασε η Μορφούλα, κρατώντας ένα ολάκερο χταπόδι ζωντανό. Την έσκιαξε τη γάτα και την έκαμε να τ’ αφήσει από το στόμα της. Έκοψε το μισό, το χτύπησε, τ’ αλάτισε και το ξανάδωσε της γάτας πάλι. Τά ‘λεγε αυτά στην Κατερινιώ κι απορούσε η ίδια.
-Ακούς, παράξενο; έλεγε. Πως μπόρεσε και το ‘πιασε; Που το ‘βρε;
-Θα το πέτυχε στη ρήχη, είπε η Κατερινιώ, και το θαλάμι του θα ‘τανε ψηλά… Ύστερα πώς να την τσακώσει τη Μορφούλα; Οι πλόκαμοί του δεν κολλούνε στο μαλλί της. Ακούς, αλήθεια κει!
-Άπιαστο πράμα!
-Ναι, καημένη, μα πως θα το φάει; Έχει και φωτιά;
-Καλά λες! είπε η Αμέρσα. Στάσου να ιδείς… αύριο τι θα κάμω…
Την άλλη μέρα απόγιομα, φυλάγανε πάλι οι δυό γυναίκες, ώσπου είδαν τη γριά να βγαίνει και να γυρίζει στο περιβόλι με τη γάτα της και να μιλεί.
-Σήμερα το κατάλαβες, Μορφούλα μου, πως δεν έχω πιά ξύλα μήτε σπίρτα και μου το ‘φερες ψημένο το χταπόδι ε; Πονηρή… καλή μου, ψίνα μου, νοικοκυρά μου εσύ, όλα τα φροντίζεις… Ξέρεις πως είναι και Σαρακοστή· μεθαύριο έχουμε Χριστούγεννα, κυρά μου… Πάμε μέσα τώρα, θα μου πείνασες λιγάκι, πάμε… κρύο κάνει. Έχουμε λίγο χταπόδι… και ψωμί… και το τυρί θα το φυλάξουμε για τη γιορτή μεθαύριο… πάμε!
Δάκρυσαν οι γυναίκες και τραβήχτηκαν ήσυχα…
Την παραμονή λησμονήσανε τη Λασκαρού, δοσμένες στις δουλειές και τις ετοιμασίες του σπιτιού τους. Το πρωί όμως τη θυμήθηκε η Αμέρσα. Μπήκε σαν κλέφτρα πρώτη φορά, ύστερ’ από χρόνια, στο περιβόλι και πήγε κι άφησε στην πόρτα της ένα κομμάτι ψωμί και τόλμησε κι ένα κοψίδι ψητό κρέας.
Μα ολημέρα, Χριστούγεννα, η Μορφούλα ανήσυχη θρηνούσε απόξω από το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του φαγιού ήταν εκεί, σημάδι πως τά ‘χε φάει η γάτα. Τότε ανησύχησε η Αμέρσα. Κάλεσε την Κατερινιώ κι άλλες γειτόνισσες κι αποφασίσανε και χτυπήσανε στης Λασκαρούς την πόρτα. Όμως κανένας δεν τους αποκρίθηκε.

Καλά Χριστούγεννα

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Καβαφική Μελαγχολία...




Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου, ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.


Αρχικά, ο Κ. Καβάφης έδωσε στο ποίημα τον τίτλο «Μαχαίρι». Στη συνέχεια,
αντικατέστησε τον τίτλο αυτό με τον υπάρχοντα. Πρόκειται για έναν από τους πιο εκτενείς τίτλους των ποιημάτων του. Ο τίτλος δίνει πληροφορίες για τον αφηγητή του ποιήματος(«Ιάσωνα Κλεάνδρου ποιητού»), τη συναισθηματική κατάστασή του («Μελαγχολία»), τον τόπο («εν Κομμαγηνή») και το χρόνο («595 μ. Χ.») γραφής του ποιήματος.

• Με τη λέξη «Μελαγχολία» δηλώνεται η ψυχική κατάσταση του ποιητή, καθώς περνάνε τα χρόνια.
• Στη συνέχεια αναφέρεται ο αφηγητή. Είναι ο Ιάσων Κλεάνδρος και είναι ποιητής. Δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Αντίθετα, είναι πρόσωπο φανταστικό. Πρόκειται για ακόμα ένα από τα προσωπεία που χρησιμοποιεί ο Κ. Καβάφης στα ποιήματά του. Η ταύτιση των δύο ποιητών, του Ιάσωνα Κλεάνδρου και του Κ. Καβάφη, είναι αναπόφευκτη. Κοινά του χαρακτηριστικά είναι η ποιητική τους ιδιότητα και η ηλικία.
• Η Κομμαγηνή είναι ένα πολύπαθο κρατίδιο στα βορειοανατολικά της Συρίας: Ήταν
ανεξάρτητο από το 164 π.Χ. έως το 72 μ. Χ. Το 595 μ. Χ., έγινε τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και από το 638 μ. Χ. πέρασε στην κατοχή των Αράβων.
• Η ημερομηνία «595 μ.Χ.» παραπέμπει σε μια περίοδο απόλυτης παρακμής. Η
ημερομηνία συμπίπτει με τη φθορά του ποιητή. Αν παραλείψουμε το 9, μας μένει το 55, που ήταν η ηλικία του Κ. Καβάφη, όταν έγραψε το ποίημα.
Στον τίτλο υπάρχει αρχαιοπρέπεια. Βλέπουμε ότι ο Κ. Καβάφης κάνει χρήση της
γενικής ονόματος, της ομοιόπτωτης παράθεσης, ενός εμπρόθετου προσδιορισμού του
τόπου και μια χρονολογικής ένδειξης.
Με την χρήση αυτού του προσωπείου ο Κ. Καβάφης κατόρθωσε να αποστασιοποιηθεί από το θέμα που πραγματεύεται στο ποίημα και έτσι τα όσα αναφέρει σε αυτό, να αποκτήσουν αντικειμενικό χαρακτήρα και διαχρονική ισχύ. Επιπλέον, με την αναφορά του σε συγκεκριμένο πρόσωπο και τη χρήση συγκεκριμένου τοπικού και χρονικού προσδιορισμού προσέδωσε στην ποιητική του αφήγηση αληθοφάνεια.

ΕΝΟΤΗΤΕΣ
1η ενότητα: στ. 1-6. Ο αφηγητής θέτει το πρόβλημα και δηλώνει τη συναισθηματική του κατάσταση. Στη συνέχεια εκφράζει τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Τίτλος ενότητας: Η οδύνη του γήρατος και η αποστροφή στην Τέχνη της Ποίησης.
2η ενότητα: στ. 7 –9. Ο αφηγητής θέτει σε εφαρμογή τον τρόπο αντιμετώπισης του
προβλήματος που είχε εκφράσει στην προηγούμενη ενότητα. Τίτλος: Η επίκληση στην Τέχνη της Ποίησης.

ΑΝΑΛΥΣΗ  του ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
1η Ενότητα
• Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου. Έχουμε το μοτίβο των γηρατειών. Ο
αφηγητής ξεκινά με την αναφορά του στην αιτία της μελαγχολίας του, το γήρας. Το ρήμα γηράσκω, απ’ όπου παράγεται το ουσιαστικό γήρας, είναι εναρκτικό, δηλαδή σημαίνει «αρχίζω να γίνομαι γέρος». Ο αφηγητής διαπιστώνει ότι μπαίνει σε μια περίοδο της ζωής του που, καθώς θα περνά ο χρόνος, θα αλλοιώνονται η εξωτερική του εμφάνιση («τοῦ σώματος») και η ψυχική του μορφολογία («τῆς μορφῆς»)1. Ήδη, τα πρώτα σημάδια της φθοράς έχουν εμφανιστεί και αυτό είναι κάτι που του προκαλεί μελαγχολία. Κάτι για το οποίο αγωνιά ο Κ. Καβάφης είναι η φθορά, όχι ο θάνατος. Ο θάνατος αντικρίζεται σαν ένα φυσικό φαινόμενο για τον ποιητή.

• Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι. Ο αφηγητής παρομοιάζει τη βίωση του γήρατος με
πληγή από μαχαίρι. Το μαχαίρι συμβολίζει το χρόνο, ο οποίος καθώς περνά από τον
ποιητή, του αφήνει τα σημάδια του. Το γήρας του προκαλεί οδύνη, που δηλώνεται με τις λέξεις: «πληγή, φρικτό, μαχαίρι». Ο αφηγητής σε αυτό το στίχο κάνει χρήση μεταφοράς και υπαλλαγής (πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι =πληγή φρικτού μαχαιριού).
Η λέξη πληγή επαναλαμβάνεται σε διάφορα σημεία του ποιήματος, προφανώς γιατί
είναι η χαρακτηριστικότερη μορφή φθοράς στο ανθρώπινο σώμα.
• Δέν ἔχω εγκαρτέρηση καμιά. Ο αφηγητής δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση, ίσως γιατί γνωρίζει ότι το γήρας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η κατάσταση αυτή του είναι αφόρητη. Είναι απελπισμένος και απαρηγόρητος. Το συναισθηματικό του αδιέξοδο δηλώνεται με τις δυο αρνήσεις («Δέν, καμιά»).

• Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως. Απέναντι στη φθορά αντιπαρατάσσει την Τέχνη της Ποιήσεως. Παρατηρούμε ότι ο αφηγητής προσωποποιεί την ποίηση και αποστρέφεται σε αυτή, για να ζητήσει την βοήθειά της. «Η ποίηση είναι γι’ αυτόν μια υψηλή παρηγοριά, που κατευνάζει το άλγος της φθοράς με την μνημονική αναδρομή»

• Πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα… Νάρκης τοῦ άλγους δοκιμές, ἐν Φαντασία καί Λόγω. Ο αφηγητής γνωρίζει ότι η ποίηση δεν είναι πανάκεια, διότι τα γηρατειά είναι αναπόφευκτα.
Το μόνο που μπορεί να του προσφέρει η Ποίηση είναι μια προσωρινή νάρκωση,
αναλγησία, που απλώς θα τον ανακουφίσει από τον πόνο. Η εντύπωση της πρόσκαιρης θεραπείας υποβάλλεται στον αναγνώστη με τις λέξεις : «λίγο, φάρμακα, νάρκης».
Οι εμπρόθετοι προσδιορισμοί «ἐν Φαντασία καί Λόγω» αναφέρονται στα φάρμακα της Ποίησης. Η Φαντασία είναι που βοηθά τον ποιητή να συλλάβει την ιδέα και ο Λόγος, δηλαδή η γλώσσα, που τον βοηθά να την εκφράσει.
Νάρκης τοῦ άλγους δοκιμές: Υπερβατό. Οι δύο όροι «νάρκης» και «δοκιμές»
αποχωρίζονται συντακτικά με την παρεμβολή τοῦ άλγους και έτσι τονίζονται. νάρκη
προτάσσεται και η δοκιμή μπαίνει στο τέλος της φράσης.

2η Ενότητα.
• Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι. Επανάληψη του δεύτερου στίχου. Λειτουργεί
εμφατικά, συνεκτικά, δηλαδή συνδέει τις δύο ενότητες, αλλά και ως ανακεφαλαίωση –
αιτιολογία για την επίκληση στην Τέχνη της Ποίησεως που ακολουθεί.
• Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως. Στην ενότητα αυτή, ο αφηγητής κάνοντας επίκληση στην Τέχνη της Ποιήσεως περνά στην πραγματοποίηση του τρόπου αντιμετώπισης του προβλήματος. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στην αποστροφή και την επίκληση. Με την επίκληση δηλαδή, πραγματοποιείται ό,τι καταγράφτηκε ως βέβαιη λύση με την αποστροφή. Ουσιαστικά, ο ποιητής στρέφεται προς τον εαυτό του και την ποίηση. Η Προστακτική «φέρε» εκφράζει την επιτακτική ανάγκη να δράσει η ποίηση στον αφηγητή.
• Πού κάμνουνε – γιά λίγο – νά μή νοιώθεται ἡ πληγή. Ο ποιητής επαναλαμβάνει πάλι την έννοια του «κάπως» της πρώτης ενότητας. Γνωρίζει ότι η αναλγησία που θα του προσφέρει η ποίηση είναι πρόσκαιρη, μόνο όσο διαρκεί η σύνθεση του ποιήματος.

Από το βιβλίο του καθηγητή και το διδακτικό εγχειρίδιο

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα εκπαιδευτικό βιβλίο για παιδιά!

 Ο Γιώργος Μουμουζιάς μετά τα δύο βιβλία του  ("Με καμπάνα παντελόνι" και "το δικό μας 2ο") για ενήλικες, αποφάσισε να εξωτερικεύσει το παιδί που κρύβει μέσα του, δίνοντάς μας ένα σπουδαίο παιδικό βιβλίο-εκπαιδευτικό μέσο. Καλοτάξιδο!


Ο εκδοτικός οργανισμός Βάρφη σας προσκαλεί στη μουσικοθεατρική εκδήλωση παρουσίασης του παιδικού βιβλίου – CD «Η χήνα η Πιπίνα», σε κείμενα του Γιώργου Μουμουζιά και μουσική Γιώτας Τσόκα.
Τραγουδούν: Δημήτρης Νικολούδης, Δημήτρης Πρατσινάκης, Γεωργία Τέντα.
Παρουσιάζουν: Η δημοσιογράφος Μάρνη Χατζηεμμανουήλ, η ηθοποιός Μαρίνα Αντωνοπούλου και ο συγγραφέας.
Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013, 12μ., στο κινηματοθέατρο «Αλέξανδρος», Εθν. Αμύνης 1.

Η Πιπίνα είναι μια χήνα κάπως διαφορετική από τις άλλες. Πιστεύει πως βρίσκεται σε ηλικία ώριμη για γάμο, αλλά δεν θέλει οποιονδήποτε γαμπρό. Παίρνει, έτσι, την απόφαση να πάρει τους δρόμους και να γυρίσει την Ελλάδα, μέχρι να βρει τον πιο κατάλληλο γι’ αυτήν. Από την Αττική στη Μακεδονία, από τη Θεσσαλία στη Φθιώτιδα και από την Εύβοια στις Κυκλάδες, θα κάνει ένα ταξίδι μακρύ, δύσκολο μα συνάμα όμορφο και γεμάτο εκπλήξεις.
Με τη συμμετοχή πολλών και ξεχωριστών καλλιτεχνών, όπως ο Κώστας Βουτσάς, ο Αλμπέρτο Εσκενάζη, ο Στάθης Παναγιωτόπουλος κ.α.


Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Προτεινόμενο διαγώνισμα στο Όνειρο στο κύμα του Αλ. Παπαδιαμάντη


Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
“Όνειρο στο Κύμα”
Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187... Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ' ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.
Η πετρώδης, απότομος ακτή του, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του Σταυρού, κ' έλεγεν: Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ' οι ξένοι κ' οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού, και να πάρω κ εγώ τον κόπο μου!”
Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να τας γνωρίζω.
Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ιδία διά να θειαφίση, ν' αργολογήση, να γεμίση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρύγηση αν έμενε τίποτε διά τρύγημα. Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.
Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροί ανταγωνισταί δι' εμέ.
Το κυρίως κατάμερόν μου ήτον υψηλότερα, έξω της ακτίνος των ελαιώνων και αμπέλων, εγώ όμως συχνά επατούσα τα σύνορα. Εκεί παραπάνω, ανάμεσα εις δύο φάραγγας και τρεις κορυφάς, πλήρεις αγρίων θάμνων, χόρτου και χαμωκλάδων, έβοσκα τα γίδια του Μοναστηρίου. Ήμην “παραγυιός”, αντί μισθού πέντε δραχμών τον μήνα, τας οποίας ακολούθως μου ηύξησαν εις εξ. Σιμά εις τον μισθόν τούτον, το Μοναστήρι μου έδιδε και φασκιές διά τσαρούχια, και άφθονα μαύρα ψωμία ή πίττες, καθώς τα ωνόμαζαν οι καλόγηροι.
Μόνον διαρκή γείτονα, όταν κατηρχόμην κάτω, εις την άκρην της περιοχής μου, είχα τον κυρ Μόσχον, ένα μικρόν άρχοντα λίαν ιδιότροπον. Ο κυρ Μόσχος εκατοίκει εις την εξοχήν, εις ένα ωραίον μικρόν πύργον μαζί με την ανεψιάν του την Μοσχούλαν, την οποίαν είχεν υιοθετήσει, επειδή ήτον χηρευμένος και άτεκνος. Την είχε προσλάβει πλησίον του, μονογενή, ορφανήν εκ κοιλίας μητρός, και την ηγάπα ως να ήτο θυγάτηρ του.
Ο κυρ Μόσχος είχεν αποκτήσει περιουσίαν εις επιχειρήσεις και ταξίδια. Έχων εκτεταμένον κτήμα εις την θέσιν εκείνην, έπεισε μερικούς πτωχούς γείτονας να του πωλήσουν τους αγρούς των, ηγόρασεν ούτως οκτώ η δέκα συνεχόμενα χωράφια, τα περιετοίχισεν όλα ομού, και απετέλεσεν εν μέγα διά τον τόπον μας κτήμα, με πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων έκτασιν. Ο περίβολος διά να κτισθή εστοίχισε πολλά, ίσως περισσότερα ή όσα ήξιζε το κτήμα· αλλά δεν τον έμελλε δι' αυτά τον κυρ Μόσχον θέλοντα να έχη χωριστόν οιονεί βασίλειον δι' εαυτόν και διά την ανεψιάν του.
Έκτισεν εις την άκρην πυργοειδή υψηλόν οικίσκον, με δύο πατώματα, εκαθάρισε και περιεμάζευσε τους εσκορπισμένους κρουνούς του νερού, ήνοιξε και πηγάδι προς κατασκευήν μαγγάνου διά το πότισμα. Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια. Εγκατεστάθη εκεί, κ' έζη διαρκώς εις την εξοχήν, σπανίως κατερχόμενος εις την πολίχνην. Το κτήμα ήτον παρά το χείλος της θαλάσσης, κ' ενώ ο επάνω τοίχος έφθανεν ως την κορυφήν του μικρού βουνού, ο κάτω τοίχος, με σφοδρόν βορράν πνέοντα, σχεδόν εβρέχετο από το κύμα.
Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια, κ' εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· Ιδού εί καλή, η πλησίον μου, ιδού εί καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...”. Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της.
Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Το παράθυρον του πύργου το δυτικόν ηνοίγετο προς τον λόγγον, ο οποίος ήρχιζε να βαθύνεται πέραν της κορυφής του βουνού, όπου ήσαν χαμόκλαδα, ευώδεις θάμνοι, και αργιλλώδης γη τραχεία. Εκεί ήρχιζεν η περιοχή μου. Έως εκεί κατηρχόμην συχνά, κ' έβοσκα τας αίγας των καλογήρων, των πνευματικών πατέρων μου.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Α. Ποια είναι τα βασικά θέματα-μοτίβα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη; Να αναφερθείτε με στοιχεία από το απόσπασμα αν τα εντοπίζετε αυτά στο “Όνειρο στο Κύμα”.
     ΜΟΝΑΔΕΣ 15

Β1.α.Ποιες γλωσσικές ποικιλίες διακρίνετε στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη και πώς δικαιολογούνται;
ΜΟΝΑΔΕΣ 8

Β1.β. Να εντοπίσετε στο απόσπασμα τα στοιχεία που επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε το διήγημα ως ηθογραφικό.
ΜΟΝΑΔΕΣ 12

Β2.Πώς παρουσιάζεται η σχέση του αφηγητή με τη φύση και πώς αυτή   
      επηρεάζει την ψυχική του διάθεση;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20

Γ. Σε δύο παραγράφους 150-180 λέξεων να σχολιάσετε την προσωπικότητα του κυρ Μόσχου και να εξηγήσετε από πού προκύπτει ότι ήταν “λίαν ιδιότροπος”.
ΜΟΝΑΔΕΣ 25

Δ. Να συγκρίνετε την περιγραφή της νύφης στο “Άσμα Ασμάτων” που ακολουθεί με την περιγραφή της Μοσχούλας στο “Όνειρο στο Κύμα”.
ΜΟΝΑΔΕΣ 20



                                “Άσμα Ασμάτων”

Όμορφη που είσαι αγαπημένη,
όμορφη που είσαι.
Τα μάτια σου είναι περιστέρια
μες απ’ το πέπλο σου.
Η κόμη σου είναι κοπάδι γίδια
που ροβολούν απ΄ το Γαλαιάδ.
Τα δόντια σου είναι προβατίνες κουρεμένες
που ανέβηκαν απ΄ το λουτρό,
όλες με δίδυμα,
δεν είναι στέρφα ανάμεσό τους.
Ωσάν την κόκκινη κλωστή τα χείλια σου
κι είναι γλυκιά η λαλιά σου·
σαν τη σκελίδα του ροδιού το μάγουλό σου
μες απ’ το πέπλο σου.















Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Φοβάμαι τους ανθρώπους (Για την επέτειο του Πολυτεχνείου)



Φοβάμαι

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ (Οικονομική κρίση)



KEIMENO

Κρίση Οικονομική ή Κρίση Αξιών;

 «Οι καλοί άνθρωποι δεν χρειάζονται τους νόμους για να τους θυμίζουν ότι πρέπει να δρουν υπεύθυνα, ούτε και οι κακοί επειδή βρίσκουν πάντα έναν τρόπο για να τους παρακάμψουν». 
(Πλάτωνας)

  Είναι άραγε η θεά Αθηνά ευχαριστημένη; Η πόλη της θεωρείται η πιο
αρχαία πρωτεύουσα της Ευρώπης και κάποτε ήταν το κέντρο των τεχνών, της παιδείας και της φιλοσοφίας. Ένας τόπος με πρωτιές παιδείας όπου ο Πλάτωνας ίδρυσε την περίφημη Ακαδημία του και ο Αριστοτέλης το Λύκειό του. Υπήρξε η γενέτειρα της δημοκρατίας. Η μυθολογία αναφέρει ότι ζητήθηκε από τους κατοίκους να διαλέξουν τον προστάτη της πόλης τους: εκείνη ή τον Ποσειδώνα. Ο Ποσειδώνας πονηρά τους προσέφερε το άλογο, σύμβολο της δύναμης και της εξουσίας. Η Αθηνά τούς προσέφερε την ελιά, σύμβολο της ειρήνης και της
ευημερίας. Απευθύνθηκε σε κάτι ανώτερο μέσα στην ελληνική ψυχή. Αφυπνίστηκε η ανώτερη συνειδητότητα και γεννήθηκε η δημοκρατία, οι θεοί επέτρεψαν στους κοινούς θνητούς να επιλέξουν, παρόλο που μια πλειοψηφία των ανθρώπων, οι γυναίκες, οι σκλάβοι και οι μη Αθηναίοι δεν είχαν αυτή την δυνατότητα. Ήταν όμως μια αρχή. 
  Η εξέλιξη της δημοκρατίας μέχρι την παρούσα χρονική στιγμή με έμφαση στην ισότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην δικαιοσύνη, στην ελευθερία, και στην ακεραιότητα είναι αξιοσημείωτη. Ζούμε στην εποχή όπου καθημερινά δεχόμαστε και κυρίως από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, πολύ αρνητικά μηνύματα, όπως νέα βίας, εγκληματικότητας, επιθετικότητας και πολλά άλλα θέματα. Ποια είναι τα μηνύματα που δεχόμαστε όλοι; Ότι παντού ο κόσμος αντιμετωπίζει κρίση, η οποία εκδηλώνεται με πολλές και διαφορετικές μορφές. Έτσι σχεδόν όλοι μας αντιμετωπίζουμε προσωπικές εσωτερικές κρίσεις, εξαιτίας των οποίων νοιώθουμε θυμό, κούραση, άγχος, σύγχυση και άλλα. Αισθανόμαστε ότι οι πολιτικοί μάς εκμεταλλεύτηκαν και με το πρόσχημα του σωτήρα μάς αφαίμαξαν. Οι λέξεις που περιγράφουν την χώρα, δεν είναι πλέον «τάξη, ομορφιά, αλήθεια, αρμονία, δημιουργικότητα» αλλά οι λέξεις «οικονομικό πρόβλημα, αδυναμία πληρωμών, ανεξέλεγκτη χρεοκοπία». 
  Όμως, με λίγη διορατικότητα θα μπορούσε κάποιος να δει ότι το πρόβλημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες δεν είναι μόνο οικονομικό. Παγκόσμια, εθνικά και προσωπικά υπάρχει αδυναμία εφαρμογής των ανθρωπίνων αξιών στην πράξη. Υπάρχει κάποιος που δεν πιστεύει στη δικαιοσύνη, στο σεβασμό, στην ειρήνη, στην τάξη, στην ισότητα των δικαιωμάτων; Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα πιστεύω και στην εφαρμογή τους δηλαδή αυτά που λέμε και αυτά που κάνουμε συχνά βρίσκονται σε δύο αντίθετα άκρα• θα έπρεπε να συμβαδίζουν, αλλά συχνά αυτό δεν ισχύει, επειδή στις σχέσεις κυριαρχεί πλέον η ιδιοτέλεια.
  Η έκρηξη της κρίσης χτύπησε τον πλανήτη επηρεάζοντας τους πάντες και τα πάντα με τον ένα ή άλλο τρόπο. Πώς μπορούμε να βάλουμε πάλι τα πράγματα στη θέση τους; Μπορούμε; Πρέπει; Βεβαίως και δεν μπορούμε να τα αφήσουμε όλα στη μοίρα τους, ούτε όμως χρειάζεται να πανικοβαλλόμαστε ή να καταφεύγουμε στη βία. Οι Έλληνες είχαν ορισμένους διορατικούς προγόνους. Ο Σωκράτης προκάλεσε το ιερό κύρος του ιδεολογικού συστήματος των Αθηναίων. Αν και εξυμνήθηκε από μερικούς, οι πολλοί τον αποκήρυξαν. Η Αθηναϊκή Δικαιοσύνη τον καταδίκασε σε θάνατο. Πριν πεθάνει ο Σωκράτης είπε ότι «ένας βίος ανεξέταστος είναι βίος αβίωτος». Οι αξίες και οι αρετές αναπτύσσονται όταν οι άνθρωποι εξετάζουν με ειλικρίνεια, τα κίνητρα και τον σκοπό τους: «Γιατί κάνουμε αυτά που κάνουμε;». Οι κυβερνήσεις  γιατί συνεχίζουν να δημιουργούν τόσους πολλούς νόμους; Συνήθως για να αποτρέψουν την πλήρη κατάρρευση. Όμως, η μακροπρόθεσμη επίλυση δεν επιτυγχάνεται μέσα από τη νομοθέτηση «γρήγορων λύσεων» που ως μόνο στόχο έχουν το «μπάλωμα» καταστάσεων. Χρειάζεται βαθύτερη επίγνωση της πραγματικότητας, πέρα από φιλοδοξίες και το κυνήγι για θέση και εξουσία. Αυτό που χρειάζεται είναι η εφαρμογή αρχών, όπως ο σεβασμός, η ελευθερία, η ισότητα, η αυτοεκτίμηση, η ανιδιοτελής προσφορά, η ταπεινότητα και η αυτοπεποίθηση. Κρίση υπάρχει γιατί πλέον οι αξίες απουσιάζουν και έτσι τα πράγματα δεν λειτουργούν. Όμως αυτή είναι η πλέον κατάλληλη εποχή, γιατί μας δίνονται πολύ καλές ευκαιρίες. 
  Η κρίση είναι η άλλη όψη της ευκαιρίας. Οι πραγματικές λύσεις βρίσκονται πέρα από τη θρησκεία, την πολιτική και τα οικονομικά• βρίσκονται στον εσωτερικό μας κόσμο και στη στάση του νου μας. Γνωρίζοντας τον εαυτό μας μπορούμε να τον κυβερνήσουμε, αλλιώς θα νιώθουμε το θύμα ενός μηχανοποιημένου συστήματος οργανισμών, που στερούνται αγάπης και ευσπλαχνίας και που συνεχώς επιδιώκουν την διόγκωσή τους. Χρειάζεται εσωτερική συνοχή και διαρκής αναζήτηση γνώσης. Ο διάλογος, η συζήτηση, η ενθάρρυνση νέων προοπτικών, ο στοχασμός και η σιωπή αποτελούν μεθόδους εκπαιδευτικής διαδικασίας για την καλλιέργεια της ανθρωπιάς στα ανθρώπινα όντα και την κοινωνία. Οι Αθηναίοι το έκαναν κάποτε αυτό• ίσως και να το κάνουμε πάλι ξανά.    Σημάδι σοφίας είναι το να σκεφτεί κανείς πώς να φέρει γαλήνη και παρηγοριά στην κοινωνία. Καθώς οι απολιθωμένες καταστάσεις καταρρέουν απροειδοποίητα, βγαίνουν στο φως πολλές ευκαιρίες. Μπορούμε λοιπόν να χαρούμε κάθε στιγμή αυτής της ζωής, μέσα στην θετικότητα. Κάντε το αυτό και η καρδιά σας θα είναι πάντα ευτυχισμένη. Ας βρούμε την εσωτερική μας πυξίδα και έτσι τίποτα δεν θα μπορεί να μας κλονίσει. 

Ειρήνη Σακελλαράκη,  Πολιτικός Επιστήμων Σύμβουλος Επικοινωνίας 


ΘΕΜΑΤΑ

Α. Να αποδώσετε σε νεοελληνικό λόγο την περίληψη του κειμένου σε  100-120 λέξεις.
Μονάδες 25

Β1. «Βεβαίως και δεν μπορούμε να τα αφήσουμε όλα στη μοίρα τους, ούτε όμως χρειάζεται να πανικοβαλλόμαστε». Να αναπτύξετε την παραπάνω  θέση σε μια παράγραφο 90 - 100 λέξεων.
Μονάδες 12 

Β2. Να αναγνωρίσετε το γραμματειακό είδος στο οποίο ανήκει το κείμενο και να δικαιολογήσετε την απάντησή σας με αναφορά στη σχετική θεωρία.
Μονάδες 5

Β3. Ποια είναι τα μέσα πειθούς που χρησιμοποιούνται στην τέταρτη παράγραφο του κειμένου (‘’Η έκρηξη της κρίσης…ευκαιρίες’’);
Μονάδες 8 

Β4. Να εξετάσετε τη συνοχή στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου .
Μονάδες 5

Β5. Να δώσετε τα συνώνυμα των παρακάτω λέξεων: πλειοψηφία, διορατικότητα, πανικοβαλλόμαστε, μακροπρόθεσμη, φιλοδοξίες.
Μονάδες  5

Γ. Σε άρθρο σας που θα δημοσιευθεί στo ιστολόγιο του σχολείου σας, παρουσιάζετε τις κυριότερες αξίες που διέρχονται κρίση στην εποχή μας, αναζητώντας τα αίτια και σχολιάζοντας τα αποτελέσματα του φαινομένου. Στο τέλος, να προτείνετε στους νέους τρόπους για να αντιδράσουν. Το κείμενό σας να έχει έκταση 450 – 500 λέξεων.
Μονάδες 40



Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΝΗΜΗΣ (ΜΕΤΩΠΟ 1940-1941)


από το ημερολόγιο του Άγγελου Τερζάκη:


18/11/1940
Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σού ρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.

19/11/1940
Συναντήσαμε πρωί-πρωί ένα τραίνο με τραυματίες. Τα παιδιά γίνονται μελαγχολικά. Οι ελαφρά τραυματισμένοι είναι όρθιοι και μας χαιρετούνε γελώντας. Ρωτούν τι σύνταγμα είμαστε. Ένας τους φωνάζει: “Τους φάγαμε”. Μας δίνουνε οι αξιωματικοί τη διαταγή να έχουμε τα όπλα μας γεμάτα (ίσως, μη φανεί αεροπλάνο).

20//11/1940
Όλα τα πράγματα γίνονται πολύτιμα: Ένα κομμάτι σπάγγου, ένα κομμάτι εφημερίδα, ένα σπίρτο. Καπνίζουμε το τσιγάρο ώσπου να κάψει το δάχτυλο.

Στρατόπεδο κοντά στον Άραχθο.
Βρέχει. Κλεισμένοι στ’ αντίσκηνο τρώμε καρύδια και κουραμάνα. Οι αρβύλες μας έχουν οκάδες τη λάσπη.
Την ώρα του προσκλητηρίου πέρασε ένα αυτοκίνητο με τέσσερις Ιταλούς αιχμαλώτους. Ο ένας, ο ταγματάρχης είναι ευδιάθετος, μασουλάει. Οι φαντάροι τούς προσφέρουν καρύδια, τσιγάρα. Είναι οι τρεις αχώριστοι. Όλοι αξιωματικοί. Ο ένας νέος, λιγνός, με ακαλλιέργητο γενάκι σκύβει το κεφάλι και δεν κοιτάζει γύρω, δεν μιλάει. Είναι ντροπιασμένος, αποφεύγει τα βλέμματά μας. Του προσφέρουν τσιγάρο και αρνείται ευγενικά.

Τα γράμματα του νεκρού. Τον βρήκανε νεκρό, έξω από το Καλπάκι. Ήτανε λέει, πεσμένος, ανάσκελα, ως 25 χρονών. Αντόνιο Τσεκκαρέλι τον έλεγαν. Του γράφει η μάνα του και ο θειος του με τη θεία νουνά του.
Λίγες λέξεις, τυπικές σχεδόν. Η μάνα: “Χαίρομαι που είσαι καλά. Μια mamma δεν μπορεί παρά να εύχεται το γρήγορο γυρισμό του γιου της. Τη φωτογραφία σου τη λάβαμε. Δε σου στείλαμε δικές μας, όχι γιατί δεν φροντίσαμε αλλά γιατί ο καιρός ήταν, αυτές τις μέρες συννεφιασμένος. Ο πατέρας σου κι οι αδερφάδες σου, σε χαιρετούν και προσμένουν να γυρίσεις. Απρίλης 1940″.
Οι φαντάροι γελούνε χοντρά.

7/1/1941
Ποιος θα μου δώσει ποτέ πίσω τους μήνες αυτούς, τους μοναδικούς, που το παιδάκι μου μεγαλώνει, που κάθε μέρα του, κάθε στιγμή του είναι και μια καινούργια λέξη, μια καινούργια νόηση, μια καινούργια χαρά, και που εγώ δεν θα την ξαναβρώ ποτέ, δεν θα τις χαρώ ποτέ μου;

19/1/1941
Από το πρωί σήμερα βροντάει το κανόνι. Σαν βροντή. Ένας αυτόμολος που παρουσιάστηκε εδώ είπε πως οι Ιταλοί θάκαναν σήμερα γενική επίθεση. Λοιπόν αυτό είναι.
Η πρώτη και τελευταία ίσως προσπάθεια του Καμπαλέρο. Πίσω της -λέει το δελτίο του Στρατηγείου- κρύβεται τέλεια αποσύνθεση. Βλέπει τον κλοιό που περισφίγγεται γύρω από το Τεπελένι και αγωνίζεται να τον σπάσει.

-Τι μέρα είναι σήμερα;
-Στην κοινωνία των ανθρώπων Πέμπτη. Σ’ εμάς τίποτα.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ “ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ”
Εκδόσεις ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ/ΕΥΘΥΝΗ





Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ανέκδοτα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου

 Η δύναμη του ποιητή της Ρωμιοσύνης και του λυρισμού Γιάννη Ρίτσου μας συστήνεται εκ νέου μέσα από δέκα ποιήματα του που έγραψε στη δεκαετία '80 και που αποδεσμεύθηκαν και δόθηκαν στη δημοσιότητα ξανά με έγκριση της κόρη του Ερσης.

Τα ποιήματα που θα κυκλοφορήσουν τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Κέδρος αφορούν δέκα ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιήματα που γράφτηκαν σε πολυτονικό το 1985 και ανήκουν στη συλλογή Υπερώον. «Η θεματολογία αυτών των ποιημάτων προσλαμβάνει στις μέρες μας αξιοσημείωτη επικαιρότητα» σημειώνουν οι εκδόσεις. Ακολουθεί μια πρώτη ματιά σε αυτά τα ποιήματα


ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
 Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες , / για σιωπηλά εφόδια,/ για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες/ όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ΄το παράθυρο,/ όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο/ λαθραία υφάσματα,/ όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη ,με ριγέ πιτζάμες,/ κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,/ κι η θάλασσα μας πλησιάζει/ όλους ανεξαιρέτως/ διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.
Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
 Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου/ μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι/ στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,/ φορώντας τις λευκές σου μπότες.

ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ
 Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες/ διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις./ Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο./ Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο/ πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. / Η νύχτα/ διαστέλλονταν πάνω απ΄την πόλη./ Κι εσύ/ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,/ έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ
 Πίσω απ΄τη μάντρα ,σπασμένα γυαλιά,/ σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,/ τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες, / πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους/ ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,/ σαν άστρο παραμελημένο,/ έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα./ Μαζί κι εγώ.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ
 Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».

ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ
 Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,/ τα΄δες απ΄την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα/ και μέσα στα παπούτσια σου. / Καλύτερα λοιπόν/ να περπατάς ξυπόλητος/ μη σ΄ακούσουν.

ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ
 Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν./ Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο./ Έσπασε το θερμόμετρο,/ ο υδράργυρος σκόρπισε./ Σαν φτάσαμε στα σύνορα/ μας σταμάτησαν./ Τα ψεύτικα διαβατήρια / ήταν έγκυρα./ Εμείς δεν περάσαμε.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ
 Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος./ Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της / λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου/ να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ
 Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,/ κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία./ Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,/ ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,/ τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-/ μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους, / πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε- /αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη, / η προδοτική.

Τ΄ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ
 Ετούτα τ΄άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι/ λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει/ από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας/ δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες/ καταδύσεις τ΄ανέβασες. Με τι / στερήσεις κι αρνήσεις τ΄απέσπασες/ από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι΄αυτό/ λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια/ ν΄αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ/ να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.

Πηγή:iefimerida.gr

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Πώς πρόφεραν τα ελληνικά οι αρχαίοι;

  Το θέμα της προφοράς της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ταλανίζει τους ερευνητές τους τελευταίους  πέντε αιώνες. Ο Έρασμος κατά τον 16ο αιώνα μ.Χ. έκανε μία εκτίμηση του ζητήματος και πρότεινε μία νέα προφορά, η οποία έγινε αποδεκτή από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Δεν έλειψαν όμως από την πρώτη στιγμή της παρουσίας της οι αντιδράσεις  αυτών που αντιτίθεντο σ’ αυτήν, με αποτέλεσμα και οι δύο πλευρές να προβάλουν τα δικά τους επιχειρήματα.
  Η εργασία του συμφοιτητή μου από το κλασσικό του Α.Π.Θ. και συναδέλφου-συνοδοιπόρου Στυλιανού Αρχοντίδη φωτίζει με τεκμηριωμένο τρόπο το ζήτημα της προφοράς της αρχαίας ελληνικής και λύνει πολλές απορίες μας.


Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η Ιθάκη του Καβάφη σε κόμικς!

H πολυεπίπεδη και άνευ προηγουμένου, μεταμόρφωση που συντελείται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτισμικής μας πραγματικότητας, εγείρει τεράστιες προκλήσεις στην εκπαίδευση και επιτάσσει την αναβάθμιση των διδακτικών μεθόδων. Το  «Νέο Σχολείο Δημιουργικής Μάθησης»  επαγγέλλεται μια μαθητοκεντρική διδακτική διαδικασία, η οποία,  στο πνεύμα του πολυγραμματισμού, της διαθεματικότητας και του πλουραλισμού, θα προωθεί τον στοχαστικό διάλογο και θα υπηρετεί την κριτική σκέψη. 

  Ανάμεσα στα ποικίλα μέσα που επιστρατεύονται για τον παραπάνω σκοπό, προτείνονται και τα κόμικς. Η αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση ανανεώνει το παρωχημένο οπλοστάσιο των διδακτικών μεθόδων, εξασφαλίζει τη θετική ανταπόκριση των μαθητών και εντέλει γεφυρώνει το χάσμα  ανάμεσα στη ζωή εντός και εκτός σχολείου.

Μια εξαιρετική εργασία είναι αυτή που παρουσιάζει, στα αγγλικά, την Ιθάκη του Καβάφη

http://zenpencils.com/comic/131-c-p-cavafy-ithaka/

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

«Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»: Ένα παράδειγμα αυτοβιογραφίας

Το συναρπαστικό μυθιστόρημα της ζωής της αφηγείται η Άλκη Ζέη στην αυτοβιογραφία της, με τίτλο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»,  που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Το βιβλίο προσφέρεται και για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας των μαθητών του Λυκείου αλλά και ως βιβλίο αναφοράς για τη διδασκαλία των βιογραφικών ειδών και ιδιαιτέρως για το είδος της αυτοβιογραφίας που διδάσκεται στη Β΄Λυκείου.



  Με φόντο τα μεγάλα γεγονότα της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα
Στα 88 της χρόνια, τώρα, η συγγραφέας ζωντανεύει τις παιδικές και νεανικές της μνήμες που ξεδιπλώνονται από τη Σάμο ως την Αθήνα, με φόντο τα μεγάλα γεγονότα και τα πάθη της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, από τη δικτατορία του Μεταξά και καταλήγει στα Δεκεμβριανά, έως τη μέρα του γάμου της το 1945, με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, δίνοντας ανάγλυφα στον αναγνώστη μια πινακοθήκη ανθρώπων, που έμελε να σφραγίσουν τη μεταπολεμική Ελλάδα.  Διδώ Σωτηρίου, Κουν, Γκάτσος, Εμπειρίκος, η κολλητή παιδική της φίλη από τα σχολείο, Ζωρζ Σαρή, ο Μάριος Πλωρίτης, η Μελίνα Μερκούρη, αγαπημένη της φίλη από τα χρόνια του Παρισιού, ο «Πέτρος» της ΕΠΟΝ, ψευδώνυμο του εκδότη Μίμη Δεσποτίδη, από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Αριστεράς.
Η συγγραφική περιπέτεια της Άλκης Ζέη ξεκίνησε όταν, παιδί ακόμα, καθισμένη στο μαρμάρινο τραπέζι του σπιτιού της, μ’ ένα καλά ξυσμένο μολύβι, έγραφε στις υπηρετριούλες της πολυκατοικίας γράμματα προς τους αγαπημένους τους. Από εκεί εμπνέεται τον τίτλο του νέου βιβλίου της, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο».

Ανέμελα παιδικά χρόνια

  Δευτερότοκη κόρη της Σαμιώτισας Έλλης Σωτηρίου - δίδυμης αδελφής του Πλάτωνα Σωτηρίου, μετέπειτα συζύγου της Διδώς Σωτηρίου -  και του Ζήνωνα Ζέη, τραπεζικού υπαλλήλου από την Κρήτη, η συγγραφέας πέρασε ανέμελα παιδικά χρόνια, μέσα στα χάδια και την οικογενειακή θαλπωρή. Μιλά με θαυμασμό για την πανέμορφη μητέρα της (από την οποία κληρονόμησε, όπως λέει, «μόνο τη φάλτσα φωνή και το κότσι στο πόδι») και πιο δύσκολα για τον αυστηρό πατέρα της, από τον οποίο παραδέχεται ότι: «ευτυχώς πήρα το χιούμορ του, όσο σπάνια κι αν το εκδήλωνε».

Τοιχογραφία προσώπων και καταστάσεων

 Σάμος, Αθήνα, μια τοιχογραφία προσώπων και καταστάσεων, γραμμένες μυθιστορηματικά και διανθισμένες στο βιβλίο με φωτογραφίες από το άλμπουμ ζωής της Άλκης Ζέη. Σημαντικές μαρτυρίες με τα μάτια του τότε νεαρού κοριτσιού, τα σκληρά χρόνια που επακολούθησαν, την κατοχή, την αντίσταση, την απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, τον άνδρα της ζωής της, Γιώργο Σεβαστίκογλου, και το Θέατρο Τέχνης, την οργάνωση της ΕΠΟΝ και τους νέους καλλιτέχνες.
«Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου... Μόλις η αδελφή μου διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: “Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε”. “Τώρα”, της λέω, “που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας, θα ’θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;” “Με τίποτα” μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. "Με τίποτα" συμπλήρωσα κι εγώ» γράφει η Άλκη Ζέη.

ΠΗΓΗ: http://www.naftemporiki.gr

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Καιόμενος: Όταν ο ποιητής γίνεται προφήτης

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ του Τάκη Σινόπουλου

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.



 «Ο Καιόμενος» είναι το πρώτο από τα δεκαεπτά ποιήματα της συλλογής  Μεταίχμιο Β, την οποία εξέδωσε το 1957. Περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα, κατά την ένδειξη του ίδιου του ποιητή, στο διάστημα 1949-1955. Σημειώνει ο ίδιος σχετικά: «γραφόταν έξι χρόνια και κλείνει μέσα της τις εμπειρίες του εμφύλιου και της ατμόσφαιρας μετά απ’ αυτόν»
  Θέμα του ποιήματος είναι η πολιτική διαμαρτυρία, με αυτοπυρπόληση ενός απογοητευμένου ιδεολόγου και η αντίδραση του πλήθους και του ποιητή, ή «η συμβολική εικόνα του ανθρώπου που θυσιάζει τον εαυτό του σαν ιερό σφάγιο-μια πράξη στην οποία συμμετέχει κι ο ίδιος ο ποιητής».
Το ποίημα δεν αποτυπώνει ένα γεγονός αλλά εκφράζει μια ενορατική, προφητική επινόηση του ποιητή. Για τον «Καιόμενο» είπε ο ποιητής σε κάποια συνέντευξή του: «Κανείς δεν γίνεται ποιητής χωρίς να πληρώσει προσωπικά. Αυτό να το ξέρετε. Προπαντός μέσα στο δικό μας το χώρο, στην Ελλάδα, που δεν είναι πια δικός μας. Κάποτε στα 1957, έγινα προφήτης γράφοντας τον «Καιόμενο». Ύστερα ήρθανε οι αυτοπυρπολήσεις των βουδιστών καλόγερων στο Βιετνάμ, ύστερα του Πάλαντς στη Τσεχοσλοβακία και του Γεωργάκη στη Γένοβα..."
Κώστας Γεωργάκης 1948-1970

 Ο Κώστας Γεωργάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 23 Αυγούστου του 1948 και ήταν μέλος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου. Σπούδαζε γεωλογία στην Ιταλία, όταν το 1970 ανώνυμα σε συνέντευξή του αποκάλυψε ότι η Χούντα είχε διεισδύσει στις ελληνικές οργανώσεις της Ιταλίας.
 Φοβούμενος ότι η Χούντα αργά ή γρήγορα θα ανακάλυπτε την ταυτότητά του, αποφάσισε να προβεί σε μια πράξη διαμαρτυρίας κατά της Χούντας η οποία δεν θα έδινε τη δυνατότητα στο καθεστώς να προβεί σε αντίποινα προς την οικογένειά του, που ήταν στην Ελλάδα.
 Στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, τα ξημερώματα, στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας, μπροστά από το δικαστικό μέγαρο, περιέλουσε εαυτόν με βενζίνη και αυτοπυρπολήθηκε, φωνάζοντας: «Το έκανα για χάρη της Ελλάδας, ζήτω η δημοκρατία, όλοι οι Ιταλοί ας αναφωνήσουν : Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα».
 Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και πέθανε μετά από λίγες ώρες. Η κηδεία του έγινε στη Γένοβα στις 23 Σεπτεμβρίου. Το περιστατικό αποσιωπήθηκε από τη δικτατορία, προκάλεσε όμως έντονη αίσθηση στη διεθνή κοινότητα.Η σορός του μεταφέρθηκε και ενταφιάστηκε στην Κέρκυρα με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών, λόγω εσκεμμένων κωλυσιεργιών της Χούντας.

 Σήμερα στο σημείο που αυτοπυρπολήθηκε υπάρχει αναμνηστική πλάκα με την επιγραφή:
 «Στον νεαρό Έλληνα Κωνσταντίνο Γεωργάκη που θυσίασε τα 22 χρόνια του για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία της πατρίδας του. Όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι τρέμουν μπροστά στην ηρωική του χειρονομία. Η Ελεύθερη Ελλάδα θα τον θυμάται για πάντα».

 Στην Κέρκυρα υπάρχει πλατεία με το όνομά του και τον ανδριάντα του. 







Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η χάρτινη Αντιγόνη

  Με μεγάλη χαρά σάς παρουσιάζω το πρωτότυπο έργο της φίλης και συναδέλφου Αλεξάνδρας Μυλωνά.  Η χάρτινη Αντιγόνη αποτελεί έναν νέο τρόπο προσέγγισης του αρχαίου θεάτρου από μια ακάματη και τολμηρή σε διδακτικές παρεμβάσεις φιλόλογο. Περιμένουμε με αδημονία να διαβάσουμε το βιβλίο!



Ποια η συνεισφορά των προφορικών στις 3 τάξεις του “Νέου Λυκείου” για την εισαγωγή στη Τριτοβάθμια Εκπ/ση.

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Οι δεκατρείς αποχρώσεις της εκπαίδευσης αξιών


Σεβασμός.
 Σκέφτομαι τους άλλους. Δεν ενοχλώ με θόρυβο. 
Μαζεύω τα πράγματά μου από τη διπλανή θέση του 
λεωφορείου, πριν μου το ζητήσουν. Σέβομαι τα συναισθήματα 
του άλλου. Σέβομαι τα δημόσια αγαθά. Οι λέξεις που 
χρησιμοποιώ να δείχνουν σεβασμό προς τους άλλους. Δεν 
κάνω ό,τι μου έρθει, αλλά σκέφτομαι τις συνέπειες στους 
άλλους. Δεν κάνω αυτό που δεν θα ήθελα να μου κάνουν!
Υπομονή.
 Έχω υπομονή στις ουρές, στην κίνηση κλπ. Ποτέ 
δεν ξεσπώ τον εκνευρισμό μου στους άλλους. Έχω υπομονή, 
όταν οι άλλοι ανταποκρίνονται πιο αργά από όσο θα ήθελα. 
Υπομονή στις δυσκολίες της ζωής. Δεν χρειάζεται να έχω 
πάντα την «αμοιβή» τώρα- η ζωή δεν είναι fast food! Η 
προσπάθεια έχει τη δική της αξία, ακόμη κι αν δεν έρθει το 
αποτέλεσμα που επιθυμώ. Μαθαίνω μέσα από τις εμπειρίες. 
Ζω το τώρα, όχι την προσδοκία!
Επιμονή στο στόχο που αξίζει. Δέσμευση σε ανθρώπους που 
αξίζουν. Για να αποδώσει μια προσπάθεια καρπούς, 
χρειάζεται χρόνο, αφοσίωση, επιμονή. Όταν αναλαμβάνω μια 
ευθύνη, δεσμεύομαι να την ολοκληρώσω… Δεν αφήνω τις 
περιστασιακές απογοητεύσεις να με καταβάλουν! Επιμένω να 
κάνω το καλύτερο που μπορώ κι έχω πίστη ότι κάτι καλό θα 
προκύψει στο τέλος!
Ευγένεια.
 Οι κανόνες της ευγένειας είναι σημαντικοί για τη 
ζωή μας, κάνουν τη ζωή μας αξιοπρεπή και πολιτισμένη. 
Εκφράσεις, όπως «καλημέρα», «με συγχωρείτε», 
«ευχαριστώ», «παρακαλώ» δεν είναι παλιομοδίτικες, αλλά 
απαραίτητες για την ποιότητα της ζωής μας. Δε σπρώχνω 
στην πολυκοσμία. Όταν διαμαρτύρομαι, το κάνω με ευγένεια 
και στον πληθυντικό (είναι και πιο αποτελεσματικό!). Δε 
χρειάζεται να περιμένω να είναι ο άλλος ευγενικός, αλλά δίνω 
εγώ το παράδειγμα ενός πολιτισμένου ανθρώπου, που σέβεται 
τον εαυτό του!
Ειλικρίνεια.
 Είμαι ειλικρινής στον εαυτό μου. Παραδέχομαι τις 
αληθινές μου σκέψεις και συναισθήματα, πρώτα από όλα στον 
εαυτό μου. Μόνο μέσα από την ειλικρινή παραδοχή, μπορώ 
να αλλάξω. Δε φοβάμαι να παραδεχτώ τα λάθη μου. Τα λάθη
δεν σημαίνουν ότι δεν έχω αξία! Αυτός που δεν κάνει λάθη, 
είναι αυτός που δεν κάνει τίποτα! Όταν νιώθω ασφαλής με τον 
εαυτό μου, τότε δε φοβάμαι να πω την αλήθεια και στους 
άλλους. Όταν είμαι ειλικρινής, οι άλλοι με εμπιστεύονται κι εγώ 
εμπιστεύομαι τον εαυτό μου!
Αυτό-εκτίμηση 
είναι όλα όσα πιστεύω και νιώθω για τον 
εαυτό μου. Επαινώ τον εαυτό μου. Εκτιμώ καθημερινά αυτά 
που κάνω και αυτό που είμαι. Αναγνωρίζω όλα τα καλά 
σημεία του χαρακτήρα μου, όλα μου τα ταλέντα και τις 
δυνάμεις. Αποδέχομαι τις αδυναμίες μου, χωρίς να συγκρίνω 
τον εαυτό μου με τους άλλους. Ο καθένας είναι μοναδικός. 
Επαινώ τον εαυτό μου σε κάθε μου προσπάθεια να γίνω ο 
καλύτερος εαυτός μου, να εκπληρώσω το δυναμικό μου, που 
για όλους μας είναι απεριόριστο. Αρνούμαι τις αρνητικές 
σκέψεις κατάκρισης (π.χ. «είμαι κουτός») και τις αντικαθιστώ
με θετικές σκέψεις αποδοχής («είμαι έξυπνος, μπορώ να τα 
καταφέρω»). Όταν πιστεύω στον εαυτό μου, τότε ανοίγω το 
δρόμο για να προχωρήσω μπροστά!
Διαίσθηση.
 Πιστεύω στη διαίσθηση και στην προσωπική μου 
αλήθεια. Δεν παρασύρομαι από τις γνώμες των άλλων. Δεν 
αφήνω τους άλλους, να με κάνουν ό,τι θέλουν. Παρότι ακούω 
τη γνώμη των ατόμων που εμπιστεύομαι, δεν θεωρώ τους 
άλλους πιο ικανούς ή πιο έξυπνους από εμένα. Κανείς δεν 
κατέχει το αλάνθαστο και κανείς δεν μπορεί να καθορίσει το 
μέλλον μου. Πιστεύω στην προσωπική μου αλήθεια, ακούω τη 
διαίσθησή μου και αναλαμβάνω την ευθύνη για τη ζωή μου!
Ακρόαση.
 Ακούω τους άλλους, προσεκτικά, χωρίς να 
διακόπτω, χωρίς να σκέπτομαι τι θα πω μετά. Ενδιαφέρομαι 
ειλικρινά να μάθω την πραγματικότητα των άλλων. Ακούω 
επίσης τα μηνύματα του εαυτού μου, των συναισθημάτων, του 
σώματός μου. Δε χρειάζεται να λέω πολλά, αλλά αυτά που 
λέω να έχουν ουσία. Εκτιμώ την αξία της σιωπής και της 
ακρόασης!
Αποδοχή.
Αποδέχομαι τους άλλους. Δεν κατακρίνω τους 
άλλους, γιατί ποτέ δεν έχω όλα τα δεδομένα. Ποιος είμαι για 
να κρίνω; Δεν υιοθετώ τις κατακρίσεις (ή τα κουτσομπολιά) 
άλλων γα τρίτο πρόσωπο, αλλά περιμένω να το γνωρίσω ο 
ίδιος. Επιλέγω να βλέπω το καλό στους άλλους. Όταν υπάρχει 
κάτι αρνητικό, κριτικάρω την πράξη, όχι το άτομο. Θυμάμαι 
πάντα ότι οι άνθρωποι αλλάζουν. Μια αρνητική πράξη στο 
παρελθόν δε χαρακτηρίζει κάποιον, ούτε στο σύνολό του, ούτε
για πάντα. Προσέχω τις λέξεις που χρησιμοποιώ για τους 
άλλους. Αν δεν έχω να πω κάτι καλό για κάποιον, δε λέω 
τίποτα! Προσπαθώ να βλέπω τα κοινά με τους άλλους, παρά 
τις διαφορές μας. Δεν κρίνω, για να μην κριθώ!
Συμπόνια.
 Προσπαθώ να μπω στη θέση των άλλων και να 
γνωρίσω πώς μπορεί να νιώθουν. Τα πιο προσωπικά 
συναισθήματα είναι και τα πιο κοινά. Όλους μας έχουμε κοινή 
την ανάγκη αποφυγής του πόνου και την επιδίωξη της 
ευτυχίας. Η συμπόνια που νιώθω για όλα τα ζωντανά 
πλάσματα έχει πίστη κι αισιοδοξία, όχι οίκτο. Αντί για τον 
εκφυλισμό της συμπόνιας στις σαπουνόπερες, προτιμώ τη 
συμπόνια στην πράξη μέσα από την εθελοντική προσφορά!
Γενναιοδωρία.
 Ο πλούτος δεν είναι συσσώρευση αγαθών, 
αλλά στάση ζωής. Δεν πιστεύω στην έλλειψη. Όσα 
περισσότερα δίνω (όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά το χρόνο μου, 
τη διάθεσή μου, τον καλό μου λόγο, το χαμόγελό μου, τη 
βοήθειά μου), τόσα περισσότερα η ζωή μου φέρνει, με 
πολλούς τρόπους. Σκέφτομαι τους άλλους σε κάθε ευκαιρία.
Όσο πιο δοτικός είμαι, τόσο πλουσιότερος νιώθω!
Ευγνωμοσύνη.
Αρνούμαι τον κυνισμό και τη γκρίνια. Είμαι 
καθημερινά ευγνώμων, για όσα καλά έχω στη ζωή μου, χωρίς 
να τα θεωρώ δεδομένα: υγεία, αρτιμέλεια, το ότι η χώρα μου 
δε βρίσκεται σε καιρό πολέμου, έχω να φάω, υπάρχει η 
όμορφη φύση γύρω μου, μπορώ να αλλάξω, υπάρχουν 
άνθρωποι που με αγαπούν, έχω τη δυνατότητα να μάθω, 
μπορώ να επικοινωνήσω και να μιλήσω ελεύθερα. Όσα καλά 
δεν εκτιμώ, ελαττώνονται. Όσα εκτιμώ, αυξάνονται. Έχω 
εκτίμηση ακόμη και στις δυσκολίες, γιατί φέρνουν οφέλη που 
δεν φαίνονται αμέσως (π.χ. δύναμη και υπομονή). Μαθαίνω 
να εκτιμώ τα καλά που έχω τώρα, κι όχι να γκρινιάζω για το 
άπιαστο όνειρο του μέλλοντος!
Συνεργασία.
Αντί να είμαι πρώτος στους άλλους, προτιμώ να 
είμαι μαζί με τους άλλους. Μαθαίνω να μοιράζομαι, να 
διεκδικώ και να υποχωρώ, όπου χρειάζεται. Η αξία της 
ομαδικής εργασίας είναι μεγαλύτερη από τη αξία της πρωτιάς!
Συγχώρεση. 
Μιλώ σε άτομο εμπιστοσύνης για ό,τι με 
πλήγωσε, αλλά προχωρώ τη ζωή μου. Δεν αναλώνομαι να 
σκέφτομαι ξανά και ξανά το λυπηρό γεγονός, ούτε σενάρια 
«αν είχε γίνει αυτό, κλπ». Γνωρίζω πότε μου έχουν φερθεί 
άδικα, αλλά αυτό έχει να κάνει με εκείνους. Λέω αυτό που με 
πείραξε, όταν είμαι ψύχραιμος, όμως δεν έχω ανάγκη για 
εκδίκηση. Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου -ίσως όλα συμβαίνουν 
για κάποιο λόγο- θρηνώ για τις απώλειες, μαθαίνω ό,τι μπορώ 
από την εμπειρία και προχωρώ μπροστά!