Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Ένα αγόρι γελάει και κλαίει του Αντώνη Σουρούνη: με έντονο παραμυθητικό στοιχείο (βιβλιοκριτική)



αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal



Με έντονο παραμυθητικό στοιχείο


Γράφει η Ελένη Κ. Παπαδοπούλου // *


Layout 1
Αντώνης Σουρούνης, «Ένα αγόρι γελάει και κλαίει», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2019

Στην παρούσα συλλογή 10+1 ιστοριών, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ίδιου του συγγραφέα, παρελαύνουν μαζί με τον αφηγητή καθημερινοί άνθρωποι που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους. Ο Σουρούνης σαν ένας αλλοτινός παραμυθάς και σαν σύγχρονος ψυχολόγος και κοινωνιολόγος προσπαθεί να φωτίσει έναν κόσμο πλασμένο από το υλικό των ονείρων και ταυτόχρονα να συναντήσει τον εαυτό του και να τον γνωρίσει.
Ξεκινώντας από την εποχή της ανεμελιάς, της αλητείας αλλά και της αγνότητας της γειτονιάς ομολογεί ότι το «τώρα» πρόδωσε το «τότε» και η σύγχρονη ζωή έχει αλλάξει ριζικά και αμετάκλητα. Ανάμεσα στους ήρωες από την προσωπογραφία των ανθρώπων της γειτονιάς ξεπροβάλλει ο «κεφαλάκιας», ο αλαφροΐσκιωτος. Περιγράφοντάς τον, κάνει συχνές αποστροφές προς τον αναγνώστη, τονίζοντας περισσότερο το παραμυθικό στοιχείο των αφηγήσεών του και συγχρόνως προβάλλει τον άνθρωπο που κουβαλά μόνος του τον σταυρό της ζωής του, τον μοναχικό αγωνιστή της ζωής και της ζήσης, που γίνεται, όμως, αποδέκτης της απέχθειας του μικρόκοσμου αλλά και η αφορμή για να αναδυθούν οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις και ο ευσεβισμός όσων ζούσαν μέσα στην υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό.
Και η ξενιτιά αποτελεί κυρίαρχο θέμα των αφηγήσεών του. Εξάλλου και ο ίδιος έζησε πολλά χρόνια περιπλανώμενος και ανέστιος, αλλά η εστία του ήταν πάντα η γειτονιά του, το Κουλέ Καφέ, η παλιά συνοικία της Θεσσαλονίκης. Η ξενιτιά σαν δράκος αρπάζει τους νέους και αφαιμάσσει μια περιοχή που έσφυζε από ζωή και αντηχούσε από τα παιχνίδια των παιδιών. Η εικόνα της εγκατάλειψης και της σιωπής κυριαρχεί στο Κουλέ Καφέ και καλύπτει την εικόνα της φτώχειας και της πείνας, που αποτέλεσαν τις αιτίες του μαζικού ξενιτεμού.
Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας, που ταυτίζεται με τον αφηγητή, με ματιά ανθρωπολόγου ανατέμνει στα ήθη και έθιμα του στενού κοινωνικού περίγυρου, όπως αυτά μπολιάστηκαν από τους πρόσφυγες με την ιδιαίτερη πολιτισμική προίκα που έφεραν από τις πατρίδες τους. Η προσφυγιά, ως βίαιη μετακίνηση πληθυσμών για πολιτικούς και διπλωματικούς λόγους συνεξετάζεται με την ξενιτιά, ως αποτέλεσμα της αδυναμίας επιβίωσης σε μια πόλη με έντονα οικονομικά προβλήματα. Παράλληλα, ερμηνεύει με κοινωνιολογική επίφαση τη δύναμη και τη συμπαράσταση που προσφέρει η παραδοσιακή οικογένεια στις πρώτες αποτυχίες των παιδιών, όταν τα τελευταία επιδιώκουν τον απογαλακτισμό τους από τη γονεϊκή προστασία.
Σε όλες τις ιστορίες του ο Σουρούνης προβληματίζεται ιδιαίτερα για την απώλεια της ομορφιάς της ζωής μπροστά στον φόβο της επιβίωσης. Διαπιστώνει ότι τα χώματα και οι άνθρωποι γερνούν ,αναμένοντας την πραγματοποίηση ενός ονείρου. Ένα τέτοιο όνειρο είναι και η ερωτική εξομολόγηση σε κάποια αγαπημένη του καλοκαιριού. Εξύμνηση μιας αγάπης μονόπλευρης, εξιδανικευμένης, μια αποτίμηση ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Το κείμενο αυτό μοιάζει με επιστολή που ανέσυρε ο συγγραφέας από μια στοίβα επιστολικών κειμένων κρυμμένων στο συρτάρι του κομοδίνου του. Η επιστολή αυτή δεν βρήκε ποτέ την παραλήπτριά της, έγινε όμως ένα γραπτό του ονείρου.
Όπως ήδη έγινε αντιληπτό, ο τόπος και ο χώρος στις ιστορίες του Σουρούνη λειτουργούν σαν μια κοινή μοίρα που ενώνει τους ανθρώπους. Το καφενείο, η ταβέρνα, η γειτονιά, η εκκλησία μαζί με τις φάμπρικες της Γερμανίας κατευθύνουν τον συγγραφέα  να ολοκληρώσει το ταξίδι της αυτοσυνειδησίας του και αφού κάνει έναν απολογισμό της προηγούμενης ζωής του να την αποχαιρετήσει οριστικά με την πεποίθηση ότι η ευτυχία βρίσκεται στο κυνήγι της κι όχι στην κατάκτησή της. Μια ψυχολογική προσέγγιση που αποκρυσταλλώνεται μέσα από την παρατήρηση και το βίωμα.


Αντώνης Σουρούνης

Η ειρωνεία και το αδιόρατο χιούμορ διαπερνούν τις ιστορίες του. Από την πείνα των φοιτητών και την κωμικοτραγική ικανοποίησή της στο γιορτινό τραπέζι του Πανεπιστημίου μέχρι τον διάλογο που πλάθει με τον εαυτό του, το alter ego του, που τον παρώθησε στην περιπέτεια της συγγραφής, οι φράσεις αυτοσαρκασμού και ειρωνείας ενισχύουν την αυτοαναφορικότητα του συγγραφέα.
Στην τελευταία ιστορία του καταθέτει τα περιστατικά που προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν μετά την πρώτη εκδοτική απόπειρα της παρούσας συλλογής. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια δηλώνει ότι έγραφε για τον ίδιο, για να εξοικονομήσει την ύπαρξή του. Έτσι, προσπερνάει την πρώτη αποτυχία του να εναρμονισθεί με τον ορίζοντα προσδοκιών των αναγνωστών του. Ωστόσο, τα επόμενα έργα του αλλά και η επανέκδοση της ανά χείρας συλλογής διέψευσαν τον συγγραφέα, καθώς τόσο τα θέματα που πραγματεύεται όσο και ο τρόπος με τον οποίο τα εκθέτει σαγηνεύουν τον αναγνώστη και τον ωθούν να ανακαλύψει πολλά κοινά στοιχεία με τη ζωή του συγγραφέα. Ας ομολογήσουμε ότι η νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος και τα χαμένα όνειρα της ζωής συνιστούν θεματικές ενότητες της ατομικής ενδοσκόπησης κάθε ανθρώπου.
Ελένη Κ. Παπαδοπούλου, ΜΑ κλασική φιλόλογος- εκπαιδευτικός Δ.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: