Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Μια γυναικεία φωνή διαμαρτυρίας: η περίπτωση της αυτοβιογραφούμενης Ελισάβετ Μαρτινέγκου



Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801 - 1832)

Η αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζά(ν) - Μαρτινέγκου γράφτηκε λίγο πριν η συγγραφέας πεθάνει από επιπλοκές μετά την εγκυμοσύνη της στα 1831. Εκδόθηκε από τον γιο της Ελισαβέτιο Μαρτινέγκο στα 1881. Το έργο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια φωνή διαμαρτυρίας της συγγραφέως απέναντι στην ανδροκρατική κοινωνία της εποχής της. Μας περιγράφει παραστατικά το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον της και αφηγείται τον αγώνα της ενάντια στην καταπίεση των αρσενικών μελών της οικογένειάς της. Ανάμεσα στα άλλα περιγράφει την κοινωνική κατάσταση του νησιού της και τη θέση των γυναικών αριστοκρατικής καταγωγής στις αρχές του 19ου αιώνα. Μέσα απ’ την Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου αποκαλύπτεται η έφεσή της για μόρφωση (μια απαγορευμένη συνήθεια για τις γυναίκες της εποχής της), η θέλησή της να συμμετέχει με τα γραπτά της στην πνευματική ζωή του τόπου της και η αγάπη για την μητέρα της, το μοναδικό άτομο που ένιωθε ότι την αγαπούσε πραγματικά. Αυτό που είναι πραγματικά συγκινητικό στην Αυτοβιογραφία της Μαρτινέγκου δεν είναι τόσο η λογοτεχνική της αξία, όσο η προσπάθειά της να εκφραστεί και έτσι να αποτινάξει την οικογενειακή καταπίεση που ένιωθαν οι γυναίκες στις αρχές του 19ου αιώνα. Γι’ αυτό το λόγο το συγκεκριμένο έργο κατέχει ιδιαίτερη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία και χαρακτηρίστηκε από τον Κ. Θ. Δημαρά «ως σπάνιας ποιότητας λογοτεχνικό κείμενο, ένα από τα πιο αγνά στολίσματα της νέας μας λογοτεχνίας».


«Πραγματικά αυτό που μας συγκινεί στην αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν -Μαρτινέγκου δεν είναι τόσο η απαράμιλλη λογοτεχνική της αξία, η οποία θα ήταν εξάλλου τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, εξαιτίας των αντικειμενικών δυσκολιών που βάραιναν την πένα της σε κάθε της βήμα, αλλά το γεγονός ότι σε αυτή συναντάμε τη γραφή στην πιο πρωτογενή μορφή της, στην ίδια τη Σισύφεια κοινωνική αποστολή της, έτσι καθώς βοηθά τον άνθρωπο να βρει και να σκαλίσει το αληθινό του πρόσωπο και ν’ αρθρώσει την πιο μυστική του κραυγή, χρησιμοποιώντας την πένα του/της ως έμβολο ενάντια στη μοίρα του. Βρισκόμαστε στην εποχή που ο βιολογικός ντετερμινισμός μπορεί να μην έχει αρθρωθεί ξεκάθαρα ως επιστημονικό-πολιτικό κίνημα ακόμη, αλλά κυριαρχεί. Κι είναι ο πατέρας της, που, (ως ένας προπομπός του Louis Agassiz, του Γάλλου βιολόγου που δήλωνε κάποιες δεκαετίες μετά, ότι οι νέγροι δεν έπρεπε να μορφωθούν ειδάλλως θα εκρηγνύονταν οι εγκέφαλοι στα δύσκαμπτα κρανία τους, ή των Ελλήνων βουλευτών που υποστήριζαν, στις αρχές του αιώνα, πως δεν έπρεπε οι γυναίκες να εισβάλουν στην πολιτική ζωή γιατί «η περίοδος» επηρέαζε την εγκεφαλική τους λειτουργία), θα δήλωνε, όταν η κόρη του προσπάθησε για πρώτη φορά ν’ αρθρώσει λόγο και να ορίσει την ζωή της, πως «τα γράμματα της εσκότισαν το νου». Κι είναι η Ελισάβετ που, παρόλα αυτά, θα παίρνει την πένα, σχεδόν κάθε βράδυ, και θ’ αγωνίζεται, φλεγόμενη, με τη βοήθεια αρχικά της μητέρας της και της γιαγιάς της κι αργότερα κάποιων κληρικών (από τους οποίους ξεχωρίζει ο προοδευτικός Κωνσταντινουπολίτης λόγιος Θεοδόσιος Δημάδης) για κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο και είναι, ίσως γι’ αυτό, λιγότερο εκτιμητέο. Να μορφωθεί, να μάθει να σκέφτεται, ακριβώς για να μάθει να συμμετέχει:

«Ζηλωταί του βαρβαρικού ήθους της Πατρίδος μου μη συγχυσθήτε! Αλλά τι λέγω μη συγχυσθήτε, αλλοίμονον! Σείς εγινήκατε θηρία από τον θυμόν σας. Εγώ συγχωρώ εις τας κόρας πολλά γράμματα. Εγώ διορίζω εις αυτάς τας ίδιας την ελευθερίαν εις το να ευγαίνουν από το σπήτι, όθεν εγώ εις τα μάτια σας φαίνομαι εν τέρας της φύσεως, δεν με μέλλει. Το ήθος είναι βάρβαρον, τυραννικόν. Εγώ μισώ, βδελύττωμαι, ονειδίζω όλα τα βαρβαρικά, τα τυραννικά πράγματα, μήτε φοβούμαι εκείνους οπού τ’ αγαπούν και διαφεντεύουν... Ήθος τυραννικόν, ήθος βάρβαρο εσύ, ναι με καταδικάζεις αλλ’ εγώ εμπαίζω την καταδίκην σου, όχι, όχι, ο θεός δεν μου έδωσε καρδίαν αχρείαν, ούτε συ με τα κλεισίματα σου, με τα φυλακώματα σου ηδυνήθης ποτέ να μου την αχρειώσης, αυτή επιθυμεί πάντοτε τας μεγάλας επιχειρήσεις και είναι πάντοτε έτοιμη να τας αρχίση και να τας τελειώση.» 

Καρασαβίδου Ε., Η αυτοβιογραφούμενη γυναίκα: Η περίπτωση της Ελισσάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου





Δημοσίευση σχολίου