Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Μια μικρή ιστορία (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

https://www.oceansbridge.com/shop/artists/d/dea-dez/degas-edgar/at-the-mirror-1889

Degas Edgar, at the mirror 1889


 

Μια μικρή ιστορία

A bird came dawn the walk

                                          Emily Dickinson


Κουμπώνει βιαστικά τον μπούστο του λευκού φουστανιού. Δέκα, δώδεκα μικρά κουμπιά. Χρονοβόρο. Κούμπωμα, ξεκούμπωμα. Μα και τι καλύτερο. Ραγισμένος ο καθρέπτης παραμορφώνει το είδωλο. Αυτό θέλει, μια παραμορφωμένη εικόνα. Μοιάζει με τρέλα η θλίψη. Έτσι θέλουν οι άλλοι. Βυθίζει τα χέρια στην μπακιρένια λεκάνη, κάνει πως πλένεται. Τρομαγμένη πετιέται μια ταραντούλα, κουνά την ουρά, σπαρταρά, πάλι γλιστρά στον πυθμένα. Και άλλη ρωγμή στον καθρέπτη. Η σιωπή λικνίζεται στα φύλλα, από τα κλαδιά τρυπώνει στο δωμάτιο. Μικρά πουλιά πετούν από τον μπούστο. Γεμίζει το δωμάτιο. Άσπρα και γκρίζα πούπουλα φυτρώνουν στο πάτωμα. Γυμνά τα πουλιά φωλιάζουν στον κόρφο της. Μετέωρη. Η κάμαρα, η ταραντούλα τοκ, τοκ. Επαναλαμβανόμενη μονοτονία, σαν τον σφιγμό, σαν το παλιό εκκρεμές στον τοίχο του καθιστικού. Ξεκουμπώνει το πρώτο κουμπί, μετά και άλλο και άλλο, μέχρι το πρωί. Το δωμάτιο άδειο, μόνον ο ραγισμένος καθρέπτης, η ταραντούλα τοκ, τοκ και δυο κουμπιά στα χέρια. Το πρωί θα τα ταχυδρομήσει σε άγνωστο παραλήπτη.

«Ένα κουμπί στο φως, μια ταραντούλα στο σκοτάδι

και ανάμεσά τους μια γοερή κραυγή την ώρα που βραδιάζει»  έγραψε αργότερα ο ποιητής.* 

*Ανδρέας Εμπειρίκος « Ο πλόκαμος της Αλταμίρας»


ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΛΩΡΟΥ

Η Φωτεινή Φλώρου γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε για 32 χρόνια σε δημόσιο Λύκειο. Συνεργάστηκε  με τον καθηγητή της νεοελληνικής γλώσσας στο Αριστοτέλειο Χρίστο Τσολάκη. Συμμετείχε στην εκπόνηση των αναλυτικών προγραμμάτων για τη γλωσσική διδασκαλία και είναι μέλος της συγγραφικής ομάδας των Θεματικών Κύκλων για το Λύκειο. Από το 1994-2004 δίδαξε στο ΠΕΚ Λάρισας λογοτεχνία, γλώσσα και αρχαία ελληνική γραμματεία. Δημοσίευσε διδακτικές προτάσεις, κριτικά κείμενα και λογοτεχνικές απόπειρες σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Από το 2011 συμμετέχει στην Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης, που εκπόνησε το ψηφιακό έργο  Πολύτροπη Γλώσσα για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.



Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

Δημιουργική καραντίνα

 Η μακρά περίοδος του αναγκαστικού εγκλεισμού μπορεί να προκάλεσε πολλά προβλήματα, δημιούργησε, όμως, και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια εκφραστική αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων ως αποτέλεσμα μιας ενδοσκόπησης και ενός απολογισμού της πρότερης κατάστασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δημιουργική έκφραση λειτούργησε και λειτουργεί λυτρωτικά και αποτρεπτικά για την απαισιοδοξία που προκαλεί η πρόσκαιρη απώλεια της ελευθερίας μας. Δύο πολύ σημαντικές  προσπάθειες δημιουργικής έκφρασης μέσα στην καραντίνα είναι τα Ημερολόγια Θεάτρου σε καραντίνα, ένα συλλογικό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ από τους ανθρώπους του θεάτρου και οι Μονόλογοι των εφήβων σε καραντίνα.



Ημερολόγια θεάτρου σε καραντίνα

Ένα συλλογικό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ από τους ανθρώπους του θεάτρου

Μια πρωτοβουλία του Διεθνούς Δικτύου Θεάτρου Ντοκιμαντέρ

Σε μία προσπάθεια να παραμείνουμε μαζί και δημιουργικοί από απόσταση, το Διεθνές Δίκτυο Θεάτρου Ντοκιμαντέρ ξεκίνησε την πρωτοβουλία «Ημερολόγια θεάτρου σε καραντίνα». Κάθε μέρα, στις 12:00 το μεσημέρι, ένας διαφορετικός άνθρωπος από τον κόσμο του θεάτρου γράφει τη δική του σελίδα στο συλλογικό αυτό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ. Άνθρωποι με διαφορετικές ιδιότητες και επαγγέλματα του θεάτρου, από διαφορετικά μέρη του πλανήτη, μοιράζονται μαζί μας μία μέρα από τη ζωή τους, τις σκέψεις τους, τους διαλόγους, τις ιστορίες τους. Άνθρωποι του θεάτρου χωρίς θέατρο, έξω από το φυσικό τους χώρο, αλλά μέσα στη ζωή. Άνθρωποι που κάνουν εφικτή τη συλλογική τέχνη του θεάτρου: ηθοποιοί, ταξιθέτες, σκηνοθέτες, κατασκευαστές σκηνικών, συγγραφείς, διευθυντές παραγωγής, δραματουργοί, εκπαιδευτές, φωτιστές, καλλιτεχνικοί διευθυντές, σκηνογράφοι, καθηγητές, ταμίες, φροντιστές…

Με τη δράση αυτή, που προαναγγέλθηκε στις 27 Μαρτίου, στην Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, το ΔΔΘΝ επιχειρεί μια καταγραφή-αποτύπωση των ημερών μας. Ταυτόχρονα επιδιώκει να βρει έναν τρόπο επικοινωνίας και δημιουργίας, μέσα από μια εναλλακτική «σκηνή», για όσο καιρό βρισκόμαστε μακριά της και μακριά ο ένας από τον άλλο. 

Οι σελίδες ημερολογίου θα φορτώνονται κάθε μέρα στο https://documentarytheatre.com/theatre-diaries-in-quarantine/ 






Tο υλικό σε αυτό το βιβλίο είναι αποτέλεσμα ενός κύκλου διαδικτυακών εργαστηρίων γραφής, που έγιναν από τον Απρίλιο έως τον Μάιο του 2020 με 24 έφηβους και έφηβες πρόσφυγες στο πλαίσιο της δράσης «Μονόλογοι σε καραντίνα». Τα κορίτσια και τα αγόρια, που συμμετείχαν στη δράση, γράφουν για το πώς βίωσαν τις ημέρες της προσωρινής καραντίνας. 
Τι επιπτώσεις είχε ο περιορισμός στη ζωή τους και τι επίδραση είχε αυτή η περίοδος στις προσδοκίες, στις επιδιώξεις, στα εμπόδια και στον αγώνα που δίνουν καθημερινά;
Η δράση αυτή είναι μέρος του προγράμματος «Κι αν ήσουν εσύ;», - ένα πρόγραμμα ευαισθητοποίησης στα ανθρώπινα δικαιώματα και σε θέματα προσφύγων, με χρήση τεχνικών θεάτρου και εκπαιδευτικού δράματος. Το πρόγραμμα υλοποιείται από το 2015 από το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Επισημαίνεται ότι τον Ιούλιο του 2020, όταν ολοκληρώθηκε αυτή η έκδοση, παρόλο που τα περισσότερα περιοριστικά μέτρα σε σχέση με την πρόληψη εμφάνισης και διασποράς κρουσμάτων του κορωνοϊού είχαν αρθεί για τον γενικό πληθυσμό της χώρας, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας των διαμενόντων στα κέντρα υποδοχής στα νησιά και στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων στην ενδοχώρα, όπου διαμένουν κάποιοι από τους έφηβους που συμμετείχαν στη δράση αυτή.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021

Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...σε livestream

 


Στις 27 και 29 Ιανουαρίου, στις 9μμ  το κοινό θα μπορέσει να παρακολουθήσει σε livestream δυο θεατρικά αναλόγια με τίτλο «Ιστορίες της Καραντίνας». Πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, που στην πλειοψηφία τους, γράφτηκαν κατά την διάρκεια της πρώτης καραντίνας και κάποια από αυτά κατά τη διάρκεια της δεύτερης καραντίνας. 

Θα ακουστούν τα κείμενα:

“Λογοτεχνία ΚΑΙ Μαθηματικά” της Κατερίνας Καλφοπούλου

Διαβάζει: Νεφέλη Ασημακοπούλου

Η Αποταμίευση … τον Καιρό της Καραντίνας” του Σύλιας Ζέττα

Διαβάζει: Κωνσταντία Καραγκούνη

Ο Παναγιώτης” του Σπύρου Κιοσσέ 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

Η λευκή ποδιά” της Ελευθερίας Παπαμανώλη 

Διαβάζει: Ανατολή Παλτατζίδου

Οι Φωνές της παραλίας” της Χαρούλας Αποστολίδου

Διαβάζει: Ειρήνη Τσαρσιταλίδου

Εσύ, μην κλαις” της Αλεξάνδρας Μυλωνά 

Διαβάζει: Γεωργία Ασημοπούλου

“Ούτε και σήμερα” του Πολύβιου Ν. Προδρόμου 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

“Μια μανταρινιά στον ακάλυπτο” της Τζίνας Ψάρρη

Διαβάζει: Ζήνα Δεσποινίδου

“Νύχτα εφημερίας”της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου

Διαβάζει: Έφη Συνώδη

“Υπάρχει κάτι χειρότερο κι από τον Θάνατο. Να πεθαίνεις μόνος.” του Βασίλη Μπαμπούλα 

Διαβάζει: Πέννυ Αρσενίου

“Εκτελώντας τις επιθυμίες σου” του Σάκη Αποστολάκη 

Διαβάζει: Τασούλα Παπαμιχαήλ-Ιγνατάκη

Ραντεβού” του Παναγιώτη Ταμβάκη 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

 “Με αφορμή μια καρό πιζάμα” της Τασούλας Γεωργιάδου

Διαβάζει: Ανατολή Παλτατζίδου

 “Κρατώντας κάτι εύθραυστο” της Κούλας Αδαλόγλου

Διαβάζει: Ειρήνη Τσαρσιταλίδου

“Οικοδομικά υλικά” της Τζένης Καραβίτη

Διαβάζει: Γεωργία Ασημοπούλου

“Οδός Αποστόλου Παύλου” της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου 

Διαβάζει: Νεφέλη Ασημακοπούλου

“Η γιαγιά της Ρίτας” του Γιώργου Μουμουζιά 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

“Στην άσπρη άμμο” Της Τασούλας Γεωργιάδου 

Διαβάζει: Ζήνα Δεσποινίδου

“Το πασάγιο της οδού Αθηνών” του Πολύβιου Ν. Προδρόμου 

Διαβάζει: Έφη Συνώδη

“Γιώργος και Μαρία”της Κατερίνας Φώτη 

Διαβάζει: Κωνσταντία Καραγκούνη

“Φοβάμαι κι όμως είμαι καλά” της Έλσας Μουρατίδου 

Διαβάζει: Τασούλα Παπαμιχαήλ-Ιγνατάκη

“Τα ψηφία να προσέχεις” της Άσπας Πάσσιου 

Διαβάζει: Πέννυ Αρσενίου

Το στήσιμο του θεατρικού αναλογίου  έγινε από δυο Θεσσαλονικιές σκηνοθέτιδες, την Παυλίνα Χαρέλα και την Μαριάνα Αλεξανδρή. Το τελικό αποτέλεσμα θα εμπλουτιστεί με εικόνες της πόλης μας στην διάρκεια της καραντίνας.

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο «Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...» εκδ. Γράφημα, στο blog «Ερανίστρια» και στο «Parallaxi Magazine/parallaximag.gr»

Οι μουσικές συνθέσεις που θα ακουστούν προέρχονται από τη δισκογραφία του Γιώργου Καζαντζή.

Η δράση αυτή θα στηρίξει την:

ΜΟΝΑΔΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ

«ΣΩΣΣΙΔΕΙΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ».

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

Η Υποτακτική της προσδοκίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

https://www.architecturaldigest.com/story/why-banksy-built-secret-shredder-into-frame-of-most-valuable-painting


 Η Υποτακτική

Η Υποτακτική παριστάνει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι που θέλουμε ή περιμένουμε να γίνει. Σχηματίζεται παίρνοντας μπροστά ένα από τα μόρια ας, να ή έναν από τους συνδέσμους για να, όταν, αν ή το απαγορευτικό μη: να μένει, όταν φύγουμε, αν κάθονται, μην τρέχεις. (Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1984)


Η Υποτακτική  της προσδοκίας

Αν με χρειαστείς, μη φοβηθείς. Να κάψεις το φτερό.


Η αλήθεια είναι πως, όταν στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού διδάχτηκα την Υποτακτική, δεν καταλάβαινα γιατί την ονομάσανε έτσι. Άλλωστε οι δάσκαλοι τότε δεν συνήθιζαν να συνδέουν αυτά που μας μάθαιναν με τη χρήση τους. Και, ενώ η λέξη ολοφάνερα παρέπεμπε σε υποταγή, εγώ την είχα συνδέσει περισσότερο με την έντονη επιθυμία, την ελπίδα και την προσδοκία μου να κάνω πράγματα που με γέμιζαν χαρά και περηφάνια.

Καλοκαίρι του 1966. Ήμουν σχεδόν οκτώ χρονώ. Ήμαστε αχώριστες με τη Δέσποινα και μετά από παρακάλια οι γονείς μας δέχτηκαν να νοικιάσουμε μαζί ένα διαμέρισμα στην Αγία Τριάδα. Αξέχαστο καλοκαίρι. Όλη τη μέρα εμείς τα παιδιά την περνούσαμε στη θάλασσα με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα για φαγητό και ύπνο.

Αυτός ο ύπνος ήταν το μοναδικό μου βάσανο. Πώς να κοιμηθώ που το μυαλό μου ήταν στο παιχνίδι! Η μαμά μου με έπαιρνε κοντά της και μου έκανε κανονικό κεφαλοκλείδωμα, για να μην κουνιέμαι. Κοίταζα το ταβάνι και μάθαινα να μετράω την ώρα από τις ανεπαίσθητες αλλαγές του φωτός που έμπαινε από τις γρίλιες. Το απόγευμα πάλι μπάνιο και μετά σινεμά. Ταινίες με τον μασίστα, με τη Τζίνα Λολομπριτζίτα, την Κλαούντια Καρντινάλε και τη Σοφία Λόρεν ή την Τζένη Καρέζη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που όλη τη μέρα τις διαφήμιζε ένα αυτοκίνητο με τηλεβόα. Τον χειμώνα θα υποδυόμασταν ρόλους με τη Δεσποινούλα, παριστάνοντας τις ηθοποιούς σε δικά μας σενάρια. Το καλοκαίρι όμως αυτό θα μου μείνει αξέχαστο και για έναν άλλο λόγο. Έμαθα να κάνω ποδήλατο και να κολυμπώ! 

Ο μπαμπάς έρχεται μαζί μου στη θάλασσα. Μου αρέσει να τον βλέπω να κολυμπάει. Καθώς πολύ νέος ήταν αθλητής της ενόργανης, κάθε κίνησή του έχει χάρη, δύναμη, σταθερότητα και σβελτάδα. Πλατσουρίζω στα ρηχά. Τα άλλα παιδιά της παρέας, ένα τσούρμο, ξέρουν λίγο πολύ να κολυμπούν. Εγώ όμως όχι. Η επιθυμία μου να μάθω κολύμπι είναι μεγάλη. Δοκιμάζω με το ένα πόδι να ακουμπάει στον πάτο της θάλασσας και το άλλο να χτυπάει το νερό, αλλά η προσπάθειά μου είναι χωρίς αποτέλεσμα. Ο μπαμπάς μου με κοιτάει. «Πάμε!» μου λέει. Λίγο πιο κάτω νοικιάζουν βάρκες. Διαλέγει μια μικρή, μπαίνουμε μέσα και τραβάμε για τα βαθιά. Εκεί που το νερό σκουραίνει, σταματάει. Ρίχνει τη μικρή άγκυρα και, πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, με σηκώνει επάνω και με πετάει στο νερό. Χτυπάω χέρια πόδια με όλη μου τη δύναμη, προσπαθώντας να βγω στην επιφάνεια και να κρατηθώ. Δευτερόλεπτακι ο μπαμπάς μου βουτάει και με πιάνει. Παίρνω λίγες ανάσες και με πετάει πιο πέρα. Ξανά και ξανά. Κι εγώ όλο και καλύτερα, όλο και περισσότερο κρατιέμαι στην επιφάνεια. Έπειτα με σηκώνει και με βάζει στη βάρκα. «Τέλος για σήμερα, μου λέει. Αύριο θα μάθεις να κάνεις τις σωστές κινήσεις». Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη τι έγινε. Ο μπαμπάς μου με κοιτάει χαμογελώντας. Μου αρέσει το χαμόγελό του. Είναι πλατύ, ζεστό και μου δίνει σιγουριά. «Είσαι μαχήτρια. Φοβήθηκες;» Όχι, γιατί να φοβηθώ; Ούτε για μια στιγμή. Με τον μπαμπά δίπλα μου νιώθω πολύ δυνατή. Ο ήλιος είναι ψηλά. Και η θάλασσα ολογάλανη, γεμάτη μικρά φωτεινά αστέρια να κολυμπάνε στην επιφάνειά της. Έξω, μακριά στην αμμουδιά, οι φίλοι μου χτίζουν κάστρα. Οι φωνές τους φτάνουν μέχρι εδώ. Κι εμείς στη βάρκα μοιραζόμαστε με τον μπαμπά μου κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω, κάτι πρωτόγνωρο. «Μια φορά κι έναν καιρό…» μου λέει ένα παραμύθι. Το μοναδικό που έχω ακούσει ποτέ από εκείνον. Λέει για έναν νέο που ήθελε να παντρευτεί μια πριγκιποπούλα, αλλά ο βασιλιάς τον υπέβαλε σε χίλιες δυο δοκιμασίες, προκειμένου να του δώσει την κόρη του. Ο νέος τα κατάφερε με τη βοήθεια του φίλου του: ενός μυρμηγκιού, το οποίο κάποτε είχε βοηθήσει ο ίδιος. Το μυρμήγκι σε ένδειξη φιλίας και ευγνωμοσύνης τού έδωσε ένα μικρό φτερό από την πλάτη του και του είπε: «φύλαξέ το κι όταν με χρειαστείς, κάψ’ το κι εγώ θα έρθω να σε βοηθήσω». Έτσι κι έγινε. Στρατιές μυρμηγκιών έφερε μαζί του, όταν χρειάστηκε να βοηθήσει τον νέο. Και τα αδύνατα έγιναν δυνατά. «Κι εγώ σου παραδίδω το φτερό, μου λέει ο πατέρας μου. Θα βρεθώ κοντά σου όπου κι αν είσαι, αν με χρειαστείς. Μη φοβηθείς. Να θυμάσαι πάντα τα λόγια μου αυτά. Να κάψεις το φτερό. Μεγαλώνοντας θα καταλάβεις».

Δεν έκαψα ποτέ το φτερό, γιατί το φύλαγα πάντα για τις πιο δύσκολες στιγμές. Του έδωσα, όμως, εγώ το δικό μου, στο αεροδρόμιο, όταν πολλά χρόνια μετά έφευγε με τη μαμά και τον αδελφό μου για μια πολύ δύσκολη επέμβαση στο Λονδίνο. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Δεν χρειάστηκε να κάψει το φτερό ούτε εκείνος.

Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο της Αναστασίας Χρυσαφίδου-Καλφέλη Αβγά μηλάτα Η Γραμματική των παιδικών μου χρόνων, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΥΣΑΦΙΔΟΥ-ΚΑΛΦΕΛΗ


Η Αναστασία Χρυσαφίδου-Καλφέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε για τριάντα δύο χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τον καθηγητή της νεοελληνικής γλώσσας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Χρίστο Τσολάκη, στο πλαίσιο των μαθημάτων του οποίου δίδαξε Γλωσσικές Ασκήσεις ως αποσπασμένη φιλόλογος από τη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1997 έως το 2000 συμμετείχε στην ομάδα αναθεώρησης των βιβλίων της νεοελληνικής γλώσσας για το Γυμνάσιο.


Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

Η Φυγή (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

(ΠΙΝΑΚΑΣ  ΑΡΙΣΤΗ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑ)

Η  Φυγή

Πάντα την ταπείνωνε. Από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο. Αυτή φοιτήτρια ξένης φιλολογίας, αυτός της ιατρικής. Η Νόρα καστανόξανθη, με κυματιστά μαλλιά ως τους ώμους, ψηλή και λεπτή, με σαγηνευτικό χαμόγελο. Αυτός μέτριος στο ύψος, με πράσινα μάτια, στενά χείλη και κανονικά χαρακτηριστικά. Αγέλαστος όμως. Κάποια κόμπλεξ φαίνεται τον κυνηγούσαν από μικρό παιδί, και του έβγαιναν τώρα με μια σαδιστική διάθεση. Έλεγε ότι την αγαπούσε, αλλά ήθελε να την εξουσιάζει. Στην αρχή εκείνη αντέδρασε, όπως ήταν περήφανη και προερχόμενη από μια οικογένεια με διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό πολιτισμό. Από γονείς με καλλιέργεια και ευγένεια στους τρόπους και στη συμπεριφορά. Ιδίως η μάνα της είχε μια έμφυτη καλοσύνη και μια απλόχερη αγάπη για όλο τον κόσμο. Εκείνος ήταν άξεστος, ακαλλιέργητος. Τον είχαν μεγαλώσει έτσι, ώστε να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Προσπαθούσε να επιβάλλεται στους άλλους μ’ έναν τρόπο αγενή, να τους αιφνιδιάζει με τους απρεπείς χαρακτηρισμούς του, το απότομο ύφος του, την προπέτειά του. Η Νόρα αγαπούσε τη μουσική και τη λογοτεχνία. Είχε ένα λαμπερό μυαλό και διακρινόταν στις σπουδές και στις συναναστροφές της. Αυτό τον δαιμόνιζε. Σιγά σιγά την απομάκρυνε από τις φίλες της, προσπαθούσε να την ξεκόψει και από την οικογένειά της. Εκείνη τρελή από αγάπη υπέκυπτε ολοένα και περισσότερο στις απαιτήσεις του. Άρχισε να αλλοτριώνεται, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εγκατέλειπε τα ενδιαφέροντά της, εκείνα που τη στήριζαν και της ομόρφαιναν τη ζωή. Όλα πια στρέφονταν γύρω από τον εγωκεντρικό εραστή πρώτα, και έπειτα από πολλά βασανιστικά χρόνια, σύζυγο/δυνάστη της. Οι αδελφές της και οι φίλες της δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς αυτός ο άνθρωπος την είχε έτσι μεταμορφώσει, ώστε να μην έχει πια καμιά σχέση με τον προηγούμενο εαυτό της. Η ίδια έχανε κάθε μέρα ένα κομμάτι της ελευθερίας και της ανεξάρτητης υπόστασής της. Έκανε τρία παιδιά, το ένα πίσω από το άλλο. Η ζήλεια του ήταν αφόρητη, αλλά εκείνη την υπέμενε καρτερικά. Ύστερα άρχισαν οι απιστίες του. Προφανώς είχε ανάγκη επιβεβαίωσης του αντρισμού του. Μια φορά τον έπιασε «επ’ αυτοφώρω». Αυτός, αφού φυγάδευσε την ερωμένη του, της ορκιζόταν πως αυτή είναι η μοναδική του αγάπη. Είχε φοβηθεί μήπως τον εγκαταλείψει. Εκείνη πάλι υπέκυψε. Τον συγχώρεσε. Μετά όμως από λίγο καιρό αυτός ξανάρχισε τα ίδια. Τότε η Νόρα αποφάσισε να πάει σε ένα δικηγόρο, χωρίς βέβαια να του πει τίποτα. Ο δικηγόρος αντί να τη βοηθήσει την αποθάρρυνε, λέγοντας: «Και πώς θα ζήσετε με τρία παιδιά; Το σκεφτήκατε καλά, κυρία μου;». Κι έτσι εκείνη έκανε πάλι πίσω. Τα χρόνια περνούσαν και δεν άλλαζε τίποτα. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν από το σπίτι. Όλα τραυματισμένα από τη συμπεριφορά του πατέρα τους. Κανένα όμως δεν του αντιτάχτηκε. Κανένα δεν υπερασπίστηκε τη μάνα του. Από φόβο. Αυτός γινόταν όλο πιο βίαιος και πιο ταπεινωτικός. Την εξουθένωνε. Σιγά-σιγά έχανε τον εαυτό της. Άρχισε να ξεχνάει, ίσως από άμυνα. Τότε εκείνος γινόταν ακόμη πιο επιθετικός. Τη μείωνε, την πρόσβαλε, την κορόιδευε ότι δεν ξέρει πια τι της γίνεται. Ότι ξεχνάει τα χάπια της, το τηλέφωνό της, τα γυαλιά της. Την έπεισε πως χωρίς αυτόν είναι ανίκανη να κάνει  οτιδήποτε. Την ευνούχισε. Κι εκείνη υπάκουε. Τον πίστευε. Κρεμάστηκε επάνω του. Έγινε άβουλο υποχείριό του. Λες και αρνιόταν να σκεφτεί, να αντιδράσει, να φωνάξει. Της τα είχε πάρει όλα. Της είχε λεηλατήσει την αξιοπρέπειά της. Της είχε ρημάξει τη ζωή και την  προσωπικότητά της. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της.

Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνος, έξαλλος από θυμό, σήκωσε το χέρι να τη χτυπήσει, επειδή η Νόρα προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, γιατί την ταπείνωσε άλλη μια φορά, ένιωσε το σώμα της επιτέλους να ορθώνεται. Δεν είπε λέξη. Μόνο τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Καυτά δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της, αλλά στο πρόσωπό της χύθηκε μια πρωτόγνωρη έκφραση αποφασιστικότητας. Προχώρησε σιωπηλά ως την εξώπορτα. Την άνοιξε με σταθερό χέρι κι ανάσανε με λαχτάρα τον αέρα της ελευθερίας.

                    Βουρβουρού, 14/5/2020


ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ



Η Ελένη Λόππα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ στο Α.Π.Θ., όπου πραγματοποίησε και τις μεταπτυχιακές σπουδές και το διδακτορικό της στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εργάστηκε σε σχολεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και σε σχολεία στο Παρίσι, όπου και υπηρέτησε ως Σύμβουλος Εκπαίδευσης, με ευθύνη για τα ελληνικά σχολεία τριών χωρών, της Γαλλίας, Ελβετίας και Ιταλίας. Στo Παρίσι παρακολούθησε μεταπτυχιακά στη Σορβόννη και στην Ecoledes Hautes Etudes en Sciences Sociales και συμμετείχε σε έρευνες, σχετικά με την Κοινωνιολογία της λογοτεχνίας. Δίδαξε Λογοτεχνία και Γλώσσα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. και στο Τμήμα Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης. Από το 1998-2006 διετέλεσε Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε μέλος της συγγραφικής ομάδας των σχολικών εγχειριδίων «Έκφραση-Έκθεση» για το Λύκειο. Είναι επίσης μέλος της ομάδας φιλολόγων, που εκπόνησε ψηφιακό υλικό, την «Πολύτροπη γλώσσα», για τη διδασκαλία της γλώσσας στο Λύκειο, το οποίο η ομάδα παραχώρησε στο Κέντρο ελληνικής γλώσσας (ΚΕΓ). Έχει δημοσιεύσει άρθρα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία σε επιστημονικά περιοδικά της χώρας μας και της Γαλλίας και έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις σε πολλά συνέδρια, σεμινάρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 2010 ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Έχει εκδώσει μια τριλογία που αποτελείται από τα εξής μυθιστορήματα: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης», εκδόσεις Γαβριηλίδης, (2011), «Εμιγκρέ. Ιστορίες ανθρώπων», εκδόσεις Γαβριηλίδης, (2013) και «Απαγορευμένη πατρίδα», εκδόσεις Ν. Μπατσιούλα, (2015). Από τις εκδόσεις Ρώμη κυκλοφορούν τα βιβλία της, «Η ζωή είναι αλλού; Requiem for a dream”, (2017) και «Οι ψυχές φωνάζουν», (2019). Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Εδώ και έντεκα χρόνια συντονίζει τη λέσχη ανάγνωσης, «Της λογοτεχνίας χάριν…».

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021

Το σπίτι στο νησί (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

φωτ. Αλεξάνδρα Γερακίνη 


Το σπίτι στο νησί

Η Ελένη στάθηκε στο παράθυρο και αγνάντεψε τη θάλασσα που απλωνόταν στο βάθος. Ατέλειωτη της φάνηκε και μοχθηρή, η θάλασσα την ξέκοβε από τον κόσμο, της στερούσε τη γη που πατούσε και τον αέρα που ανέπνεε.

Ήθελε να γυρίσει, να αποστρέψει το βλέμμα μα δεν έμεναν και πολλά πράγματα για να δει. Το σπίτι , στο οποίο ήρθε νύφη τη δεκαετία του 80, στεκόταν εκεί, στη μέση του χωριού μόνο και παράταιρο, λυπηρό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Μια γκρεμισμένη αυλή, ρωγμές στα ξεχαρβαλωμένα ντουβάρια, η  σκάλα που έτριζε, τα ξύλινα κουφώματα που χτυπούσαν, όταν ο αέρας λυσσομανούσε, μια ξυλόσομπα και παλιά έπιπλα, αυτή ήταν η περιουσία της. Η φθορά έχασκε παντού και ο χρόνος, ανελέητος, ξεδίπλωνε τα σημάδια της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.

Ποτέ της δεν αγάπησε το νησί, ξένη αισθανόταν πάντα, τους ανθρώπους του δεν τους ήθελε, τις κουβέντες τους τις βαριόταν, δέκα μέτρα ήταν δεν ήταν το ταξίδι τους στον κόσμο: το σπίτι τους, η αυλή τους, η βάρκα τους. Εκείνη ήθελε να ανοίξει φτερά, να ζήσει, να χορτάσει τη φαντασία της με όνειρα που δεν χωρούσαν στο περιβάλλον στου νησιού. Φαντασμένη την ανέβαζαν, αλλοπαρμένη την κατέβαζαν και ο πατέρας της φρόντισε να την παντρέψει χωρίς να τη ρωτήσει, μη τους μείνει αμανάτι και τι θα έκαναν ύστερα;  

Τρία παιδιά απέκτησε η Ελένη σ΄αυτό το σπίτι και αρχές της δεκαετίας του 90, όταν η Ελλάδα άλλαζε, έπεισε τον άνδρα της να πουλήσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν και να φύγουν στην Αθήνα. Μόνο το σπίτι τους δε δέχτηκε ο άνδρας της να πουλήσουν. «Αν κάτι πάει στραβά είπε» «να χουν ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους».

Ο Τάκης ήταν καλός οικοδόμος, έπιαναν τα χέρια του. Βρήκε εύκολα δουλειά και αν τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκαν να συνηθίσουν τον θόρυβο και την πνιγηρή ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας, γρήγορα βολεύτηκαν στα χρήματα που έρρεαν άφθονα. «Μα ήταν τόσο εύκολο;», σκεφτόταν πολλές φορές η Ελένη. Το ένα έφερε το άλλο και ο Τάκης ξανοίχτηκε, έφτιαξε το δικό του συνεργείο, προσέλαβε υπαλλήλους, αναλάμβανε εργολαβίες και τα νέα φτάναν στο νησί για τα κατορθώματα του Τάκη και τα μεγαλεία της Ελένης που κατόρθωσε να κλείσει τα στόματα επιτέλους.

Το νησί σπάνια το επισκέπτονταν, ίσα-ίσα για να δουν τους γονείς τους, τους οποίους χορηγούσαν γενναία και έτσι έδιωχναν από πάνω τους τα σχόλια για την απουσία τους και τις κατηγόριες ότι είχαν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους. 

Η Αθήνα άλλαζε, γιγαντωνόταν και καλλωπιζόταν πρόχειρα για να υποδεχτεί τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Δύσκολα μπορούσε να κρύψει την ασχήμια της πίσω από τα βιαστικά και φτηνά φτιασιδώματα αλλά ποιος νοιαζόταν; Όλοι επένδυαν κάπου, όλοι ζούσαν σε τρελούς ρυθμούς, μια απίστευτη ένταση, ένα ανελέητο κυνηγητό χρήματος, διασκέδασης και φήμης, αυτή ήταν η πρωτεύουσα τότε. Ένα ατέλειωτο εργοτάξιο κτιρίων, κατασκευών και ιδεών. Το χρηματιστήριο ανθούσε και μαζί οι ψευδαισθήσεις.

Έζησαν χρόνια καλά η Ελένη και ο Τάκης, γεύτηκαν χρήμα και πολυτέλεια, μεγάλωσαν τα παιδιά τους με ανέσεις και όταν μια μέρα όλα ξεφούσκωσαν ξαφνικά, όπως ακριβώς είχαν φουσκώσει, βρέθηκαν στο απόλυτο κενό. Δεν είχαν οσμιστεί τίποτα, τους αρκούσε που περνούσαν καλά.

Ο Τάκης πάλεψε αλλά δεν άντεξε την καταστροφή. Τα χρέη τον έπνιξαν, η Ελένη θεωρήθηκε υπεύθυνη για την οικονομική καταστροφή και το χαμό του συζύγου της. Εκείνη ήθελε το παραπάνω, εκείνη τον παρέσυρε στην πρωτεύουσα, εκείνη συγκέντρωσε το μένος των συγγενών και την κοινωνική κατακραυγή. Τα παιδιά της, τακτοποιημένα και βολεμένα  αρνήθηκαν να το ζήσουν όλο αυτό. Τι δουλειά είχαν με όλη αυτή την κατάσταση; Παιδιά ήταν, δεν ήξεραν, δεν είχαν καμία ευθύνη, σπούδασαν, ξόδεψαν τα χρήματα που τους έδιναν, σιγά μη πουλούσαν τώρα ό,τι είχαν και δεν είχαν για να μαζέψουν τι, τα ασυμμάζευτα; 

Η Ελένη, κυνηγημένη από τα χρέη, κατέφυγε στο νησί και το ερειπωμένο σπίτι ήταν το μόνο που κατάφερε να γλιτώσει από τη λαίλαπα που παρέσυρε αυτήν και τη ζωή της. Τώρα ήταν πιο ξένη από ποτέ. Δυο φορές ξένη στο νησί που μεγάλωσε και παντρεύτηκε, στο νησί που έγινε και πάλι η φυλακή της, στο νησί που μίσησε.

Εκείνο το πρωί σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα στα παιδιά της, στο κάτω-κάτω παιδιά της ήταν, τα μεγάλωσε αλλά οι λέξεις είχαν στεγνώσει. Άνοιξε την παλιά ντουλάπα και αναζήτησε ρούχα, καλλυντικά και κάτι λίγα κοσμήματα που έμειναν από τις παλιές, καλές εποχές. Ντύθηκε, βάφτηκε, στολίστηκε, φόρεσε διπλά κολιέ και τριπλά βραχιόλια, πολύχρωμα φουλάρια και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Στο διάβα της, οι χωριανοί την κοίταζαν περίεργα και κρυφογελούσαν. Τα παιδιά την πήραν στο κατόπι. Όλοι πίστεψαν ότι είχε χάσει τα λογικά της. Με κανέναν δεν είχε επαφή άλλωστε από το τότε που γύρισε στο νησί. 

Εκείνη κατηφόριζε και αγέρωχα περπατούσε μέχρι την προβλήτα. Ίσα που πρόλαβε να μπει στο καράβι. Έστρεψε το βλέμμα της προς το νησί. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει ήταν τα κεραμίδια του σπιτιού της που ξεγλιστρούσαν και σκέπαζαν και τα τελευταία χνάρια της ζωής της εκεί. Η σκεπή είχε καταρρεύσει.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΕΡΑΚΙΝΗ


Η Αλεξάνδρα Γερακίνη γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων και εργάζεται στο 6ο Γυμνάσιο Καβάλας. Είναι εκπαιδεύτρια ενηλίκων με μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στο τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Συνεργάστηκε με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στο πρόγραμμα συγγραφής και εφαρμογής διδακτικών σεναρίων στη Λογοτεχνία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και με το ΙΕΠ στη σύνταξη προγραμμάτων σπουδών για το μάθημα της Λογοτεχνίας.  Συμμετέχει σε συνέδρια και δημοσιεύει κείμενα σε  εκπαιδευτικά και επιστημονικά περιοδικά. Εδώ και πολλά χρόνια διατηρεί στο διαδίκτυο το προσωπικό της ιστολόγιο στο οποίο αναρτά υλικό και καινοτόμες ιδέες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2021

Οικοδομικά υλικά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Αναστασία Λάλου: «Το κόκκινο γοβάκι»
Αναστασία Λάλου: «Το κόκκινο γοβάκι»



Οικοδομικά υλικά


Αργά το απόγευμα τη βλέπω να βγαίνει από τη μάντρα ‒  «Οικοδομικά υλικά».  Στο κάθε χέρι  από μια βαριά σακούλα. Βαδίζει προς το μέρος μου. Οι ψηλοτάκουνες κόκκινες λουστρίνι γόβες τη βοηθούν να περπατά λικνιστικά, σαν να ζυγιάζεται για να πετάξει. Oι σακούλες με τα οικοδομικά υλικά την τραβούν να την καρφώσουν, λες, στη γη. 

Με πλησιάζει γελαστή. Κραγιόν, μαλλιά και γάντια ασορτί με τις γόβες. «Τσιμέντο», μου λέει, «τσιμέντο. Να καλουπώσω ένα σκαλί».  

Ζει σε ένα σπίτι χωρίς σκάλα, ισόγειο. Το μόνο σκαλί που ανεβοκατεβαίνει καθημερινά είναι το πεζοδρόμιο. 

 Πώς είμαστε οι άνθρωποι, σκέφτομαι. Μες στην καρδιά μας, ένα μοναχό σκαλοπάτι το κάνουμε σκάλα, μια χελιδονοφωλιά την κάνουμε σπίτι, δυο καδρόνια και τρία καρφιά  τα κάνουμε σταυρό,  μια σελίδα παλιάς επιστολής  την κάνουμε βαρκούλα,   ένα χαμόγελο το κάνουμε έρωτα,  μια κηλίδα αίμα αθώο το κάνουμε σύνθημα,  ένα κομμάτι συρματόπλεγμα  το κάνουμε σύνορα, ένα βλέμμα γλυκό και μια ανοιχτή αγκαλιά τα κάνουμε πατρίδα,  ένα ζευγάρι γόβες κόκκινες τις κάνουμε φτερά.  Και με λίγο νερό και τσιμεντόσκονη χτίζουμε τη γυναίκα του πρωτομάστορα, για να στεριώσουμε ανύπαρκτα γιοφύρια. 


ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΑΒΙΤΗ, 1/1/2021


Η Τζένη Καραβίτη γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας και ζει στη Θεσσαλονίκη.  Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Θέατρο στο University of Essex  και στο Royal Holloway University of London του Η. Βασιλείου. Είναι ιδρυτικό και ενεργό μέλος του Πανελληνίου Δικτύου για το Θέατρο στην Εκπαίδευση.  Από το 2011 ως το 2020 συμμετείχε στην Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης, που δημιούργησε το ψηφιακό έργο Πολύτροπη Γλώσσα, για τη διδασκαλία της γλώσσας  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.  Μεταφράσεις:  «…να σκέφτεσαι τους άλλους: 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς» , «Καφέ Σωκράτης: μια νέα γεύση φιλοσοφίας» του Κρίστοφερ Φίλιπς, « Μια ερωτική Ιστορία» του Γκάζι Αλγκοζαίμπι κ.ά. Ως το 2014 υπηρέτησε στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος. 




Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

ΑΝΟΙΚΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ή openbook

 

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 
φωτογραφία: Βάλια Γιγαντίδου


 ΜΙΑ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ


   Καθώς έμενα στο ισόγειο, είχα άπλετη θέα στον ακάλυπτο. Εκεί που φτάνουν οι φωνές των διαμερισμάτων από ολόγυρα, πάνω από εξήντα μετράω όποτε έχω τη διάθεση. Φωνές που προσγειώνονται στον ακάλυπτο τσακισμένες, γελαστές, απελπισμένες ή λαμπερές. Εκεί, που καταλαβαίνω πως φτάνει η άνοιξη από τα τιτιβίσματα των πουλιών που την καλούν. Πόσοι άραγε άνθρωποι να κατοικούν γύρω από αυτόν τον δυσώδη χώρο; Το μόνο που ακούω είναι η ηχώ από τους καυγάδες τους, οι βλαστήμιες και τα ερωτόλογά τους. Όμως, ούτε εγώ ούτε το χώμα του ακάλυπτου μάθαμε ποτέ ποιος μισεί και ποιος αγαπά. Οι μυρωδιές από τα όσπρια και τα λαδερά είναι αυτό που λεκιάζει τον αέρα μας. Ο νόμος της βαρύτητας δεν αφορά τις τσίκνες, όλες στο παράθυρό μου καταλήγουν και στα τούβλα γύρω από τον βρομερό ακάλυπτο.

   Το γεύμα της οικογενειακής Κυριακής, είναι το αγαπημένο μου. Μακάρι να ήξερα ποιος είναι που προτιμά το ραγού και ποιος το παστίτσιο. Δεν ξέρω όμως. Ακούω βέβαια τις παθιασμένες στιγμές τους, τους καυγάδες και τα μονοιάσματα. Συμβουλές ο πατέρας στην ατίθαση κόρη, νουθεσίες η μαμά στον γιο για τις σχολικές του επιδόσεις, γάμοι, διαζύγια και κηδείες. Κουβέντες αυταρχικές, τρυφερές, απειλητικές, χαρούμενες, όλες χωρίς πρόσωπο. Πολεμικές ιαχές και γυαλικά που γίνονται θρύψαλα. Ο ακάλυπτος γεμίζει πάταγο, τα παιδιά κλαίνε, οι ενήλικες γελάνε, εξαρτάται από τις λέξεις που πεταρίζουν στα σπίτια τους. Και κάποιες νύχτες με ανοιχτά παράθυρα, ακούω τους στεναγμούς των ζευγαριών που αγαπιούνται, το καθένα με τον τρόπο του. Κι εγώ, στέκομαι εκεί  κι ακούω τα πάντα μαζί με τον ακάλυπτο, νιώθοντας άχρηστη.

    Η δική μου ζωή, άχρωμη είναι. Ολημερίς να φροντίζω το μικρό ισόγειο και να περιμένω τον άντρα μου να γυρίσει. Λίγες οι δουλειές, πολύς ο χρόνος. Ο γιος μας παντρεμένος εξακόσια χιλιόμετρα μακριά, ο άντρας μου να αλωνίζει σ’ όλες τις λαϊκές αγορές του Λεκανοπεδίου κι εγώ, οικιακά χωρίς τηλεόραση. Ένα ραδιοφωνάκι η συντροφιά μου, συνεχώς να παίζει τραγούδια πότε εύθυμα και πότε λυπητερά. Ώσπου, αποδήμησε εις Κύριον που λένε ο άντρας μου κι απόμεινα μονάχα με το ραδιοφωνάκι. Τις ειδήσεις τις αποφεύγω, τι ν’ ακούσω που δεν το ζω στο πετσί μου κάθε μέρα; Την ανέχεια; Τη μιζέρια ή τις κλοπές και τις δολοφονίες; Με τα λεφτά σφιχτά κρατημένα στην τσέπη βγαίνω για τ’ απαραίτητα ψώνια. Και τα κλειδιά, περασμένα σε κορδόνι και κρεμασμένα στο λαιμό μέσα από τα ρούχα, να μην φαίνονται. Κι όποτε ανταμώνομαι με σκούρο δέρμα, κατεβάζω το κεφάλι κι ανοίγω το βήμα, μη συναντήσω το βλέμμα τους το απελπισμένο. Τους συμπονάω, τι φταίνε κι αυτοί που πλημμύρισαν την εργατική γειτονιά μας; Πού να μείνουν, στην Εκάλη; Στριμωγμένοι δέκα - δέκα σε κάτι ανήλιαγα υπόγεια, σπρώχνουν τις μέρες να περνάνε, ώσπου να ’ρθει το καλύτερο αύριο που τους υποσχέθηκαν. Κι εκείνο δεν έρχεται ποτέ. Τους φοβάμαι κιόλας, δεν το κρύβω. Η πείνα σατανάς είναι που κυριεύει το μυαλό. Και αν είναι το παιδί σου που πεινάει, λύκος γίνεσαι να κατασπαράξεις, άγριο ζώο που πάει μόνο με το ένστικτο.

   Με την γειτονιά πολλά-πολλά δεν θέλω, σιχαίνομαι το κουτσομπολιό και την κάλπικη ανωτερότητά τους. Ό,τι πιάνει τ’ αυτί μου στα πεζοδρόμια, στον φούρνο ή τον χασάπη. Εξάλλου, όλα αυτά που καταμαρτυρούν στις οικογένειες, εγώ δεν τα βλέπω. Έξω απ’ το παράθυρό μου άνθρωποι του μεροκάματου περνούν αξημέρωτα, παιδιά για το σχολείο και γυναίκες φορτωμένες ψώνια. Σε κανενός το κούτελο δεν υπάρχουν γραμμένες οι αράδες της μέρας του. Ούτε χαρούμενες, ούτε θλιμμένες.  Κι όλες εκείνες τις φωνές στον ακάλυπτο, δεν ξέρω σε ποιον να τις ταιριάξω. Σκιές είναι, άλλοτε πηχτές, άλλοτε πιο αραιωμένες, άγνωστοι ξένοι όλοι μας ο ένας για τον άλλον. 

   Τον τελευταίο καιρό, πολύ μ’ απασχολεί ο ακάλυπτος. Λεροί τοίχοι, σκουπίδια, εγκατάλειψη. Κι ο ήλιος να μην φτάνει σ’ όλες τις γωνιές του. Μόνο οι αντίλαλοι από απειλές, γδούπους και βρισιές. Ίσως και μισό γέλιο καμιά φορά. Ο αέρας ζέχνει κι οι μπουγάδες βρομίζονται αμέσως μόλις κρεμαστούν από τα παράθυρα. Κι όμως, έχει μιαν αύρα αριστοκράτισσας αυτός ο χώρος. Που ξέπεσε κι έμαθε να περιφρονεί τον ίδιο της τον ξεπεσμό. Μ’ ένα χαμόγελο πασαλειμμένο θλίψη, περιμένει απ’ το κακό όνειρο να περάσει και να φύγει, να έρθει η μέρα της βασιλείας της ξανά. Έτσι μου φαίνεται κι όσο το σκέφτομαι τόσο μου καρφώνεται η ιδέα στο μυαλό. Στην αρχή, φοβήθηκα μήπως η τόση μοναξιά κι οι δυσκολίες με είχαν σαλέψει. Έπειτα όμως, σκέφτηκα πως παλιοί καημοί και νέες συμφορές μονάχα μ’ έναν τρόπο ξεπερνιούνται: αραιώνεις το χάος του νου και παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου. Στο κάτω - κάτω, ύστερα από μερικά χρόνια ήττας, όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε λίγο - πολύ. Μόνο το τρένο δεν παίρνουμε όλοι την ίδια ώρα. Το αποφάσισα λοιπόν: είχα στα χέρια μου μικρά ξεσπάσματα ζωής και θα τα φύτευα. Όχι ασφαλώς από επιθυμία για ηρωισμούς, αλλά από πλήξη. Όλοι στα γύρω διαμερίσματα την ίδια πλήξη μοιραζόμασταν κι είχαμε εκ των προτέρων αποδεχτεί πως κάπως έτσι θα πέρναγε το υπόλοιπο του βίου μας. Προσάρμοσα ηδονικά τα λιγοστά που είχα στην διάθεσή μου, το έδεσα στο ολβιόδωρο αποτέλεσμα που ευχόμουν κι έπιασα δουλειά.

   Μάζεψα από τον ακάλυπτο όλα τα υπολείμματα του καθενός και τα πέταξα: σκουριασμένους τενεκέδες, σάπια βαρέλια, μπουκάλια, πλαστικά τάπερ, γυάλες κι αποτσίγαρα. Νότισα το χώμα να κατακάτσει η σκόνη και σκούπισα. Μιας μέρας δουλειά κι ήδη ο χώρος μύριζε καινούριο. Την επομένη το πρωί, άνοιξα το παράθυρο πεπεισμένη πως πάλι θα βρω πεταμένα σκουπίδια. Το χώμα μου χαμογέλασε καθαρό κι αναθάρρησα. Θα έκανα το πείραμά μου ακριβώς όπως τα λογάριαζα. Με βοήθησε και ο ουρανός που με τους συνεχιζόμενους βοριάδες του, ξαπόστελνε τις μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονταν, κουνουπίδια που έβραζαν και ψάρια που ψήνονταν. 

   Κάποιος είχε ξεχρεώσει τα δανεικά που χρώσταγε στον άντρα μου με τρεις κουβάδες γαλάζια μπογιά. Θυμάμαι ακόμα πόσο είχα θυμώσει τότε, πώς του είχα φωνάξει ότι οι ριπολίνες δεν τρώγονται, μόνο χώρο πιάνουν, από αυτόν που δεν διαθέτουμε. Μ’ αυτές τις μπογιές ήταν που έβαψα τους τοίχους ένα γύρο. Τράβηξα πρώτα μια γαλάζια γραμμή ίσαμε εκεί που έφτανε το μπόι μου κι ύστερα γέμισα το υπόλοιπο. Άφησα μόνο ένα μικρό κενό όπου ζωγράφισα έναν κατακίτρινο ήλιο. Τότε ήταν που ένα παντζούρι άνοιξε κι ένα δειλό χαμόγελο απευθύνθηκε μόνο σε μένα. Ανταπόδωσα με καλημέρα εγκάρδια. Κι εκείνη, αιωρήθηκε για λίγο στον ευωδιαστό αέρα κι ύστερα πήγε ν’ ανοίξει κι άλλα παντζούρια. Τελικά, ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβουν οι άνθρωποι, ούτε τι είναι διατεθειμένοι να δείξουν.

   Άσκοπα είχα στριμώξει στο ανύπαρκτο μπαλκονάκι μου δυο πλαστικές καρέκλες κι ένα τραπεζάκι. Τα έστησα στο καθαρό χώμα του ακάλυπτου και πήγα να πλαγιάσω ικανοποιημένη. Το επόμενο πρωί, βρήκα άλλες δυο καρέκλες όμοιες, δίπλα στις δικές μου. Και μια γλάστρα με βασιλικό. Με την ορμή της χαμένης από καιρό νιότης, αγόρασα καστανόχωμα, έσκαψα τη μια γωνιά και φύτεψα δυο τριανταφυλλιές πορτοκαλιές, τις αγαπημένες μου. Το ίδιο απόγευμα, πήρα το περιοδικό μου και μια κανάτα σπιτική λεμονάδα και κάθισα στον περιποιημένο χώρο. Σιγά - σιγά, οι πρώτοι ενδιαφερόμενοι κατέβηκαν στον κοινόχρηστο χώρο. Άλλος μ’ ένα σκαμνί, άλλος με μια μικρή μανταρινιά σε βαρέλι, η μοναχική κυρία του πρώτου με ένα ταψάκι σπανακόπιτα. 

   Μάθαμε τα ονόματα και τα καλότροπα χούγια μας. Μπύρα χωρίς αφρό για μένα, ημίσκληρο τυρί για τον κυρ - Κώστα, ελιές μόνο θρούμπες η κυρα - Μαίρη, σαλαμάκι Λευκάδος για τον μαστρο - Φώτη. Και συνηθίσαμε να παίρνουμε τα πράγματα όπως έρχονταν και να είμαστε κεφάτοι όποτε μπορούσαμε. Το να περιμένεις κάτι ευχάριστο, είναι κι αυτό από μόνο του πανηγύρι. Εύκολα χαίρεσαι με το σχεδόν τίποτα, το μικρό παρήγορο που καταδέχεται η ζωή να σου χαρίσει. Αν και φαινόταν πως δεν είχαμε πολλά να πούμε ο ένας στον άλλον, τίποτα περισσότερο απ’ το να αναλύουμε ο καθένας τον δικό του καημό, τίποτα άλλο από το να ανταλλάσσουμε καχύποπτες γκριμάτσες, αργά και διστακτικά ανακαλύψαμε πως μας ενώνει κάτι όχι και τόσο ασήμαντο: Η μουσική, ακόμα κι αν στροβιλίζει μια δίχως νόημα ζωή, είναι πάντα μουσική και κανείς δεν της αντιστέκεται κατά βάθος.

ΤΖΙΝΑ ΨΑΡΡΗ


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2020

Συλλογή διηγημάτων: Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...

 



Λίγα λόγια για το βιβλίο... 

Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…

Επιμέλεια:   Ελένη Κ. Παπαδοπούλου (Ερανίστρια)


– Κρατώντας κάτι εύθραυστο, ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ ΚΟΥΛΑ


– Οι φωνές της παραλίας, ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ ΧΑΡΟΥΛΑ


– Η βιτρίνα, ΑΥΔΗ ΑΒΡΑ


– Στην Άσπρη Άμμο, ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΤΑΣΟΥΛΑ


– Το φάντασμα της ρεματιάς, ΘΩΜΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


– Λογοτεχνία και μαθηματικά, ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ


– Ο Παναγιώτης, ΚΙΟΣΣΕΣ ΣΠΥΡΟΣ


– Ιστορίες του θέρους, ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗ ΕΥΗ


– Το παιδί της Παναγιάς, ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ


– Η γιαγιά της Ρίτας, ΜΟΥΜΟΥΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


– Ο μεγάλος, ΜΥΛΩΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ


– Οδός Αποστόλου Παύλου, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ


– Ανέστης και Γρηγόρης, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ


– Η σχολική ποδιά, ΠΑΣΧΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


– Μια αλλιώτικη μέρα, ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ


– Ραντεβού, ΤΑΜΒΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


– Στο λεωφορείο, ΤΑΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ


– Γιώργος και Μαρία, ΦΩΤΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ


– Τα καλοκαίρια που μου χρωστάς, ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


– Όνειρα στο ταβάνι, ΨΑΡΡΗ ΤΖΙΝΑ


Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι της Βάλιας Γιγαντίδου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

…Η ιδέα της «κειμενικής» συνάντησης τόσο αξιόλογων εκπαιδευ­τικών της τάξης και δημιουργών αφηγηματικών κειμένων γεννήθηκε στην υποφαινόμενη, μετά από πολλές αναγνώσεις αδημοσίευτων αλλά και αναδημοσιευμένων κειμένων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε άλλους ιστότοπους. Ειδικά, στις ημέρες του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας και στην παράξενη περίοδο του καλοκαιριού του 2020, η παραγωγή των αφηγηματικών κειμένων με συντάκτες τους φίλους συ­ναδέλφους πλήθυνε σε ποσότητα και ξεχώρισε σε οίστρο και ποιό­τητα. Εξάλλου, η συστηματική και συνεχής άσκηση, όπως τονίζουμε και στους μαθητές μας, έχει πάντα ουσιαστικά μαθησιακά και δημι­ουρ­γικά αποτελέσματα.

   Η σκέψη που πρυτάνευσε ήταν ότι αυτά τα εξαιρετικά κείμενα έπρεπε να τα μοιραστούμε με όσο το δυνατόν περισσότερους συναν­θρώ­πους μας  που διαβάζουν και αγαπούν τη γραφή, αγαπούν τη Λο­γο­τεχνία και αναζητούν μια δημιουργική διέξοδο στις ώρες της ανα­γκαστικής καραντίνας. Έτσι, ανέλαβα την πρωτοβουλία να προσκα­λέσω συναδέλφους και φίλους από το facebook, όπου η αλληλεπί­δρασή μας είναι αδιάλειπτη και πάντα σε επίπεδο πνευματικών ενα­σχολήσεων, να εμπιστευτούν κείμενά τους, πρωτότυπα και δημο­σιευ­μένα, και κυρίως μικρές φόρμες (μικροδιηγήματα) στο ιστολόγιό μου, την Ερανίστρια, όπου εδώ και μια δεκαετία, εκτός από τα αμιγώς φιλολογικά και εκπαιδευτικά θέματα με τα οποία κυρίως αναστρέ­φομαι, έχω αφιερώσει και τη θεματική ενότητα της φιλαναγνωσίας και της δημιουργικής γραφής. Βέβαια, μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, η θεματική της δημιουργικής γραφής φιλοξενούσε κυρίως μαθητικά κεί­μενα από τα πολιτιστικά προγράμματα που έχω εκπονήσει στα διά­φορα σχολεία όπου υπηρέτησα. Ως εκ τούτου, εγκαινίασα μια νέα θε­μα­τική ενότητα αφιερωμένη σε κείμενα των μάχιμων εκπαιδευτικών, που λειτουργούν και ως υποδείγματα κειμενικής γραφής, εφόσον βα­σί­ζονται σε θεωρητικές γνώσεις πάνω στη Λογοτεχνία και τη Δημι­ουρ­γική Γραφή…


Ελένη Κ. Παπαδοπούλου ΜΑ Φιλόλογος- Εκπαιδευτικός Δ.Ε.


 

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που στήριξε οικονομικά την έκδοση, στην επιμελήτρια κα Ελένη Παπαδοπούλου και στην υπέροχη συγγραφική ομάδα!

                                                                                          Ο Εκδότης

                                                                                    Γιάννης Τσαχουρίδης

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ...

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Νύχτα εφημερίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Δημήτρης Αναστασίου, Στα κεντρικά του ονείρου
                      

Νύχτα εφημερίας


   Βαδίζει ασθμαίνοντας, σέρνοντας το πόδι με τη θρόμβωση. Η ομίχλη έχει κατακαθίσει πάνω από το νοσοκομείο. Νύχτα εφημερίας. Η Εθνικής Αμύνης άδεια, ο Βαρδάρης σφυρίζει υπόκωφα. Στην είσοδο του νοσοκομείου γίνεται ο έλεγχος.

   -Τι πάθατε;

   -Έχω ένα πρήξιμο στο δεξί πόδι και πονάω υπερβολικά!

Την θερμομετρεί και με γρήγορες κινήσεις των χεριών, σαν τους τροχονόμους που ρυθμίζουν την κυκλοφορία τροχοφόρων, την κατευθύνει στον τομέα των επειγόντων περιστατικών.

   -… στους αγγειοχειρουργούς!

   Με τη μάσκα μέχρι τα μάτια, γάντια μιας χρήσης και δυσκολία στην κίνηση κατευθύνεται εκεί που της υπέδειξε η υπεύθυνη της εφημερίας. Η αυλή του νοσοκομείου είναι ασφυκτικά γεμάτη από ασθενοφόρα με εποχούμενους αστροναύτες. Μεταφέρουν ασθενείς με covid. Πρέπει να περάσει  από τα στενά διάκενα που σχηματίζονται από τα σταθευμένα φορεία για να φτάσει στην είσοδο των εξεταστηρίων. Παντού αντηχούν άναρθρες κραυγές, δύσπνοια και βογκητά απ’ έξω κι από μέσα, από τον δεύτερο όροφο, από τα ανοιχτά παράθυρα που οδηγούν στις κλινικές όπου στήθηκε η κονίστρα για την ασύμμετρη πάλη με τον «Γολιάθ», τα αλώνια του Χάρου. Εκείνη, φοβισμένη και υποφέροντας από τον οξύ πόνο, κατευθύνεται στην αίθουσα αναμονής, όπου ένα αυτοσχέδιο παραβάν την χωρίζει από το ιατρείο. Ελάχιστοι άνθρωποι, σκυθρωποί και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, περιμένουν. Νοσηλεύτριες, με μάσκες και γάντια, ιδρωμένες, πηγαινοέρχονται γρήγορα, ζωντανεύοντας μια σκηνή fast motion κινηματογραφικής ταινίας. Γιατροί μασκοφόροι εξετάζουν στα κρεβάτια του πόνου. Οι ομιλίες διακόπτονται από τις γνώριμες, πλέον, φωνές απόγνωσης του δευτέρου ορόφου.

   -είναι ασθενείς με κορωνοϊό, δεν μπορούν να αναπνεύσουν…Μουρμουρίζει κάτω από τη μάσκα ένας από την αίθουσα αναμονής. Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, σαν μέγγενη που σφίγγει τον λαιμό.

   -εσείς τι έχετε;

   -Μάλλον, ειλεό, το’ χω ξαναπάθει

   -εγώ, θρόμβωση στο πόδι

   -λέτε να μας κρατήσουν μέσα;

   -θα δούμε…

   Στη σκέψη και μόνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο, ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, όχι όμως και το οίδημα.

    «Ευτυχώς», σκέφτηκε, «δεν έχω κολλήσει τον ιό, αν όμως κολλήσω τώρα;»

   Προσέχει κάθε της κίνηση, στέκεται όρθια, δεν ακουμπά τίποτα, ρίχνει συνέχεια αντισηπτικό πάνω στα γάντια της και εφαρμόζει τη μάσκα, σχεδόν μέχρι τα ματόκλαδά της. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης… να ζήσει αυτή… Μετά, όμως, σύγκρυο διαπερνά το σώμα της, ακούγοντας πάλι ένα αγκομαχητό από τον τόπο του μαρτυρίου.

   Μονολογεί,  «ποιος καημένος παλεύει να ζήσει; Σήμερα αυτός, αύριο εγώ. Δεν κάνει διακρίσεις ο ιός, δεν κάνει εξαιρέσεις ο θάνατος…»

   Μετά από μισή ώρα αναμονής, που της φάνηκε αιώνας, ήρθε και η σειρά της. Ο αγγειοχειρουργός τής συνιστά ακινησία και μια ενέσιμη αγωγή και, φυσικά, να επιστρέψει σπίτι της, στην εγκλωβισμένη της ζωή. Μακριά, όμως, από τον ασφυκτικό κλοιό του κορωνοϊού, μακριά και προσωρινά!


ΕΛΕΝΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020

Εσύ, μην κλαις (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Εσύ, μην κλαις

Σ’ εκείνον,

ξεκινώντας από το ποίημα του V. Popa «Το καρφί»


Ύστερα γύρισε σπίτι και μου το είπε. «Με απέλυσαν, γυναίκα. Με απέλυσαν» Έτσι απλά, μου το είπε, έτσι το είχαν ανακοινώσει και σ’ εκείνον∙ με μια λέξη μόνο, τελεστική.

  Πώς ανατρέπει ένα «Απολύεσαι!» την καθημερινότητα του ανθρώπου στο λεπτό, πώς τον τσακίζει…Ακόμα πιο πολύ, όταν είναι αποτέλεσμα συκοφαντίας των κάθε λογής παρατρεχάμενων του αφεντικού, αυτών των ισόβια, δουλικά ταγμένων στην καρέκλα.

  Όμως.

   Είμαι εγώ εδώ. Και έχω μια αγκαλιά ζεστή, για να κουρνιάσει το λαβωμένο μου πουλί∙ να ξαποστάσει ο άντρας μου μες στην αντάρα που τον βρήκε. 

   (Κουράστηκε ο μεσόκοπος υπάλληλος να μαζεύει μόνος του όλο το πρωί τα προσωπικά του αντικείμενα από το γραφείο, να τα ρίχνει βιαστικά σε άδεια τσιγαρόκουτα κι αυτά μετά να τα στοιβάζει στο αυτοκίνητό του όπως όπως. Και όλο να τον παίρνει το παράπονο για το κατάφωρο τ’ άδικο που στόμωσε τα λόγια μέσα του και μιλιά δεν μπόρεσε να βγάλει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κιχ. Και όλο να βουρκώνει κρυφά απ’ τον βουβό θυμό για την προσβολή. Και να μην έρχεται το τσιράκι του Μπος ούτε στο μεγάλο διάλειμμα να τον βοηθήσει, έστω, να του πει μια κουβέντα παρηγοριάς ∙ να μην τον πλησιάζει καν, μόνο να ιδρώνει και να ξεφυσά τρέχοντας πάνω κάτω στους διαδρόμους της εταιρίας, γιατί ζυγώνει όπου να ’ναι και η δική του η σειρά και το γνωρίζει – οι κακές γλώσσες δεν σταματούν παρά μόνο όταν έχουν φάει ως και τον εαυτό τους.)

   Καλέ μου!

   Η αγάπη μου επουλώνει ήδη την πληγή σου, να το ξέρεις αυτό. Σε θωρακίζει στον θολό καιρό, θα δεις. Μην απελπίζεσαι, λοιπόν. Εσύ, μην κλαις. Έτσι του ψιθύρισα στο αυτί με την ανάσα μου να χνωτίζει τον σβέρκο του.

   Τους άλλους κλάψε. Αυτούς που δεν θα ’χουν φωλιά να κρυφτούν, άνθρωπο να τους γιατροπορέψει, όταν βρεθούν –που θα βρεθούν κάποτε, είναι βέβαιο– στην ανάγκη. Αυτούς που αγνοούν πως ακόμα κι αν όλα τα καρφιά του κόσμου αντέξουν το βάναυσο σφυρί, στο τέλος, τα περιμένει πάντα μια ακόμα πιο φοβερή, μια αδυσώπητη τανάλια. 

   Και αυτή τότε θα την κρατώ εγώ, στο υπόσχομαι ∙ εγώ, η γυναίκα του απολυμένου, τελεστικά.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΥΛΩΝΑ