Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Λίγες και μία νύχτες του Ισίδωρου Ζουργού


  Πολλές φορές η αναγνωστική απόλαυση με ωθεί να συντάξω κείμενα που δεν αποσκοπούν στη συσσώρευση διθυραμβικών σχολίων αλλά στην εξωτερίκευση και το μοίρασμα των συγκινήσεων που βίωσα, διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό βιβλίο σαν και το τελευταίο μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού,  λίγες και μία νύχτες, εκδ. Πατάκης, 2017.

  Ο Ζουργός για μια ακόμη φορά μάς προσφέρει απλόχερα ένα μυθιστόρημα με την πραγματική σημασία του όρου, όπου διαπλέκονται τα ιστορικά γεγονότα με υλικά της φαντασίας και του μύθου. Εμβριθής γνώστης της τοπικής ιστορίας της γενέθλιας πόλης μας, της Θεσσαλονίκης, αρχίζει το λογοτεχνικό του ταξίδι από το έτος 1909 με τον φακό του να εστιάζει στον εξόριστο και έγκλειστο στη βίλα Αλλατίνι Αβδούλ Χαμίτ, τον τελευταίο σουλτάνο των Οθωμανών. Στο πλάνο του τοποθετεί την όμορφη Μίρζα, κόρη ενός διακεκριμένου Ντονμέ της πόλης, που κάθε βράδυ συντροφεύει τον έκπτωτο σουλτάνο, ακούγοντας τις μακροσκελείς αφηγήσεις του από το ένδοξο παρελθόν του. Στο σημείο αυτό, νομίζω ότι κάποιος εύκολα αποκωδικοποιεί τον τίτλο του έργου, που αν και παραφρασμένος, μας φέρνει στον νου τις χίλιες και μία νύχτες, τα ανατολίτικα παραμύθια που η Χαλιμά έλεγε στον χαλίφη Σαχάρ. Παρατηρητής και ωτακουστής των βραδινών εξομολογήσεων του Αβδούλ Χαμίτ και της ερωτεύσιμης Μίρζα, ο Λευτέρης Ζεύγος, ο κύριος αφηγητής και βασικός επιστολογράφος, μιας και εδώ ο Ζουργός μάς ξαφνιάζει ευχάριστα, δίνοντας εμβόλιμες στην αφηγηματική ροή επιστολές, όπου  παρέχει πληροφορίες απαραίτητες στην πλοκή και ταυτόχρονα μάς μετατοπίζει και σε άλλα θέματα που συνέχουν το κεντρικό θέμα, την πολυκύμαντη ζωή του Λευτέρη και τον έρωτά του για τη Μίρζα. 

  Πάνω στον ερωτικό καμβά υφαίνονται όλα τα γεγονότα που στιγμάτισαν την πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της. Άνθρωποι που κινούνται καθημερινά από την πυρίκαυστη ζώνη προς την περιοχή των Εξοχών με τις επαύλεις-δείγματα του αρχιτεκτονικού εκλεκτικισμού. Μέσα σ’ αυτή τη διαδρομή και σαν κινηματογραφικά καρέ παρακολουθούμε την πυρκαγιά του 1917, τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, την ουκρανική εκστρατεία, τη μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των προσφύγων, τη γερμανική κατοχή, το ολοκαύτωμα των Εβραίων, τους διωγμούς των Κωνσταντινοπολιτών και την προβοκάτσια στο τούρκικο προξενείο. Γεγονότα- σταθμοί γι ‘ αυτή την πόλη αλλά και την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα.

  Σε όλα τα γεγονότα παρών και πρωταγωνιστής ο κεντρικός ήρωας που συναντιέται με τον Γιούγκερμαν, τον ήρωα του Μ. Καραγάτση και αγαπημένο συγγραφέα, θαρρώ, του Ζουργού. Βέβαια, οι διακειμενικότητες με τον Καραγάτση εντοπίζονται και στο αδιόρατο χιούμορ και στις στοχευμένες ερωτικές περιγραφές που ξετυλίγονται σε διάφορα σημεία. Παράλληλα, το συγγραφικό τέχνασμα των επιστολών μου θύμισε έντονα τις εκλεκτικές συγγένειες και τα πάθη του Βέρθερου, του Γκαίτε. Ο στίχος του Ομήρου «οἵη περ φύλλων γενεὴ, τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν,/φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει,» βρίσκει τη θέση του: όταν θα’ ρθει η ώρα μας, ο αέρας που θα σκορπίζει τα φύλλα πάνω απ’ τον τάφο μας… και η αρχαία τραγωδία εμφανίζεται στο αφηγηματικό προσκήνιο με τα στάσιμά της. Συγκεκριμένα, η παρεμβολή των στασίμων, όπως ονοματοδοτεί ο συγγραφέας τα σύντομα υποκεφάλαια του μυθιστορήματός του, εκτός από την έξαψη της αγωνίας του αναγνώστη για την εξέλιξη της υπόθεσης, εξυπηρετεί και την επίνοιά του να μας δώσει μαθήματα δημιουργικής γραφής, και ειδικότερα, συγγραφής μυθιστορήματος.

  Εδώ βρίσκεται η δεύτερη έκπληξη, για μένα, που κρύβεται πίσω από τον τίτλο του μυθιστορήματος. Οι μεταβάσεις από το παρελθόν της υπόθεσης στο παρόν του τυφλού πλέον Λευτέρη Ζεύγου που υπαγορεύει την ιστορία της ζωής του στον νεαρό επίδοξο συγγραφέα του. Οι διάλογοι που διαμείβονται ανάμεσά τους εμπεριέχουν τις βασικές αρχές της συγγραφικής τέχνης και κάλλιστα μπορούν να αξιοποιηθούν, σε μια δεύτερη ανάγνωση, σε μαθήματα δημιουργικής γραφής. (Πάντα, διαβάζοντας ένα κείμενο εκτός από την απόλαυση, και σε δεύτερο χρόνο, προσπαθώ να ανιχνεύσω και στοιχεία ωφελιμισμού για τη διδασκαλία ή και τη συγγραφή).

  Όσον αφορά στις αφηγηματικές τεχνικές, τις μεταχειρίζεται όλες και με εξαιρετική ευχέρεια που απορρέει από την πείρα που έχει αποθησαυρίσει μετά από τόσα εκτενή μυθιστορήματα. Η οφειλή του στον Βιζυηνό, ίσως, να είναι, εκτός άλλων, οι συνεχείς προλήψεις στην αρχή του μυθιστορήματος, που αφενός συντηρούν αμείωτη την ένταση της προσοχής και μέθεξης στα αφηγούμενα και αφετέρου υπηρετούν τη συνέπεια της γραφής. Έχοντας συλλέξει όλες τις λαϊκές αφηγήσεις που συνόδευαν τις επαύλεις των Εξοχών, άλλες ιστορικά τεκμηριωμένες κι άλλες φωνές μιας κοινής γνώμης που αρέσκεται στις φήμες και στα φαντάσματα, συνθέτει τις δικές του ιστορίες με αριστοτεχνικό τρόπο και τις επενδύει στο εσωτερικό των αριστοκρατικών κατοικιών της αλλοτινής περιοχής Χαμιδιέ. Η γλώσσα του ρωμαλέα και εγκλιματισμένη στην εποχή και στην κοινωνία. Οι συνδυασμοί των λέξεων μοναδικοί και τολμηροί, όπως τολμηρές είναι και οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές: παρατήρησε άσπρες ανασηκωμένες τρίχες-τους στήμονες των γηρατειών. Τα μεγάλα λόγια των σουλτάνων γίνονται προσανάμματα της μοίρας.

  Οι γενικές και υποκειμενικές κρίσεις, ερμηνείες της απόλαυσης που βίωσα διαβάζοντας το βιβλίο, δεν μπορούν ούτε να επηρεάσουν ούτε να υποκαταστήσουν τη μοναδική προσωπική αναγνωστική σχέση που πρέπει να αναπτύξει ο καθένας μας με το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού. Ευχή μου είναι να νιώσετε πρωτόγνωρες και εξίσου απολαυστικές εμπειρίες στο βιβλίο λίγες και μία νύχτες.

Ελένη Παπαδοπούλου, φιλόλογος

Δημοσίευση σχολίου