Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ: Κοινωνική Αλληλεγγύη





Aπληστία: από αμάρτημα, καθήκον;

         Η απληστία -η αχορταγία, η πλεονεξία, το ακόρεστο του ανθρώπινου ψυχισμού- είναι ίσως από όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα εκείνο που, στην ιστορία του πολιτισμού, συναντά την πιο καθολική αναγνώριση και καταδίκη. Σε αυτό το ζήτημα φαίνεται να υπάρχει ακόμα και διαθρησκειακό consensus. Η απληστία στιγματίζεται εξίσου στον βουδισμό και τον ινδουισμό, τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό. Ακόμα περισσότερο, κοινό τόπο φαίνεται να αποτελεί και η άποψη ότι η απληστία δεν λειτουργεί απλώς ως ένα μεταξύ των άλλων αμαρτημάτων ή έστω ως πρώτη μεταξύ ίσων, αλλά ότι συνιστά την πηγή των άλλων αμαρτημάτων.

         Αν όμως η απληστία αποτελεί τη «μητέρα όλων των αμαρτημάτων» αυτό δεν σημαίνει ότι κρίνεται ως το εγγύτερο όλων; ως κάτι «πανταχού παρόν»; και ως εκ τούτου, ως εκείνο από το οποίο κινδυνεύει περισσότερο καθένας μας στην καθημερινή ζωή του; Δεν θα αναγνωριζόταν φυσικά ως το πιο επικίνδυνο αμάρτημα αν δεν ήταν εκείνο που μας βάζει συνεχώς σε πειρασμό, αν δεν ήταν, εν τέλει, σύμφυτο με την κοινωνική ζωή, με τη σύσταση του ίδιου του κοινωνικού υποκειμένου.

         Ενώ στα ζώα το βιολογικό ένστικτο ρυθμίζει την ικανοποίηση των αναγκών για την επιβίωση, στον άνθρωπο η βιολογική ανάγκη διαμεσολαβείται από τη γλώσσα και προϋποθέτει τον κοινωνικό δεσμό: ανήμπορο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, το βρέφος τις αρθρώνει σε ένα αίτημα προς τον Aλλο, αρχικά προς τη μητέρα, και αργότερα -μέσω της κοινωνικοποίησης- στην κοινωνία εντός της οποίας μεγαλώνει. Το τίμημα αυτής της εξάρτησης από τη γλώσσα και τον Νόμο που συνθέτει τον κοινωνικό ιστό είναι η απώλεια κάθε αμεσότητας στη σχέση μας με τη σφαίρα των αναγκών. Παγιδευμένο στον κοινωνικό κόσμο της γλώσσας το υποκείμενο χάνει τη δυνατότητα κάθε άμεσης, απόλυτης ικανοποίησης. Αποζημιώνεται όμως με την εμπλοκή του στο παιχνίδι της επιθυμίας, δώρο και κατάρα συγχρόνως. Εδώ εντοπίζεται και η είσοδος της αμαρτίας.

         Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς εδραιώνεται αυτή η δομή της επιθυμίας ως ατέρμονης αναζήτησης. Γνωρίζουμε ότι ήταν μάλλον άγνωστη σε πολλές «πρωτόγονες» κοινωνίες, αλλά σίγουρα απασχολεί την ελληνική αρχαιότητα (παράδειγμα το πλατωνικό Συμπόσιο). Συναντά πάντως στον Απόστολο Παύλο τον πρώτο αυθεντικά οξυδερκή μελετητή της. Για τον Παύλο το πρόβλημα της απληστίας, αλλά και της αμαρτίας γενικά, είναι ένα πρόβλημα που σχετίζεται πρωτίστως με το επιθυμείν. Oπως παρατηρεί στην πρώτη προς Τιμόθεον επιστολή «Εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίσουν πέφτουν σε πειρασμό και παγίδα και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους στον όλεθρο και την απώλεια. Διότι η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία» .

         Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και μέχρι τον 17ο αιώνα είχε πλήρως επικρατήσει η άποψη ότι οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές δεν επαρκούσαν για τον περιορισμό των ανθρώπινων παθών. Ο Πασκάλ, λόγου χάρη, είχε πλήρη επίγνωση της παράδοξης και τόσο χαρακτηριστικά ανθρώπινης διαλεκτικής της επιθυμίας (και, στο σημείο αυτό, αντλώ από πρόσφατο κείμενο του Γεράσιμου Βώκου): «Μόλις οι άνθρωποι που επιθυμούν και κυνηγούν ένα πράγμα το κατακτήσουν μένουν σαν αποσβολωμένοι, η ευτυχία τους διαρκεί για πολύ λίγο, και μεταβάλλεται, σχεδόν την άλλη μέρα σε ανία, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην αηδία... αυτός που είχε εναποθέσει την ευτυχία του στον πλούτο τώρα που έγινε πλούσιος δεν θα ησυχάσει ποτέ γιατί θέλει περισσότερα. Ο άλλος που ονειρεύεται αξιώματα, καταξιωμένος δεν ηρεμεί, γιατί θέλει να γίνει βασιλιάς και βλέπουμε. ..».

         Η απληστία, το ακόρεστο της επιθυμίας είναι κάτι που συναντούμε ακόμα και στον Kαντ, ο οποίος σε μιαν επιστολή του γράφει: «Δώσε σε έναν άνθρωπο όλα όσα επιθυμεί και, εν τούτοις, την ίδια αυτή στιγμή, θα αισθανθεί ότι αυτό το όλα δεν είναι όλα». Αν όμως το ακόρεστο της επιθυμίας, το αμάρτημα της απληστίας, φαίνεται να συνιστά μια σταθερά στην πορεία του δυτικού πολιτισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια αδιατάρακτη συνέχεια χωρίς τομές, και μάλιστα τομές ουσιαστικές. Έτσι, η άνοδος και η εδραίωση του καπιταλισμού θα σημάνει μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Η αλλαγή αυτή σημαδεύεται από τουλάχιστον δύο επεισόδια.

         Το πρώτο αναλύεται διεξοδικά από τον Aλμπερτ Xίρσμαν στο διάσημο βιβλίο του: «Τα πάθη και τα συμφέροντα». Με τον καπιταλισμό, ως μέσο χαλιναγώγησης των παθών προβάλλει η επιδίωξη του συμφέροντος. Κυρίαρχος λόγος καθίσταται η αντιπαραβολή «των θετικών συνεπειών που προκύπτουν όταν οι άνθρωποι καθοδηγούνται από τα συμφέροντά τους με την καταστροφική κατάσταση που επικρατεί όταν οι άνθρωποι αφήνουν αχαλιναγώγητα τα πάθη τους». Ο πλουτισμός προσλαμβάνει μια θετική και θεραπευτική σημασία τόσο για την ιδιωτική όσο και για τη δημόσια ζωή. Χωρίς υπερβολή «η θεωρία του συμφέροντος έγινε δεκτή την εποχή εκείνη ως μήνυμα σωτηρίας!», αφού έγινε πιστευτό ότι είχε επιτέλους ανακαλυφθεί μια ρεαλιστική βάση για μια εύτακτη και βιώσιμη κοινωνικο-πολιτική τάξη, προβλέψιμη και σταθερή. Κάπως έτσι η απληστία άρχισε να νομιμοποιείται, να έρχεται στο προσκήνιο, και να αναγνωρίζεται ως θεμέλιο πια ενός ολόκληρου πολιτισμού.

         Η ολοκλήρωση αυτής της «καταξίωσης» της απληστίας λαμβάνει βέβαια χώρα με το πέρασμα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Όπως επισημαίνει ο θεωρητικός Tοντ Mακγκόουαν, ο καταναλωτισμός επιφέρει μια σημαντική αλλαγή στην κοινωνικο-πολιτική οργάνωση των κοινωνιών μας: πρόκειται για το πέρασμα από την «κοινωνία της απαγόρευσης» σε μια οιονεί «κοινωνία της απόλαυσης». Ενώ παλαιότερα η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού απαιτούσε τη θυσία της απόλαυσης του υποκειμένου προς χάριν του κοινωνικού καθήκοντος, τώρα πια, στην κοινωνία της κατανάλωσης, το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση. Αυτό το κάλεσμά μας απευθύνεται από παντού, από την τηλεόραση, από τις διαφημίσεις, από τον κινηματογράφο, από τις ίδιες τις παρέες μας και τους φίλους που δεν ξεχνούν να μας υπενθυμίζουν πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από τα να μην «περνάμε καλά».

         Βέβαια, το γεγονός ότι το κυνήγι της (ιδιωτικής, καταναλωτικής) απόλαυσης τίθεται στο επίκεντρο του κοινωνικού δεσμού, δεν σημαίνει ότι εμείς, οι πολίτες των σημερινών δυτικών κοινωνιών, απολαμβάνουμε πιο πολύ από ό,τι άλλοτε. Λίγο - πολύ όλοι γνωρίζουμε πώς παίζεται το παιχνίδι της κατανάλωσης: η φαντασίωση μιας απόλυτης, τελικής απόλαυσης κινητοποιεί την επιθυμία μας για αγορές, αλλά μόλις έρχεται στην κατοχή μας το αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας μας, το επίκεντρο της φαντασίωσης μας -π.χ. το καινούργιο αυτοκίνητο- την προσδοκία διαδέχεται η δυσαρέσκεια. Oπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριο του Encore, «Δεν είναι αυτό! Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε».
Γιάννης  Σταυρακάκης
Eρευνητής στο Πανεπιστήμιο του Essex, εφημ. Η Καθημερινή
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
consensus: συμφωνία

ΘΕΜΑΤΑ

Α. Να αποδώσετε περιληπτικά το κείμενο σε 100-120 λέξεις.
ΜΟΝΑΔΕΣ 25

Β1. «αυτός που έχει εναποθέσει την ευτυχία  του στον πλούτο». Σε μια παράγραφο 90-100 λέξεων να  εξηγήσετε γιατί δεν πρέπει να  εναποθέτει ο άνθρωπος την ευτυχία του στον πλούτο.
ΜΟΝΑΔΕΣ 12

Β2. Ποια είναι τα μέσα πειθούς που αξιοποιούνται στην τέταρτη  και πέμπτη παράγραφο του κειμένου («Δεν ξέρουμε…βλέπουμε»).
ΜΟΝΑΔΕΣ 5

Β3. α. Να καταγράψετε πέντε λόγιες εκφράσεις του κειμένου. Πώς αυτές επηρεάζουν το ύφος του κειμένου («Δεν ξέρουμε…βλέπουμε»);
ΜΟΝΑΔΕΣ 8

Β3.β. Να χαρακτηρίσετε τη συνοχή στην τέταρτη και πέμπτη παράγραφο του κειμένου. ( Το πρώτο …ολόκληρου πολιτισμού).
ΜΟΝΑΔΕΣ 3

Β4. Να εντοπίσετε και να χαρακτηρίσετε τα σχόλια που εκφράζονται από τα σημεία στίξης στην έβδομη παράγραφο του κειμένου.
ΜΟΝΑΔΕΣ 5

Β5. Να εντοπίσετε στην τελευταία παράγραφο του κειμένου δύο φράσεις ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας και στη συνέχεια να τις μετασχηματίσετε ώστε να εκφέρονται με αναφορική λειτουργία της γλώσσας.
ΜΟΝΑΔΕΣ 2


Γ. Ως μέλος μιας εθελοντικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην πόλη σας για την παροχή βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο και  αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, παρουσιάζετε σε ομιλία σας την ανάγκη της κοινωνικής αλληλεγγύης και ειδικά στην εποχή μας, προτείνοντας ταυτόχρονα και τρόπους με τους οποίους αυτή μπορεί να υλοποιηθεί. Το κείμενο σας να έχει έκταση 500-600 λέξεις.
ΜΟΝΑΔΕΣ 40

Δημοσίευση σχολίου