Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Περί αρχαίων παιγνίων: ο κότταβος


Κότταβος

  Είδος παιχνιδιού των αρχαίων Ελλήνων, που εισήχθη στην κυρίως Ελλάδα από τις αποικίες των Δωριέων στη Σικελία. Υπήρξε πολύ προσφιλές στα συμπόσια των νέων στην Αθήνα, ο πιο απλός τρόπος του παιχνιδιού ήταν να ρίχνει ο κάθε συμποσιαστής τις υπολειπόμενες σταγόνες από κρασί που βρίσκονταν στο ποτήρι του, με τέτοιο τρόπο ώστε να κτυπά μία μεταλλική λεκάνη, λέγοντας συγχρόνως το όνομα του αγαπημένου του προσώπου. Αν ο παραγόμενος ήχος ήταν καθαρός και ηχηρός, σήμαινε ότι ο παίκτης είχε την εύνοια του αγαπητού του προσώπου. Η λεκάνη, που επίσης λέγονταν κότταβος, ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο δάπεδο ή στο τραπέζι.

 Ο κότταβος παίζονταν και κατά τον εξής τρόπο: Γέμιζαν τη λεκάνη με νερό, μέσα στο οποίο έπλεαν μικρά ποτήρια (οξύβαφα)· επιτυχία ήταν όποιος ανέτρεπε όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά. Αυτός ο τρόπος παιχνιδιού ονομάζονταν "κότταβος δι' οξυβάφων". Αυτό το παιχνίδι παίζονταν και με άλλους τρόπους, κατά τους οποίους γίνονταν χρήση ράβδου, της λεγόμενης κοτταβικής, ή πλάστιγγας που κρέμονταν πάνω από άγαλμα ("μάνης"), ο παίκτης όφειλε να πλήξει το κεφάλι με την πλάστιγγα ("κότταβος κατακτός").

 Πολύ ωραία παράσταση αυτού του παιχνιδιού έχουμε πάνω στον περίφημο ψυκτήρα της Πετρούπολης του αγγειογράφου Ευφρονίου. Στην παράσταση η εταίρα Σμικρά διευθύνει το ποτήρι της προς την λεκάνη, ενώ αναφωνεί το όνομα του ερωμένου της "Τις τάνδε λατάσσω Λέαγρε" (=αυτή (εννοεί τη σταγόνα) στέλνω σε σένα, Λέαγρε). 
 Ο Ξενοφώντας μάς σώζει στα Ελληνικά του μια προφητική σκηνή με πρωταγωνιστή τον καταδικασθέντα σε θάνατο, Θηραμένη και αποδέκτη της ευχής του τον σκληροπυρηνικό Κριτία

Βιβλίο 2. Κεφάλαιο 3.
[3.56] Οἱ δ’ ἀπήγαγον τὸν ἄνδρα διὰ τῆς ἀγορᾶς μάλα μεγάλῃ τῇ φωνῇ δηλοῦντα οἷα ἔπασχε. Λέγεται δ’ ἓν ῥῆμα καὶ τοῦτο αὐτοῦ. Ὡς εἶπεν ὁ Σάτυρος ὅτι οἰμώξοιτο, εἰ μὴ σιωπήσειεν, ἐπήρετο· «Ἂν δὲ σιωπῶ, οὐκ ἄρ’, ἔφη, οἰμώξομαι;» καὶ ἐπεί γε ἀποθνῄσκειν ἀναγκαζόμενος τὸ κώνειον ἔπιε, τὸ λειπόμενον ἔφασαν ἀποκοτταβίσαντα εἰπεῖν αὐτόν· «Κριτίᾳ τοῦτ’ ἔστω τῷ καλῷ». Καὶ τοῦτο μὲν οὐκ ἀγνοῶ, ὅτι ταῦτα ἀποφθέγματα οὐκ ἀξιόλογα, ἐκεῖνο δὲ κρίνω τοῦ ἀνδρὸς ἀγαστόν, τὸ τοῦ θανάτου παρεστηκότος μήτε τὸ φρόνιμον μήτε τὸ παιγνιῶδες ἀπολιπεῖν ἐκ τῆς ψυχῆς.
Μετάφραση
Οι Έντεκα έσυραν τον άνδρα μέσα από την αγορά, ενώ αυτός φώναζε δυνατά, λέγοντας σ’ όλους τα παθήματά του. Λέγεται μάλιστα και  ένας λόγος κι αυτός δικός του: όταν του είπε ο Σάτυρος ότι, αν δεν «σωπάσει», θα κλάψει πικρά, απάντησε: «κι αν «σωπάσω, άραγε, δε θα κλάψω πικρά»; Και στην εκτέλεσή του, όταν εξαναγκαζόμενος έπινε το κώνειο, λένε ότι αναφώνησε παίζοντας τον κότταβο με το υπόλειμμα του ποτηριού: «αυτό για τον ωραίο Κριτία». Και δεν αγνοώ, βέβαια, ότι αυτά δεν είναι αποφθέγματα αξιόλογα, εντούτοις θεωρώ αξιοθαύμαστο το εξής χαρακτηριστικό του ανδρός, ότι και τη στιγμή που ο θάνατος ήταν δίπλα του δεν έχασε ούτε την αυτοκυριαρχία ούτε το χιούμορ του.



Δημοσίευση σχολίου