Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2020

Νύχτα εφημερίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Δημήτρης Αναστασίου, Στα κεντρικά του ονείρου
                      

Νύχτα εφημερίας


   Βαδίζει ασθμαίνοντας, σέρνοντας το πόδι με τη θρόμβωση. Η ομίχλη έχει κατακαθίσει πάνω από το νοσοκομείο. Νύχτα εφημερίας. Η Εθνικής Αμύνης άδεια, ο Βαρδάρης σφυρίζει υπόκωφα. Στην είσοδο του νοσοκομείου γίνεται ο έλεγχος.

   -Τι πάθατε;

   -Έχω ένα πρήξιμο στο δεξί πόδι και πονάω υπερβολικά!

Την θερμομετρεί και με γρήγορες κινήσεις των χεριών, σαν τους τροχονόμους που ρυθμίζουν την κυκλοφορία τροχοφόρων, την κατευθύνει στον τομέα των επειγόντων περιστατικών.

   -… στους αγγειοχειρουργούς!

   Με τη μάσκα μέχρι τα μάτια, γάντια μιας χρήσης και δυσκολία στην κίνηση κατευθύνεται εκεί που της υπέδειξε η υπεύθυνη της εφημερίας. Η αυλή του νοσοκομείου είναι ασφυκτικά γεμάτη από ασθενοφόρα με εποχούμενους αστροναύτες. Μεταφέρουν ασθενείς με covid. Πρέπει να περάσει  από τα στενά διάκενα που σχηματίζονται από τα σταθευμένα φορεία για να φτάσει στην είσοδο των εξεταστηρίων. Παντού αντηχούν άναρθρες κραυγές, δύσπνοια και βογκητά απ’ έξω κι από μέσα, από τον δεύτερο όροφο, από τα ανοιχτά παράθυρα που οδηγούν στις κλινικές όπου στήθηκε η κονίστρα για την ασύμμετρη πάλη με τον «Γολιάθ», τα αλώνια του Χάρου. Εκείνη, φοβισμένη και υποφέροντας από τον οξύ πόνο, κατευθύνεται στην αίθουσα αναμονής, όπου ένα αυτοσχέδιο παραβάν την χωρίζει από το ιατρείο. Ελάχιστοι άνθρωποι, σκυθρωποί και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, περιμένουν. Νοσηλεύτριες, με μάσκες και γάντια, ιδρωμένες, πηγαινοέρχονται γρήγορα, ζωντανεύοντας μια σκηνή fast motion κινηματογραφικής ταινίας. Γιατροί μασκοφόροι εξετάζουν στα κρεβάτια του πόνου. Οι ομιλίες διακόπτονται από τις γνώριμες, πλέον, φωνές απόγνωσης του δευτέρου ορόφου.

   -είναι ασθενείς με κορωνοϊό, δεν μπορούν να αναπνεύσουν…Μουρμουρίζει κάτω από τη μάσκα ένας από την αίθουσα αναμονής. Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, σαν μέγγενη που σφίγγει τον λαιμό.

   -εσείς τι έχετε;

   -Μάλλον, ειλεό, το’ χω ξαναπάθει

   -εγώ, θρόμβωση στο πόδι

   -λέτε να μας κρατήσουν μέσα;

   -θα δούμε…

   Στη σκέψη και μόνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο, ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, όχι όμως και το οίδημα.

    «Ευτυχώς», σκέφτηκε, «δεν έχω κολλήσει τον ιό, αν όμως κολλήσω τώρα;»

   Προσέχει κάθε της κίνηση, στέκεται όρθια, δεν ακουμπά τίποτα, ρίχνει συνέχεια αντισηπτικό πάνω στα γάντια της και εφαρμόζει τη μάσκα, σχεδόν μέχρι τα ματόκλαδά της. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης… να ζήσει αυτή… Μετά, όμως, σύγκρυο διαπερνά το σώμα της, ακούγοντας πάλι ένα αγκομαχητό από τον τόπο του μαρτυρίου.

   Μονολογεί,  «ποιος καημένος παλεύει να ζήσει; Σήμερα αυτός, αύριο εγώ. Δεν κάνει διακρίσεις ο ιός, δεν κάνει εξαιρέσεις ο θάνατος…»

   Μετά από μισή ώρα αναμονής, που της φάνηκε αιώνας, ήρθε και η σειρά της. Ο αγγειοχειρουργός τής συνιστά ακινησία και μια ενέσιμη αγωγή και, φυσικά, να επιστρέψει σπίτι της, στην εγκλωβισμένη της ζωή. Μακριά, όμως, από τον ασφυκτικό κλοιό του κορωνοϊού, μακριά και προσωρινά!


ΕΛΕΝΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2020

Εσύ, μην κλαις (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Εσύ, μην κλαις

Σ’ εκείνον,

ξεκινώντας από το ποίημα του V. Popa «Το καρφί»


Ύστερα γύρισε σπίτι και μου το είπε. «Με απέλυσαν, γυναίκα. Με απέλυσαν» Έτσι απλά, μου το είπε, έτσι το είχαν ανακοινώσει και σ’ εκείνον∙ με μια λέξη μόνο, τελεστική.

  Πώς ανατρέπει ένα «Απολύεσαι!» την καθημερινότητα του ανθρώπου στο λεπτό, πώς τον τσακίζει…Ακόμα πιο πολύ, όταν είναι αποτέλεσμα συκοφαντίας των κάθε λογής παρατρεχάμενων του αφεντικού, αυτών των ισόβια, δουλικά ταγμένων στην καρέκλα.

  Όμως.

   Είμαι εγώ εδώ. Και έχω μια αγκαλιά ζεστή, για να κουρνιάσει το λαβωμένο μου πουλί∙ να ξαποστάσει ο άντρας μου μες στην αντάρα που τον βρήκε. 

   (Κουράστηκε ο μεσόκοπος υπάλληλος να μαζεύει μόνος του όλο το πρωί τα προσωπικά του αντικείμενα από το γραφείο, να τα ρίχνει βιαστικά σε άδεια τσιγαρόκουτα κι αυτά μετά να τα στοιβάζει στο αυτοκίνητό του όπως όπως. Και όλο να τον παίρνει το παράπονο για το κατάφωρο τ’ άδικο που στόμωσε τα λόγια μέσα του και μιλιά δεν μπόρεσε να βγάλει για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κιχ. Και όλο να βουρκώνει κρυφά απ’ τον βουβό θυμό για την προσβολή. Και να μην έρχεται το τσιράκι του Μπος ούτε στο μεγάλο διάλειμμα να τον βοηθήσει, έστω, να του πει μια κουβέντα παρηγοριάς ∙ να μην τον πλησιάζει καν, μόνο να ιδρώνει και να ξεφυσά τρέχοντας πάνω κάτω στους διαδρόμους της εταιρίας, γιατί ζυγώνει όπου να ’ναι και η δική του η σειρά και το γνωρίζει – οι κακές γλώσσες δεν σταματούν παρά μόνο όταν έχουν φάει ως και τον εαυτό τους.)

   Καλέ μου!

   Η αγάπη μου επουλώνει ήδη την πληγή σου, να το ξέρεις αυτό. Σε θωρακίζει στον θολό καιρό, θα δεις. Μην απελπίζεσαι, λοιπόν. Εσύ, μην κλαις. Έτσι του ψιθύρισα στο αυτί με την ανάσα μου να χνωτίζει τον σβέρκο του.

   Τους άλλους κλάψε. Αυτούς που δεν θα ’χουν φωλιά να κρυφτούν, άνθρωπο να τους γιατροπορέψει, όταν βρεθούν –που θα βρεθούν κάποτε, είναι βέβαιο– στην ανάγκη. Αυτούς που αγνοούν πως ακόμα κι αν όλα τα καρφιά του κόσμου αντέξουν το βάναυσο σφυρί, στο τέλος, τα περιμένει πάντα μια ακόμα πιο φοβερή, μια αδυσώπητη τανάλια. 

   Και αυτή τότε θα την κρατώ εγώ, στο υπόσχομαι ∙ εγώ, η γυναίκα του απολυμένου, τελεστικά.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΥΛΩΝΑ


Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2020

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΚΑΡΟ ΠΙΖΑΜΑ (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

                                                    Νίκος Παπασταματίου,"Ο παππούς Αριστείδης και η γιαγιά Αντωνία", 1964, 
[Λεπτομέρεια από το έργο]

 


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΚΑΡΟ ΠΙΖΑΜΑ

Αυτή η τηλεργασία στο σπίτι μας έγινε πιζαμοεργασία από τη μέση και κάτω. Δουλεύει κλεισμένος στο γραφείο του με ένα φούτερ πουκάμισο συνήθως και κρατά σταθερά το παντελόνι της καρό φανελένιας  πιζάμας και τις παντόφλες από το Lidl. Κατεβαίνει πού και πού στην κουζίνα να πάρει κολατσιό, χυμό ή τον καφέ του. Ευτυχώς δεν καπνίζει, δεν το έκανε ποτέ, οπότε δεν ντουμανιάζει τα δωμάτια. Αλλιώς θα ήταν σαν τον κυρ Βασίλη στα στερνά του.

Έτσι κι αυτός γύρω στα ογδόντα του, συνταξιούχος χονδρέμπορος εδωδίμων κι αποικιακών, τριγυρνούσε με τις κετσεδένιες κλειστές του παντούφλες, τις καρό σε διάφορα χρώματα πιζάμες στο σπίτι και τον κήπο. Έριχνε κάνα πλεκτό στους ώμους όταν έπιανε κρυουλάκι. Α! Και ένα σκουφί μαλλένιο γιατί είχαν αποδράσει τα μαλλιά δια παντός από το πάνω μέρος της κεφαλής και φέγγιζε το γυμνό κρανίο. Είχε, όμως, ένα κολοκοτρωνέικο μύστακα λευκόξανθο. Λευκό από τη φύση, ξανθό από τη νικοτίνη. Εξακολουθούσε να απολαμβάνει τον καφέ με το άφιλτρο τσιγαράκι του καθισμένος σταυροπόδι στην πλιάν πολυθρόνα, δίπλα στο μεταλλικό τραπεζάκι καφενείου της αυλής. Όταν απουσίαζε, βέβαια, η σβέλτη νύφη του έπαιρνε το θάρρος. Γιατί παρόλο το απέραντο σέβας της του γλυκογκρίνιαζε να μην το βάζει το καταραμένο στο στόμα του, καθάπως είπε ο γιατρός. 

«Έλα κοπελιά μου, σύρε ίσαμε το περίπτερο να μου πάρεις πέντε τσιγάρα», με φώναζε που έκανα κουτσό στον χωματόδρομο που χώριζε τα σπίτια μας «Κιρέτσιλερ Ξάνθης όπως πάντα, και τα ρέστα καραμέλες για σένα», η μεταξύ μας συνωμοσία. Μεγάλο δέλεαρ οι καραμέλες και οι τσιχλόφουσκες στα γυάλινα βάζα του περίπτερου παρά την εκκλησία. Έσπευδα για την παραγγελία του σε τσιγάρα χύμα και χάζευα τα βάζα να διαλέξω τις στριφτές καραμέλες της «πεθεράς». Όλα τα παιδιά τρελαινόμασταν για ζαχαρωτά και στα  εφτά-οκτώ ξεκινούσαμε το βασανιστήριο του τροχού στον οδοντίατρο, μια και με το ζεύγος οδοντόβουρτσα – Kolynos δεν είχαμε και την καλύτερη σχέση. Έφερνα τα τσιγαράκια και συνέχιζα με επιμονή, ώστε να τελειοποιηθώ στο κουτσό. Να μην με κερδίζει συνέχεια η Όλγα που κατεύθυνε με μεγάλη μαεστρία την πέτρινη ομάδα εύστοχα στα ορθογώνια οικοπεδάκια πάνω στο χώμα.

Κάποιες φορές ερχόταν και η γιαγιά μου στην γειτονική αυλή και της κέρναγε τσιγαράκι να το απολαύσει με τον καφέ του Ανανιάδη και να πολεμήσουν τη μοναξιά των γηρατειών τους. Πολύ προχωρημένη την έβρισκα τη γιαγιά. Εδώ δεν κάπνιζε η μάνα μου και οι φίλες της μια γενιά νεότερη. Κατάλοιπο της κοσμικής ζωής της γιαγιάς προπολεμικά, πριν χηρέψει απότομα στα σαρανταπέντε της και αποκλειστεί στο νοικοκυριό της. Είχε ζήσει χοροεσπερίδες, βεγγέρες, τραπεζώματα και τα πολυτελή φορέματα τσάρλεστον του μεσοπολέμου. Μη κοιτάς που εγώ την γνώρισα σταφιδιασμένη, βαπτισμένη στο κατράμι του διαρκούς πένθους.

Για δες πού με ταξίδεψε μια καρό πιζάμα κυκλοφορούσα γύρω μου εν μέσω καραντίνας! «Βάλε μια φόρμα σε παρακαλώ, βγάλε επί τέλους την πιζάμα, μην τριγυρνάς σαν άρρωστος» μην και  το επόμενο ταξίδι του μυαλού με παραπέμψει σε ασθενείς που σουλατσάρουν σέρνοντας τους ορούς και τα σακουλάκια του καθετηριασμού στους διαδρόμους των νοσοκομείων.

 Υγεία να έχουμε, κουράγια  και υπομονή!   

ΤΑΣΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ


Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2020

Η λευκή ποδιά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 


Οι  Νοσηλεύτριες/τές και οι Νοσοκόμες/μοι πάντα θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή! Ειδικά, στις κρίσιμες στιγμές της πανδημίας, η σκέψη μας, και με αφορμή το συγκινητικό διήγημα της συναδέλφου Ρίας Παπαμανώλη, βρίσκεται συνεχώς σ' αυτούς τους ανθρώπους που προσφέρουν τον εαυτό τους για να σώσουν τις ανθρώπινες ζωές που αιχμαλωτίστηκαν από τον θανατηφόρο ιό.

Η λευκή ποδιά

Το διήγημα αυτό είναι πρωτόλειο και αφιερωμένο στη γιαγιά μου. 


   Ο θόρυβος από τον αναπνευστήρα δεν ενοχλούσε την Τασούλα. Ούτε ο μονότονος ήχος του παλμογράφου. Ήξερε τους ήχους της εντατικής. Συνταξιούχος νοσοκόμα. Όχι «νοσηλεύτρια», όπως  επέμενε η κόρη της, αλλά «νοσοκόμα». Τίτλος τιμής. 

   Τριάντα χρόνια η Τασούλα στα επείγοντα και πέντε στο τμήμα βαρέων περιστατικών. Αν τη ρωτούσες, χαιρόταν με τη συγκυρία: να βρίσκεται εκεί στο αγαπημένο της νοσοκομείο, εκεί όπου την έφερε στα τριάντα της χρόνια η ανάγκη και έγινε όλος της ο κόσμος. Ο άντρας της μόλις είχε πεθάνει από κίρρωση. Τη μέρα που τον έβαλαν στο χώμα γύρισε και κοίταξε τα τρία κορίτσια της. Ο συχωρεμένος δεν είχε αφήσει τίποτα και οι αδελφές της πόσο να βοηθήσουν; Δώρο εξ ουρανού η θέση βοηθού νοσοκόμας που άνοιξε στο δημόσιο νοσοκομείο της μικρής της πόλης. Ευτυχώς είχε τελειώσει το Δημοτικό, πριν πεθάνει η μαμά της και ανατραπεί για ακόμα μία φορά η ζωή της. Η δεύτερη γυναίκα του πατέρα της βιαζόταν να την παντρέψει. Δεν ήταν Μικρασιάτισσα αυτή. Δεν ήξερε πως στη Κιουτάχεια τα κορίτσια τα μόρφωναν όπως τα αγόρια. 

   Εργατική η Τασούλα, όπως η γενιά της. Δούλευε βάρδιες, μεγάλωνε τα κορίτσια της, τα σπούδασε, έφυγαν. Το νοσοκομείο έγινε γι’ αυτήν η ζωή της. «Μου άρεσε. Όχι, όχι! Μη με παρεξηγείς! Δεν μου άρεσε ο πόνος των άλλων. Δεν μου άρεσαν η αγωνία, ο φόβος στα μάτια, η παράκληση. Άλλα μου άρεσαν. Όποιος δεν έχει δουλέψει σε νοσοκομείο, δεν μπορεί να καταλάβει»…Μια μέρα η Διοίκηση του Νοσοκομείου εκτιμώντας την αφοσίωσή της την όρισε υπεύθυνη του νέου τμήματος βαρέων περιστατικών. Ήταν τόση η περηφάνια της που απέφευγε ακόμα και να πάρει άδεια. Ένιωθε άλλωστε τόσο οικεία μέσα στο τμήμα της… Εδώ βρέθηκε και τώρα, «στο σπίτι της». Δεν ήθελε να βρίσκεται πουθενά αλλού. 

   Όταν στα 65 της χρόνια της είπαν πως συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά, νοίκιασε ένα διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από το Νοσοκομείο. Κάθε βράδυ παρατηρούσε τα φώτα των θαλάμων, παρακολουθούσε τις κινήσεις της Μαρίας που την αντικατέστησε. Έτσι αποκοιμιόταν. Στον ύπνο της συνομιλούσε με ασθενείς, έδινε φάρμακα, θερμομετρούσε, έστρωνε κρεβάτια όπως καμία άλλη. Ξαναφορούσε νοερά τη λευκή ποδιά.

   Με αυτή τη λευκή ποδιά είναι ντυμένη και πάλι. Τα μαλλιά της χτενισμένα κότσο, το καπέλο στηριγμένο καλά με τσιμπιδάκια. Κλείνει τα μάτια κι επικεντρώνεται στους ήχους της εντατικής: χρρρρρ, φρρρρ, τικτικτικτικ… Χαϊδεύει τη λευκή ποδιά και χαμογελά. «Τώρα, είμαι έτοιμη!».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗ


Απόφοιτη του τμήματος Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Δρ του τμήματος ΤΕΑΠΗ ΕΚΠΑ με αντικείμενο τα Αναλυτικά Προγράμματα των Αρχαίων Ελληνικών. Έχω 29 χρόνια διδακτικής εμπειρίας:23 σε  δημόσια σχολεία και 6  στην ιδιωτική εκπαίδευση. Μου αρέσει να πειραματίζομαι με νέα αντικείμενα και να δοκιμάζω εναλλακτικές διδακτικές προτάσεις. Η ενασχόλησή μου με την έρευνα- δράση με βοήθησε να στραφώ προς μία πιο ολιστική θεώρηση του Αναλυτικού Προγράμματος και να υιοθετήσω περισσότερο μαθητοκεντρικές τεχνικές. Διδακτικές προτάσεις μου έχουν δημοσιευτεί σε εκπαιδευτικά περιοδικά και έχουν παρουσιαστεί σε συνέδρια. Πιστεύω όμως πως καμία πρόταση δεν έχει ουσιαστικό νόημα για την εκπαίδευση, αν δεν αξιολογηθεί από την εκπαιδευτική κοινότητα και δεν οδηγήσει σε αναστοχασμό και αυτοστοχασμό τους συμμετέχοντες. 


Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Για τον Πλάγιο Λόγο (διδακτική πρόταση)


Σύντομη  και εναρμονισμένη στις ανάγκες της τηλεκπαίδευσης πρόταση για τον ευθύ και πλάγιο λόγο στη Νεοελληνική Γλώσσα. Οι λεπτομέρειες και οι επεκτάσεις βρίσκονται στα Πρακτικά του Συνεδρίου Δράμας, " Η δημιουργικότητα στην εκπαίδευση'' 2014. Τότε την παρουσιάσαμε μαζί με τη συνάδελφο Σύλια Ζέττα. ( Ν.Γ. Γ΄Γυμνασίου, Ενότητα 3) 

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2020

Το πασάγιο της οδού Αθηνών (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Το πασάγιο της οδού Αθηνών

   Το σπιτάκι, με  δύο δωμάτια, μια κουζίνα κι ένα μικρό μπάνιο, του φύλακα του πασάγιου παράλληλα στην οδό Αθηνών  στέκει ακόμα ορθό. Εκεί  έμενε η κυρά-Θεώνη, φύλακας των γραμμών του ΟΣΕ. Μια γυναίκα με όψη γλυκιά, με ωραία θωριά, ψηλή, δυνατή, γεροδεμένη. Της το είχε παραχωρήσει ο ΟΣΕ για να μένει αυτή με τα παιδιά της, ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Έβγαινε κάθε φορά που ήταν να περάσει η οτομοτρίς, πήγαινε στο πασάγιο, περίπου δέκα μέτρα από το σπίτι της,   για να βάζει τις προστατευτικές αλυσίδες. Στα χέρια της κρατούσε ένα φωτισμένο  φανάρι με κόκκινο και πράσινο τζάμι και το κουνούσε ρυθμικά πέρα-δώθε, δείχνοντας το κόκκινο όταν ερχόταν η «καναδέζα»  και το πράσινο όταν αυτή χανόταν από τον ορίζοντα των ματιών  της. 

   Δεκαετία του ‘70. Μικρά παιδιά εμείς τότε, της γειτονιάς «κάτω από τις γραμμές», τρέχαμε να δούμε την οτομοτρίς και μας φώναζε: «Μακριά από τις γραμμές! Πιο πίσω-πιο πίσω!» και μετά ξέραμε πως η κυρά-Θεώνη θα μας μάζευε στο σπίτι της για να μας κεράσει γλυκό του κουταλιού βύσσινο φτιαγμένο με αρμπαρόριζα και να μας πει ιστορίες με την «καναδέζα». Άνοιγε το βάζο με το γλυκό και μύριζε ο τόπος όλος. 

   Ήταν και η «πρακτική» της περιοχής. Οι μανάδες μας την εμπιστεύονταν για να μας «σταυρώσει τις παραμαγούλες», όπως έλεγε την παρωτίτιδα, με καρβουνάκι Μεγαλοπαρασκευιάτικο  που είχε στα εικονίσματα ή  για να μας «ξεματιάσει» με το μαντίλι της. Πρόσφυγας και η ίδια είχε μάθει να ξεματιάζει δένοντας ένα κόμπο στην άκρη του μαντιλιού της, αφού πρώτα το μετρούσε με το άνοιγμα της «απαλάμης» της. Τρείς κόμποι. Τρία σταυρώματα. Τρεις φορές τα λόγια. Το ξαναμετρούσε, κι αν το μαντίλι κόνταινε ήταν  μάτι. Έλυνε τον κόμπο, τίναζε το μαντίλι να φύγει το κακό κι αυτό ήταν. Βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα η ίδια, συμπλήρωνε μετά το ξεμάτιασμα: «Κάνε και τον σταυρό σου τρεις φορές». Ήθελε να τα’χει καλά με όλες τις Δυνάμεις. 

   Μόλις μάθαμε πως ήταν άρρωστη και κατέπεσε στο κρεβάτι πηγαίναμε, όπως παλιά, και μαζευόμασταν γύρω της. Έπαιρνε τόση χαρά όταν μας έβλεπε. Μας ρωτούσε ένα έναν για τις σπουδές μας, για την οικογένειά μας, για τη ζωή μας.  Κι εκείνη μας έλεγε ιστορίες που είχε ζήσει όταν ήταν φύλακας στο πασάγιο. Πώς μετέφεραν τους στρατιώτες στον πόλεμο του 40, πως μετέφεραν τα άρματα πάνω στις πλατφόρμες, πως οι γυναίκες  για να αποχαιρετίσουν τους άντρες τους που πήγαιναν στο μέτωπο, έτρεχαν κλαίγοντας για πολλά μέτρα  παράλληλα προς τις γραμμές του τρένου. Πώς είχε σώσει πολλούς από σίγουρο θάνατο που δεν είδαν ότι ερχόταν η οτομοτρίς ή πόσα παιδιά γλίτωσε γιατί έπαιζαν κοντά στις ράγες. Στο σημείο αυτό θυμάμαι, πάντα σηκωνότανε-όσο στεκόταν στα πόδια της- πήγαινε στο άλλο δωμάτιο και επέστρεφε μετά από λίγο. Ιστορίες χιλιοειπωμένες, αλλά δεν της χαλάγαμε το χατίρι να μας τις ξαναλέει, με μικρές παραλλαγές.  

   Της κάναμε το ξόδι πριν από είκοσι χρόνια. Τόσα χρόνια είναι που κι εγώ  έχω αλλάξει γειτονιά. Την αρμπαρόριζα που σαν ξενιστής έχει φυτρώσει τα τελευταία χρόνια σε μια γλάστρα του μπαλκονιού μου, κι ας μου τρώει το λουλούδι που την φιλοξενεί, δεν την χαλάω. Το άρωμά της μου θυμίζει να περνάω κάποιες Κυριακές από κείνο το πασάγιο κι από το σπίτι της απέξω. Ο ΟΣΕ πλέον το έχει πουλήσει σε άλλους, στο πλαίσιο της αξιοποίησης της περιουσίας του. Το πασάγιο έκλεισε αφού οι αλυσίδες καταργήθηκαν και στη θέση τους μπήκαν αυτόματες μπάρες. Περνάω, κοιτάζω από κοντά το σπίτι της -με κίνδυνο να παρεξηγηθώ από τους νέους ιδιοκτήτες του ή από τη γειτονιά. Μια βαθιά, αρωματισμένη από αρμπαρόριζα, επιθυμία με πηγαίνει εκεί. Στη γειτονιά που έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Τώρα στις αλάνες έχουν χτιστεί πολυκατοικίες. Τώρα τα παιδιά δε κινδυνεύουν να πάνε κοντά στις ράγες γιατί έχουν βάλει πλέγμα προστατευτικό. Ευτυχώς, γιατί η κυρά-Θεώνη δε ζει πια για να τα προστατέψει και με το φανάρι της να δείξει κόκκινο. Στέκομαι λοιπόν στο δρόμο και κοιτάζω το παράθυρο του δωματίου της. Στο δωμάτιο που «έφυγε». Σα να μην έβγαινε η ψυχή της αν δεν μας το μαρτυρούσε.  «Δεν πρόκαμα να το σταματήσω. Έβρεχε ο Θεός με το Θεό. Σφύριξε αχάραγα η οτομοτρίς των τρεις. Σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα στη βροχή να πάω στο πασάγιο για να βάλω τις αλυσίδες. Ο Κωστάκης μου ξύπνησε απ’την αντάρα και βάλθηκε  να μου φέρει ομπρέλα. Η καναδέζα είχε μισιάσει τη διαδρομή. Το βλογημένο γλίστρησε κι έπεσε στις ράγες».  Ήταν το πρώτο της παιδί.


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος Ph.D.(Ed.)

Καθ. Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας