Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Αφήγηση: επικοινωνιακή και δημιουργική πράξη

 αφηγούμαι, αφηγείσαι, αφηγείται... 

Η αφήγηση συνιστά μια νευραλγική επικοινωνιακή πράξη που διευκολύνει την καθημερινότητα και συγχρόνως απελευθερώνει τις δημιουργικές ικανότητες όσων ανταποκρίνονται στην πρόκληση της γραπτής μορφής της. Οι μαθήτριες άδραξαν την ευκαιρία και δημιούργησαν πρωτότυπα αφηγηματικά κείμενα, με λόγο και εικόνες, εστιασμένα σε αξιομνημόνευτες σχολικές εμπειρίες.

   Tον  Σεπτέμβριο του 2015 με μεγάλη χαρά προσήλθα στην Β΄ Γυμνασίου. Ήμουν ενθουσιασμένη καθώς αγωνιούσα να συναντήσω  τους παλιούς μου φίλους. Πολλούς από αυτούς δεν τους είχα δει όλο το καλοκαίρι και αναπολούσα  τις  παλιές ευχάριστες  στιγμές μας στην προηγούμενη τάξη. Πραγματικά μόλις συναντηθήκαμε όλοι μαζί νιώσαμε σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον αποχωρισμό μας. Αγκαλιαστήκαμε, γελούσαμε και ανταλλάσσαμε τις σκέψεις και τα εμπειρίες μας.

Κάποια στιγμή στο βάθος της αυλής του σχολείου διέκρινα μια κοριτσίστικη φιγούρα που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Στεκόταν ολομόναχη και με φοβισμένο βλέμμα κοιτούσε απεγνωσμένα προς το μέρος μας. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, σχεδόν κόκκαλο, και  ένιωθε έντονη αμηχανία. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από πάνω της και ρώτησα τους συμμαθητές μου αν τη γνωρίζουν. Τότε κάποιοι με πληροφόρησαν πως είναι καινούρια μαθήτρια του τμήματός μας και τη χαρακτήρισαν με ειρωνικά και προσβλητικά σχόλια. Μάλιστα άρχισαν να την κοροϊδεύουν και να κάνουν απρεπείς γκριμάτσες προς το μέρος  της .Η  κοπέλα πανικοβλήθηκε, έγινε κατακόκκινη και σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Αισθάνθηκα φρικτά και άρχισα να τους επιπλήττω για την ανεπίτρεπτη συμπεριφορά τους. Οι ίδιοι με χλεύασαν για το ενδιαφέρον μου γι αυτή και απομακρύνθηκαν.

     Σοκαρισμένη από τη στάση τους δεν έχασα λεπτό. Την πλησίασα και προσπάθησα να κάνω συζήτηση για να γνωριστούμε. Η κοπέλα έτρεμε και την κυρίευσε φόβος και καχυποψία προς  το άτομό μου. Δεν μου απάντησε,  χαμήλωσε  το βλέμμα της και ψιθύρισε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια.  Εγώ με υπομονή και μεγάλη προσοχή άνοιγα καινούρια θέματα συζήτησης και της χαμογελούσα. Τέλος, την προέτρεψα να μπούμε μαζί στην τάξη και να καθίσουμε μαζί στο θρανίο.

     Τελικά, αφού πείστηκε με δειλά βήματα με ακολούθησε. Καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και τότε άρχισε το μαρτύριο για την ίδια. Γέλια, υπονοούμενα, χαρτάκια που εκσφενδονίζονταν και πειράγματα για την εμφάνισή της. Κόντεψε να λιποθυμήσει, δεν μπορούσε να ανασάνει και σηκώθηκε για να φύγει. Τότε την κράτησα στοργικά από το χέρι, σηκώθηκα κι  εγώ και στέλνοντας τους ένα υποκριτικό αλλά και παγερό βλέμμα ξεστόμισα τη φράση « ΝΤΡΟΠΗ ΣΑΣ». Αυτό ήταν. Τα γέλια κόπηκαν, τα πρόσωπα σκυθρώπιασαν και αντιλαμβανόμενοι το λάθος  τους ψιθύρισαν « ΣΥΓΓΝΩΜΗ»

 Αντωνιάδου Κατερίνα


   Πέρσι πήγαμε ημερήσια εκδρομή με το σχολείο. Ήταν 22 Απριλίου. Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος, σχεδόν καλοκαιρινός, με ήλιο και λίγη συννεφιά. Ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι και ανυπομονούσαμε καιρό για αυτή την εκδρομή.  
                                               
 Ήμασταν χωρισμένοι σε παρέες, εκτός από ένα κορίτσι. Με τα φαρδιά ρούχα εξοχής και το ψάθινο καπέλο, φαινόταν παράταιρη σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας της. Το περίεργο βέβαια, δεν ήταν που δεν είχε παρέα, αλλά το ότι δεν είχε διάθεση να έχει. Κοιτούσε με απάθεια τα άτομα γύρω της και το βλέμμα της είχε μια αφύσικη ανωτερότητα και υπεροψία. Αν παρατηρούσες προσεκτικότερα, έβλεπες σπίθες ανασφάλειας στην κοφτερή της ματιά, σχεδόν τρόμο κάθε φορά που κάποιος την πλησίαζε. Κουβαλούσε μια μεγάλη τσάντα και από την εμπειρία μου, ήξερα ότι κουβαλούσε βιβλία.                                                                                                                              
   Ανεβήκαμε στα λεωφορεία και έπειτα από μία ώρα διαδρομής φτάσαμε. Το μέρος ήταν ουσιαστικά ένα μεγάλο δάσος με θεόρατα πεύκα που σχεδόν δεν άφηναν τον ήλιο να φαίνεται, εκτός ίσως από κάποιες τυχερές αχτίδες του που τρύπωναν από τις μυτερές κρυφές των δέντρων.                                                                                                                              
 Ξαφνικά, είδα το κορίτσι από το πρωί. Έτρεχε σχεδόν λαχανιασμένα και κοιτούσε εξεταστικά, σχεδόν συνωμοτικά προς κάθε κατεύθυνση. Σηκώθηκα αθόρυβα και χωρίς να γνωρίζω γιατί, την ακολούθησα. Βαθιά μέσα μου, ήξερα ότι η αλλόκοτη συμπεριφορά της, με εξίταρε.                                                                                                                                   
  Την είδα να κάθεται σε έναν απομονωμένο παγκάκι και να ανοίγει την τσάντα της. Διέκρινα βιβλία, πολλά βιβλία. Μια αμυδρή, ντροπαλή καμπύλη κάλυψε το πρόσωπό της και μεταμορφώθηκε σε ένα γλυκό κορίτσι. Φαινόταν ευτυχισμένη, καθώς άνοιγε με ευλάβεια ένα από τα βιβλία της. Χάιδευε σχεδόν τις σελίδες, τα αγαπούσε πολύ.  

                                            
  Δεν πρόλαβε να τελειώσει ούτε μισή σελίδα, όταν μα παρέα αγοριών, ξεπρόβαλε πίσω από ένα πεύκο. Χωρίς να χάσουν χρόνο ξεκίνησαν να την κοροϊδεύουν. Της έλεγαν άσχημα πράγματα κι εκείνη σήκωσε το φρύδι και τους κοίταξε απαξιωτικά. Το πρόσωπο της σκλήρυνε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία, ακανόνιστα και γρήγορα, φαινόταν να μην έχει πλήρη έλεγχο του εαυτού της. 
                          
  Παρ’ όλα αυτά, δεν απαντούσε στις προσβολές τους που δεν αφορούσαν όμως μόνο την «ηλίθια» ασχολία της με τα βιβλία αλλά και την εξωτερική της εμφάνιση. Εξακολουθούσε να μην απαντάει με αφύσικη ηρεμία που όμως έμοιαζε περισσότερο σαν κραυγή βοήθειας.                                                                                                                                
 Όταν ξαφνικά ξεκίνησαν να της πετάνε πέτρες. Μεγάλες, μικρές, δεν είχε σημασία. Μερικές από αυτές την πέτυχαν, στο ύψος του ώμου. Η κοπέλα πάγωσε, γούρλωσε τα μάτια, η ψυχραιμία της διαλύθηκε και ξεκίνησε να τρέχει με τρεμάμενα πόδια. Συνέχισαν να πετάνε πέτρες, χλεύασαν λίγο ακόμα, ώσπου σταμάτησαν.

  Δεν την ξαναείδα ποτέ από τότε. Ούτε στο τέλος της εκδρομής, ούτε στην επιστροφή στο σχολείο. Όταν ξαναγύρισα στο μέρος της, βρήκα τα βιβλία της πεταμένα στο ποτάμι, σχεδόν με εγκληματική οργή κομματιασμένα. 

  Στάθηκα σιωπηλή, καθώς το μέρος ήταν πλέον για εμένα ένας τόπος σχεδόν μαρτυρικός, συμβόλιζε τον θάνατο μιας περηφάνιας, το τέλος μιας εποχής, κι άρχιζε μια καινούρια, με εφιάλτες που πονούσαν πιο πολύ από τις πέτρες. Άγγιξα απαλά τον ώμο μου διαπιστώνοντας ότι τα χτυπήματα της πέτρας ήταν ακόμα νωπά, και έφυγα χωρίς να ξαναγυρίσω.

Γεωργίου Νικολέτα
Δημοσίευση σχολίου