Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

Στο λεωφορείο (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

«Παπαδιαμάντης», 2011 / © Ανδρέας Κοντέλλης




 Μια ιστορία-bonsai που μετεωρίζεται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Από την αγαπητή μου συμφοιτήτρια και νυν συνάδελφο Αγγελική Τανίδου.


Στο λεωφορείο

(Αυτή η ιστορία-μπονσάι βραβεύτηκε στο διαγωνισμό των εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ με τίτλο"Ιστορίες εγκλεισμού" και διακρίθηκε ανάμεσα σε 202 μαζί με άλλες 14)

   Το σχολείο ένα βήμα από το σπίτι μου, μα σήμερα μου ήρθε να πάρω το αστικό. Μπαίνω από τη στάση στο γήπεδο και μέχρι να φτάσω στη γωνία βλέπω καθισμένο τον πατέρα μου στη θέση δίπλα στη μεσαία πόρτα με κάνα δυο μεγάλες σακούλες και μια βαλίτσα στο διπλανό του κάθισμα. Φορούσε μια γκρι- μπλε πιζάμα με σηκωμένα τα μπατζάκια ως τα γόνατα και τις καφέ παντόφλες του σπιτιού. Δε φορούσε κάλτσες και είχε ριγμένη στην πλάτη του μια μπεζ καμπαρντίνα. Ξαφνιάστηκα που τον είδα και μάλιστα έτσι, και τον μάλωσα που είχε σηκωμένα τα μπατζάκια μέσα στον κόσμο. Απολογήθηκε πως πρήστηκε πάλι ο φλεβίτης του. Κι ενώ μιλούσα με μια παλιά μαθήτριά μου, κατέβηκε ξαφνικά μια στάση πριν το σπίτι κι όρμησα ξοπίσω του. Μόλις έφυγε το λεωφορείο από τη στάση, άρχισα να τον φωνάζω και να κοιτώ τριγύρω αλλά πουθενά. Άδειασε το πεζοδρόμιο και τον είδα να κάθεται στη γωνία από το κράσπεδο, κουβαριασμένος σαν το δαρμένο σκυλί.

-          Πού είναι τα πράγματα; Δεν τα κατέβασες;

Του΄πα πως νόμισα ότι τα πήρε εκείνος.

-          Αν τρέξεις δεν το προλαβαίνεις στην επόμενη στάση;

Έτρεξα μα δεν το πρόλαβα. Κι αυτός δεν με περίμενε. Είχε φτάσει στο πάρκο μπροστά στο σπίτι. Κι εγώ λαχανιασμένη του εξήγησα πως θα μιλήσω με τον ΟΑΣΘ και θα τις βρούμε τις βαλίτσες να μη στενοχωριέται.

-          Κρίμα και λογάριαζα να πάρω και τη μάνα σας μαζί μου. Άλλη φορά!

Ο πατέρας μου έχει κοντά δυο χρόνια πεθαμένος. Ξύπνησα.


ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΑΝΙΔΟΥ

Η Αγγελική Τανίδου γεννήθηκε στην Πτολεμαΐδα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ και πήρε το Μεταπτυχιακό της Δίπλωμα (ΜΑ) στη Δημιουργική Γραφή από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα). Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Διατηρεί ιστοσελίδα φιλολογικού ενδιαφέροντος στο διαδίκτυο (http://angitan.blogspot.com/). Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Fractal». Ασχολείται με τη δημιουργική γραφή μέσα από πολιτιστικά προγράμματα στο σχολείο και παραδίδει σχετικά σεμινάρια σε τοπικές βιβλιοθήκες. Έχει γράψει το βιβλίο "105 ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής για τη Λογοτεχνία στο Λύκειο" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΣΕΛΟΤΟΣ


Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2020

ΡΑΝΤΕΒΟΥ (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

 



Το αυθόρμητο και λιτό ραντεβού του Παναγιώτη Ταμβάκη.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ 

Τον είδαμε και τον προσέξαμε και οι τέσσερις που καθόμασταν στη «Ναυτιλιακή». Στημένος, όπως λέμε, πολλή ώρα, ΤΗΝ περίμενε! Πάνω-κάτω, πέρα-δώθε και μετά στάση. Στη δύσκολη ηλικία περί τα 40. Δεν θα τον έλεγες άσχημο, μάλλον λίγο παλιομοδίτικα ρούχα και γυαλιά, παρά την κοτσίδα και το iPhone. Με ένα τριαντάφυλλο που το έκρυβε όχι και πολύ επιμελώς πίσω από την πλάτη, συνδεδεμένος με αγωνία στο κινητό, περίμενε ένα σημάδι. Ότι έρχεται. Κάπου έμπλεξε και καθυστέρησε. Δεν τον ξέχασε. Ούτε, βέβαια, τον κορόιδεψε, όπως εμείς, ίσως κακεντρεχώς, υποθέταμε. Πολλά και διάφορα, δυσάρεστα οπωσδήποτε, συναισθήματα έπαιρναν μορφή στο πρόσωπό του. Θλίψη αρκετή και πόνος, λίγο αγανάκτηση, απογοήτευση οπωσδήποτε, ίσως και θυμός. Όλα, όμως, σε ένα κατά βάση καλοσυνάτο πρόσωπο! Αν το σκεφτόταν θα ήξερε πως τον βλέπουν αρκετά περίεργα (με την καλή ή όχι σημασία, δεν ξέρω) μάτια. Μα δεν τον ένοιαζε ούτε να το σκεφτεί. Όμως η ώρα που περίμενε ήταν πολλή. Και, κυρίως, βάραινε συνεχώς! Ξαφνικά το πήρε απόφαση. Έφυγε με βήμα ταχύ, αποσυνδεόμενος κάπως βιαστικά από το bluetooth. Χάθηκε πίσω από τη Ροτόντα. Σε λίγο, ναι, πολύ λίγο, τι σου κάνει η άτιμη η τύχη, πέρασε από τον τόπο της συνάντησης μια κοπέλα. Οι δυο άντρες που είχαμε απομείνει στην παρέα δεν την σχολιάσαμε. Πάντως την προσέξαμε. Ήταν, δηλαδή, καλούτσικη. Ούτε που μας πέρασε από τον νου ότι ήταν ΕΚΕΙΝΗ. Κοντοστάθηκε και μίλησε στο κινητό. Αυτό δεν το είδαμε, να πούμε την αλήθεια, αλλά είναι το αυτονόητο κομμάτι του παζλ. Γιατί αυτό που είδαμε ήταν αυτός με το πρόσωπο να λάμπει, να επιστρέφει τρέχοντας και κάνοντας κινήσεις που έλεγαν: μα τι έπαθες, σε περίμενα έναν αιώνα, μα δεν πειράζει τώρα είσαι εδώ, το τριαντάφυλλο είναι για σένα, το προσφέρει με τον πιο αδέξιο τρόπο μα σημασία έχει μόνο ότι: ΗΡΘΕ. Φιλήθηκαν σταυρωτά. Αυτή έλεγε μάλλον κάτι δικαιολογίες που αυτός σίγουρα δεν άκουγε. Τα αυτιά του θα βούιζαν και η καρδιά του θα κόντευε να σπάσει. Κάθισαν στο διπλανό καφέ-μπιστρό και μέχρι που φύγαμε εμείς μιλούσαν, αυτός να μη μπορεί να καθίσει από την ευτυχία που τον σήκωνε στα ύψη, αυτή μάλλον πιο συγκρατημένη, αλλά και αυτή χαρούμενη. Καλή σου μέρα, άγνωστε φίλε! Εύχομαι ολόψυχα όπου και αν είσαι να ζεις το όνειρό σου!

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  Ο. ΤΑΜΒΆΚΗΣ


Διδάκτωρ Συστηματικής Θεολογίας (Α. Π. Θ., Universität Augsburg)

Μάστερ Παιδαγωγικής- Διδακτικής των Θρησκευτικών (Α. Π. Θ.) 

Κεντρικός άξονας των επιστημονικών- ερευνητικών μου δραστηριοτήτων καθώς και του συγγραφικού μου έργου αποτελεί το ζήτημα της ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ-ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗΣ (και κατ’ επέκταση και της ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ) σημασίας της εννοίας του ΠΡΟΣΩΠΟΥ. 

Σε συνάφεια με τα παραπάνω ερευνώ τη σημασία του μαθήματος των ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ και γενικότερα της θρησκευτικής αγωγής στο σύγχρονο σχολείο. 

Εκπαιδευτικός ΠΕ (1985-2003), Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ (2003-2016)

Συμμετείχα στη συγγραφική ομάδα των νέων Προγραμμάτων Σπουδών των Θρησκευτικών (ΙΕΠ, 2011-16) καθώς και ως επιμορφωτής σε σχετικές επιμορφώσεις εκπαιδευτικών. 

Δίδαξα στο κατ’ επιλογήν μάθημα του Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ. «Ιδιαίτερα θεολογικά και θρησκειοπαιδαγωγικά ζητήματα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση».

Λογοτεχνία διαβάζω πολύ επιλεκτικά όπως π.χ. τη στήλη «Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...» της «Ερανίστριας». Δεν γράφω καθόλου. Το κειμενάκι αυτό γράφτηκε τυχαία και εντελώς αυθόρμητα και δημοσιεύεται μόνο και μόνο από την ευγένεια και την ενθάρρυνση της κ. Ελένης Παπαδοπούλου. Την ευχαριστώ πολύ!



Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2020

Η γιαγιά της Ρίτας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

  

                                                                Νικόλαος Γύζης - Η γιαγιά
       https://www.pinterest.se/pin/729864683335258272/?autologin=true

Ο Γιώργος Μουμουζιάς με καλοπροαίρετη διάθεση και χιούμορ αφηγείται τη γνωριμία του με τη γιαγιά της Ρίτας!

Η γιαγιά της Ρίτας

(Απόσπασμα από το «Το κυανό του Βερολίνου» - αδημοσίευτο)

Εκείνο τον καιρό ο Τάκης τα είχε φτιάξει με τη Ρίτα, μια κοπέλα που καταγόταν από την Περιστερά και δούλευε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο κοντά στο σπίτι του. Μερικές φορές βγαίναμε κουαρτέτο, δηλαδή εγώ, εκείνος, η Μίτσα και η Ρίτα. Η ύπαρξη του αυτοκινήτου αύξανε τις επιλογές μας και έτσι η Ρίτα πρότεινε, μια Κυριακή που οι γονείς της θα έλειπαν, να πάμε εκδρομή στην Περιστερά και να ψήσουμε σουβλάκια στα κάρβουνα. Η ιδέα έγινε ομόφωνα αποδεκτή και, αφού φορτώσαμε το 2CV με σουβλάκια, σαλατικά, κρασί και τα υπόλοιπα παρελκόμενα, ξεκινήσαμε ως μία χαρούμενη παρέα για το χωριό της ορεινής Θεσσαλονίκης. 

Είναι προφανές ότι η Ρίτα καλοέβλεπε τον Τάκη για σοβαρό σκοπό και ήθελε να αναπτυχθεί περισσότερη οικειότητα μεταξύ τους. Από την άλλη, όμως, δεν ήθελε και να εκτεθεί στους δικούς της, οπότε η μετάβαση στην Περιστερά, την ημέρα απουσίας των γονιών της, ήταν κάτι ενδιάμεσο, που εξυπηρετούσε την ιδιάζουσα κατάσταση.

Όταν φτάσαμε διαπιστώσαμε ότι το σπίτι της Ρίτας δεν ήταν κλειστό, με αποτέλεσμα ο Τάκης να συγχυστεί.

«Αν είναι οι γονείς σου, εγώ δεν έρχομαι, το ξεκαθαρίζω!»

«Αμάν κι εσύ με τις εμμονές σου! Δεν θα σε φάνε οι γονείς μου! Αλλά είπαμε, δεν είναι εδώ. Μόνο η γιαγιά μου είναι μέσα, η οποία ζει σ’ ένα δικό της κόσμο. Και να σας συστήσω, δεν πρόκειται να καταλάβει ούτε ποιοι είσαστε, ούτε τι σχέση έχουμε. Δεν έχεις λόγο να ανησυχείς.»

«Εγώ, πάντως, προτείνω να καθίσουμε έξω, στην αυλή.»

Ούτως ή άλλως, δεν χρειαζόταν να μπούμε μέσα στο σπίτι γιατί η μέρα ήταν πολύ καλή. Ανάψαμε φωτιά στη χτιστή ψησταριά της βεράντας και στρώσαμε τραπέζι στα γρασίδια της αυλής. Λίγο πριν ψηθούν τα σουβλάκια, εμφανίστηκε μια φίλη και γειτόνισσα της Ρίτας, η οποία ήρθε να την χαιρετίσει. Η Ρίτα μάς την σύστησε (την έλεγαν Λένα) και την προσκάλεσε να καθίσει μαζί μας. Αυτή δίστασε στην αρχή, αλλά μετά την επιμονή της Ρίτας και την προτροπή και των υπολοίπων, κάθισε. Το κλίμα ήταν πολύ ευχάριστο, αντίστοιχο των καιρικών συνθηκών. Κάποια στιγμή, θέλησα να πάω στην τουαλέτα.

«Η τουαλέτα που βρίσκεται Ρίτα;»

«Μπες στο σπίτι και θα τη βρεις. Μη με κάνεις να σηκώνομαι τώρα.»

Μπήκα στο σπίτι και άρχισα να ανοίγω τις πόρτες μία-μία. Βρήκα το σαλόνι, την κρεβατοκάμαρα των γονιών της Ρίτας, μια άλλη κρεβατοκάμαρα, την κουζίνα. Υπήρχαν άλλες δύο πόρτες κλειστές. Άνοιξα τη μία και βρέθηκα, προφανώς, στο δωμάτιο της γιαγιάς της Ρίτας. Τα παντζούρια –αν και μεσημέρι- ήταν μισοκλεισμένα. Η γιαγιά της Ρίτας ήταν καθισμένη στο κρεβάτι κοιτώντας ένα τεράστιο εικονοστάσι, το οποίο βρισκόταν σε περίοπτη θέση. Καθώς άνοιξα χωρίς να χτυπήσω, αιφνιδιαστήκαμε και οι δύο. Την κοίταξα και με κοίταξε. Θέλησα να πω «συγγνώμη», αλλά δεν πρόλαβα. Η γιαγιά αποσβολωμένη κάρφωσε το βλέμμα της στο πρόσωπό μου. Εγώ, τότε, είχα μούσια και ίσια μακριά μαύρα μαλλιά που έφταναν λίγο πιο πάνω από τους ώμους μου. Φορούσα μια άσπρη λινή πουκαμίσα, που έπεφτε πάνω από το τζιν.

«Χριστέ μου», ψέλλισε η γιαγιά.

Νόμισα ότι το «Χριστέ μου» αναφερόταν στην τρομάρα της από το άνοιγμα της πόρτας, αλλά δεν ήταν έτσι, γιατί η γιαγιά γύρισε προς το μέρος μου και συνέχισε:

«Χριστέ μου, τόσα χρόνια σε περίμενα, ήρθες επιτέλους!» ενώ γονάτισε μπροστά μου και άρχισε να σταυροκοπιέται.

Ήταν η σειρά μου να αιφνιδιαστώ. Το μόνο που δεν περιμένει κάποιος όταν ψάχνει την τουαλέτα σε ένα σπίτι, είναι να τον περάσουν για τον Χριστό. Πήγα να απαντήσω ότι κάνει λάθος, ότι εγώ είμαι φίλος της Ρίτας, αλλά σκέφτηκα πως θα χαλούσα το όνειρο που ζούσε εκείνη την ώρα. Δεν ξέρω αν θα το ήθελε. Έκρινα ότι, μάλλον, θα ήταν καλύτερα να μη μιλήσω καθόλου. Σήκωσα μόνο το δεξί μου χέρι και ευλόγησα τη γιαγιά, όπως κάνουν οι ιερείς. Το έκανα τρεις φορές και έκλεισα την πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Άνοιξα αμέσως την τελευταία κλειστή πόρτα του σπιτιού και βρήκα αυτό που αναζητούσα, εναγωνίως μετά από τις μπύρες που είχα καταναλώσει.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΜΟΥΖΙΑΣ



Ο Γιώργος Μουμουζιάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το 2ο Λύκειο και στη συνέχεια έλαβε πτυχίο Φυσικής και διδακτορικό Φυσικής Χημείας από το Α.Π.Θ.. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, διδάσκοντας μαθήματα της ειδικότητάς του στη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Από το 2000 είναι επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 2007 με το βιβλίο «Με καμπάνα παντελόνι…». Το βιβλίο του «Ο μάγειρας ο Νικολός» μπήκε στη βραχεία λίστα του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το 2016, ενώ το βιβλίο του «Το δικό μας 2ο Γυμνάσιο» έγινε ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε από την ΕΡΤ3, από τη TV100 και το ΦΚΘ.


Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

Γιώργος και Μαρία (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

 

http://www.shareyourlikes.gr/2011/10/11/


Μια άσκηση δημιουργικής γραφής, άσκηση αγάπης, από τη φιλόλογο Κατερίνα Φώτη.

Γιώργος και Μαρία

Ο Γιώργος Τριλλιράκης ,το πεμπτάκι, το αντράκι του Κρητίκαρου παππού Γιώργη, το σκιαγμένο κατά τον Νικόλα, τον πατέρα του, άφησε το χαρτί, που πάνω του βασάνιζε τόση ώρα την αγάπη, στο θρανίο της Άννας Μαρίας. Η αγάπη του για την Άννα Μαρία που καθόταν στο μπροστινό του θρανίο και μύριζε τσιχλόφουσκα, γέμιζε τα σκούρα του μάτια με καταιγίδες και τρυπούσε το στομάχι του σαν την πείνα πέντε ημερών. Έγλειψε τα χείλη του που είχαν κοκκινίσει, άλλη μια φορά. Έτσι έκανε ,όταν βρισκόταν σε αμηχανία, όπως όταν η δασκάλα τον σήκωνε να κάνει διαίρεση με υποδιαστολή.  Πάλι μηδέν εις το πηλίκον θα του φώναζε ο πατέρας και θα τον κρεμούσε ανάποδα να αντρειέψει. Ο μικρούλης, που είχε γεννηθεί πριν δέκα χειμώνες σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου με σπασμένο τζάμι και από εκείνη την νύχτα είχε αποφασίσει πως δεν θα κλάψει για τίποτα σε αυτή τη σκατοζωή, ένοιωθε την αγάπη να του βουρκώνει την ψυχή. Ο Γιώργος, που του περίσσευε το μπόι αλλά αρνιόταν να παρακολουθήσει το σφάξιμο του αρνιού το Πάσχα, γινόταν αντράκι κάθε φορά που ο πατέρας σήκωνε το χέρι στη Μυρσίνη, τη μάνα του, και την προστάτευε. Αυτός δεν θα φώναζε ποτέ στην Άννα Μαρία, μόνο θα της τραγουδούσε «για του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν και του έρωτος τις μπόρεσες και τση φιλιάς τη χάρη», που του έμαθε ο παππούς Γιώργης. Φτάνει να έβγαινε μαζί του μια βόλτα, μόνο μια βόλτα. 

Η Άννα Μαρία Ανανία ξεχώριζε για δύο πράγματα. Το ένα ήταν οι μακριές πλεξούδες της με σχέδιο λαϊκής παράδοσης, που της έπλεκε κάθε πρωί η γιαγιά Σιώνα, βγαλμένο θαρρείς από αργαλειό και το άλλο το βήμα της, που έμοιαζε χορευτικό, καθώς το δεξί της πόδι ήταν κοντύτερο από το αριστερό. Η μαμά Ιουλία έλεγε πως της πρόσδιδε μια χάρη μπαλαρίνας, από αυτές στο μουσικό κουτί που στροβιλίζονται ,για να σε ευχαριστήσουν ,επειδή τις ελευθέρωσες. Μοναχοκόρη του Τάκη Ανανία, της γνωστής κουλουροποιίας «Ανανία», έκλαψε δέκα Απρίληδες πριν σε μια σουίτα ιδιωτικού μαιευτηρίου, γιατί η ζωή ήθελε να της μάθει την απώλεια από την κούνια της. Όσα εκατοστά έλειπαν από το δεξί της πόδι άλλα τόσα ψήλωναν την καρδιά της, που έμαθε να μοιράζεται. Οι δάσκαλοι είχαν να λένε πως γεννήθηκε κατευθείαν στο στάδιο της λογικής σκέψης σύμφωνα με τον Piaget και ήταν περήφανοι για την ωριμότητά της. Είχε ξεχωρίσει και αυτή τον Γιώργο Τριλλιράκη, που καθόταν ακριβώς πίσω της στο θρανίο και μετρούσε τις ανάσες του. Έχανε πολλές φορές τους ενεστώτες και τους μέλλοντες, καθώς ένοιωθε τη δόνηση της καρέκλας του σαν υποθαλάσσιο σεισμό. Την βοηθούσε στις σκάλες, της κουβαλούσε τα βιβλία, έσπρωχνε για χάρη της στο κυλικείο, όμως μια σκέψη τυλιγόταν σαν χαρτάκι άφιλτρου τσιγάρου στο μυαλό της, πως όλα αυτά τα έκανε από οίκτο. Έτσι τσαλάκωσε το χαρτάκι, που πάνω του ο Γιώργος βασάνισε την αγάπη και ευχήθηκε να βγει μια βόλτα με κάποια άλλη, που θα την κοιτούσε στα μάτια και όχι στα πόδια, μήπως πέσει. 

 ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΦΩΤΗ, Φιλόλογος




Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

Ανέστης και Γρηγόρης (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

 

https://images.app.goo.gl/hjpmEFggKbUSL1wf
Fernado Botero, Fat nude

Η συνάδελφος Κωνσταντίνα Παπακώστα ξετυλίγει το νήμα των παράξενων ανθρώπινων σχέσεων, που, πολύ συχνά, δομούνται πάνω σε τυχαία περιστατικά και καθηλωτικές συμπτώσεις!

Ανέστης και Γρηγόρης

Ωραίο ήταν το απόβραδο στη Χαλκιδική. Μακριά από τον καύσωνα της πόλης, κάτω από τα πεύκα, δίπλα στο κύμα, με τις μυρωδιές της αλμύρας και του δέντρου, τους ήχους των τζιτζικιών, το γλυκό, σαμιώτικο κρασί να ζαλίζει τη σκέψη μας μετά τις βουτιές στα σμαραγδένια, εξωτικά νερά που ευλογηθήκαμε να επισκεπτόμαστε μέσα σε μια ώρα με το αυτοκίνητο από το σπίτι μας. Ήμασταν μεγάλη παρέα, φίλοι, κουμπάροι, με τα παιδιά και τα κατοικίδιά μας, είχαμε επισκεφθεί παλιό συμφοιτητή που εγκατέλειψε το αντικείμενο των σπουδών του, δόθηκε ολόψυχα στη δουλειά που κληρονόμησε από τον πατέρα του και πρόκοψε. Μας είχε καλέσει να καμαρώσουμε κι εμείς το νέο resort που εγκαινίασε, έτσι το έλεγε, resort, τον κοροϊδεύαμε λίγο, αλλά με αγάπη, όπως παλιά, γιατί προτιμούσε τον αγγλικό όρο και όχι τον ελληνικό, αφού υπήρχε μια χαρά λέξη, θέρετρο, “Το θέρετρο μου θυμίζει φέρετρο, είναι μακάβριο και αντιεμπορικό”, απαντούσε ετοιμόλογος. Γελούσαμε. Όμορφο δειλινό, γλυκό, άπλωνε η καρδιά μας στην αγάπη και τη θαλπωρή των ανθρώπων που γνωρίζονται από παιδιά, από τότε που δεν είχαν βγει ακόμα από τη χρυσαλλίδα τους και ύφαιναν τα φτερά τους με ζαλισμένες, ολονύχτιες φιλοσοφικές αναζητήσεις για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα.

Μια τέτοια κουβέντα ξεκίνησε φυσικά, ανάμνηση αντανακλαστική παλιών συνηθειών, και κείνο το ζεστό βραδάκι, που όλες οι ενήλικες έγνοιες για λίγο ξεχάστηκαν, μουδιασμένες στην ομορφιά της στιγμής. Την αφορμή την έδωσε ένα νέο μέλος της παρέας, συνεργάτης του παλιού μας φίλου, ο Ανέστης. Δεν ήταν καλοκαιρινός εκδρομέας σαν κι εμάς, όχι, για δουλειά είχε έρθει και κάθισε μαζί μας για λίγο. Ευχάριστος άνθρωπος, ευγενικός, αν και βαρύς και μετρημένος. Πάνω στο δεύτερο κρασί που μοιράστηκε μαζί μας  ήρθε και λίγο φαγητό και η επιμονή του φίλου μας να μην τον αφήσει να οδηγεί νύχτα για να γυρίσει στη Θεσσαλονίκη, ας διανυκτέρευε στο resort, κρεβάτια υπήρχαν. Κι έτσι μείναμε να αμπελοφιλοσοφούμε για το πόσο καθοριστικό είναι το περιβάλλον και τα βιώματα στην πορεία ενός ανθρώπου σε σχέση με την κληρονομικότητα. Με θεωρίες και παραδείγματα από τον μισό αιώνα ζωής που είχαμε ζήσει. Ξεκινήσαμε πιο επιστημονικά και αποστασιοποιημένα και καταλήξαμε, όπως τότε, στα πρώτα χρόνια της νιότης μας, να κάνουμε μισομεθυσμένες προσωπικές εξομολογήσεις, τις οποίες, πλέον, γνωρίζαμε όλοι μας λίγο-πολύ.

Ο Ανέστης μας άκουγε σιωπηλός. Στην αρχή μας κοιτούσε εξεταστικά έναν-έναν, μετά άναψε τσιγάρο – παλιά και ξεχασμένη συνήθεια, όπως είπε – και ατένιζε τη μαύρη θάλασσα. “Σε κουράσαμε με την πολυλογία μας”, είπε η ευγενικότερη της παρέας, “ποια είναι η δική σου γνώμη;”. Όλοι τον προέτρεψαν με ενθουσιασμό να συμβάλει με τις προσωπικές του αναμνήσεις στο θέμα, για να δούμε προς τα πού θα έκλεινε η ζυγαριά με μια φρέσκια ετυμηγορία.

Στην αρχή αρνήθηκε. Από συστολή, υποθέσαμε, και από γαλαντομία και μεθυσμένο ενθουσιασμό επιμείναμε, παρά τις προειδοποιήσεις του ότι θα βάραινε η ατμόσφαιρα, χωρίς να έχει συνεισφέρει τίποτα στο δίλημμα “περιβάλλον ή κληρονομικότητα”. Γιατί ο Ανέστης ήταν ορφανός. Είχε μεγαλώσει στο ίδρυμα του Αγίου Στυλιανού στον Πειραιά, όπου τον είχε παραδώσει πριν κλείσει τα δυο του χρόνια μια ηλικιωμένη γυναίκα. Εκεί έζησε μέχρι τα 18 του, όχι πολύ άσχημα, όχι πολύ καλά, είχε στέγη, φαγητό, δυο ρούχα, πήγαινε στο σχολείο. Αυτά. Μετά πήγε φαντάρος. Όπως είπε, ύστερα άρχισαν τα δύσκολα. Γιατί όσο βρισκόταν εντός του αυλόγυρου ενός ιδρύματος, είτε ορφανοτροφείο, είτε στρατόπεδο ήταν αυτό, υπήρχε ένα δομημένο, καθορισμένο περιβάλλον, με τις βασικές του ανάγκες λυμένες. “Μιλάτε για τις ψυχολογικές σας ανάγκες. Τώρα σας νιώθω, τώρα έχω κι εγώ σπίτι, δουλειά, οικογένεια, όμως όταν απολύθηκα από το στρατό το βασικό μου πρόβλημα ήταν η επιβίωση”. Δεν είχε μάθει ποτέ ποιοι ήταν οι γονείς του, ούτε καν το όνομα της γυναίκας που τον είχε παραδώσει στο ίδρυμα ή τι σχέση είχε με αυτή, αν ήταν συγγενής, γειτόνισσα ή απλά μια άγνωστη που τον είχε περιμαζέψει. Τον απασχολούσε όσο ήταν στο ορφανοτροφείο, αλλά μόνο λίγο, μοιραζόταν την ίδια άγνοια για την καταγωγή του και με άλλα παιδιά, άλλωστε κάποιοι άτυχοι φίλοι του (έτσι τους αποκάλεσε) μπαινόβγαιναν στο ίδρυμα γιατί ο ένας ή και οι δύο γονείς τους τους πετούσαν εκεί σαν ανεπιθύμητους, γιατί δεν είχαν τη θέληση ή δεν ήταν σε θέση να τους αναλάβουν. Μετά τον στρατό δεν πρόλαβε να ασχοληθεί με το ζήτημα, το πρόβλημα της επιβίωσης ήταν πιο άμεσο. Κοιμήθηκε σε παγκάκια και σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, έκανε κάθε είδους χαμαλίκια, τελικά κατάφερε να βρει δουλειά σε μια μικρή αντιπροσωπεία εισαγωγής επαγγελματικού εξοπλισμού για επιχειρήσεις εστίασης, δηλαδή όχι μία μόνο, το παιδί για όλες τις δουλειές ήταν. Στο τέλος η ζωή του πήρε τη ρόδινη εξέλιξη ελληνικής ταινίας, παντρεύτηκε την κόρη του αφεντικού του, ανέλαβε την επιχείρηση, έκαναν παιδιά, “και να με τώρα εδώ, μαζί σας, ισάξιος και αξιοπρεπής, το παιδί που κοιμόταν στις εισόδους των πολυκατοικιών και ξυπνούσε χαράματα, πριν το διώξουν με τις κλωτσιές οι ένοικοι που ξεκινούσαν νωρίς για τη δουλειά τους. Και, καθώς δεν γνωρίζω τους γονείς μου, δεν μπορώ να πω αν με βοήθησε το γονίδιο ή τα βιώματά μου στη ζωή”, κατέληξε με την καλή προαίρεση ανθρώπου που στο τέλος τα κατάφερε και δεν του έχουν μείνει πικρίες – τουλάχιστον όχι πολλές.

“Αλλά πώς και δεν σε υιοθέτησε κάποια οικογένεια;”, ακούστηκε η λάθος ερώτηση πάνω που όλοι είχαμε χαλαρώσει με τον άδολο επίλογο του Ανέστη. Βέβαια, είχε γίνει μια απόπειρα. Μια ψυχολόγος που τους παρακολουθούσε στο ίδρυμα τον είχε συμπαθήσει πολύ. Τον αγαπούσε, έτσι του έλεγε. Και επειδή είχε ήδη ένα μοναχογιό, δυο χρόνια μικρότερο από τον ίδιο, και δεν σκόπευε να κάνει άλλο παιδί αποφάσισε να τον υιοθετήσει. Είχε ολοκληρώσει όλες τις νόμιμες διαδικασίες, του είχε βάλει δεύτερο κρεβάτι στο ίδιο δωμάτιο με τον βιολογικό της γιο, του έδειχνε φωτογραφίες από το σπίτι της, του διηγούνταν τις προετοιμασίες και περίμεναν με αγωνία την ημέρα που θα τον έπαιρνε στο σπίτι, στο σπίτι τους, όπως έλεγε η ίδια. Ήρθε και η μέρα, 18 Απριλίου ήταν, λίγο πριν το Πάσχα, και ο Ανέστης περίμενε στην είσοδο του ιδρύματος, με τα καλά του, με τη βαλιτσούλα του, καλοχτενισμένος, με την καρδιά του να σπάει από την αγωνία. Η ψυχολόγος ήρθε. Τον πήρε από το χεράκι, τον κάθισε στο καναπεδάκι της υποδοχής και του εξήγησε ότι η υιοθεσία δεν μπορούσε να γίνει, γιατί ο γιος της είχε αλλάξει γνώμη. Δεν ήθελε αδελφό. Και η μητέρα του, η ψυχολόγος, έπρεπε να το σεβαστεί. Καταλάβαινε ο Ανέστης, έτσι δεν είναι; Ο Ανέστης, που ήταν οκτώ χρονών.

“Η λέξη συντριβή είναι λίγη για να περιγράψει το πώς αισθάνθηκα. Εσείς, της φιλοσοφικής, ίσως να βρείτε πιο κατάλληλες λέξεις. Επίσης, για πολλά χρόνια τους μισούσα βαθιά, και τη μάνα, και το παιδί της. Το μίσος είχε σταλάξει μέσα στην ψυχή μου. Με σκλήρυνε. Και ίσως ήταν αυτό που με ατσάλωσε και δε λύγισα όταν δεν είχα να φάω, το μίσος για αυτούς του ανθρώπους που με έκαναν να ελπίζω χωρίς να τους το ζητήσω και με πέταξαν σαν το αδέσποτο όταν είχα ανοίξει την καρδιά μου και τους είχα παραδοθεί. Ίσως γι αυτό πάλεψα, ίσως γι αυτό κατάφερα να είμαι τώρα εύπορος, επαγγελματίας, οικογενειάρχης. Γιατί μου χαράκωσε την ψυχή η αδικία. Και σκεφτόμουν ότι όταν μια μέρα τους βρω και τους ξαναδώ, θέλω να είμαι όρθιος και περήφανος. Αυτούς, μάνα και γιο, θέλω να τους ξαναδώ. Αυτούς τους άκαρδους, εγωιστές ανθρώπους που μου φέρθηκαν σαν να ήμουν άψυχο παιχνίδι που το βαρέθηκαν πριν καν παίξουν μαζί του. Τους γονείς μου, όχι, δεν με νοιάζει, μπορεί και να είχαν πεθάνει όταν ήμουν μωρό, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρξαν ποτέ. Αλλά αυτή η μάνα και ο γιος της ήταν τα τέρατα της δικής μου ζωής”.

Και κάπως έτσι η χαλαρή βραδιά έλαβε τέλος. Με τη συνειδητοποίηση ότι οι θεωρητικές μας συζητήσεις ωχριούσαν μπροστά στη βιωμένη πάλη της αληθινής ζωής.

Την επόμενη μέρα δεν ακολούθησα την παρέα στην παραλία. Πολύτεκνη μάνα, έμεινα στη σκιά για να φροντίσω το μικρότερο, το στερνοπούλι, το συναχωμένο μου. Ήρθε ο Ανέστης να μου κάνει συντροφιά, μέχρι να τελειώσει ο μεταφορέας που είχε προσλάβει προσωρινά η εταιρεία του, ο Γρηγόρης, το ξεφόρτωμα των καινούριων συσκευών για την κουζίνα του θέρετρου. Πίναμε καφέ και, δειλά, ψελλίζαμε κάποια σχόλια για τη συζήτηση της προηγούμενης νύχτας, να ξορκίσουμε την αμηχανία που ακολουθεί μετά τις εξομολογήσεις μεταξύ άγνωστων ανθρώπων. Τη λέξη “ψυχολόγος” άκουσε και ο Γρηγόρης που είχε σταθεί λίγο παραπίσω να ξαποστάσει και μπήκε στην κουβέντα. “Ψυχολόγος ήταν και η μάνα μου. Δύσκολο επάγγελμα. Η πιο αστεία ιστορία, όμως, είναι που κόντεψε να μου φέρει και αδελφό, να υιοθετήσει ένα ορφανό από τον Άγιο Στυλιανό, στον Πειραιά, εκεί δούλευε. Τελευταία μέρα πριν τον πάρει, άρχισα να κλαίω εγώ, να χτυπιέμαι, δεν τον θέλω, δεν τον θέλω, ε, δεν μου χαλούσε χατίρι η μάνα μου, δεν τον πήραμε τελικά”, είπε χαλαρά, γελώντας, ο Γρηγόρης. Κοιταχτήκαμε άφωνοι με τον Ανέστη. Πριν προλάβει να αντιδράσει, ο Γρηγόρης άλλαξε θέμα, τον ρωτούσε αν θα τον ξαναέπαιρνε στη δουλειά, πότε, ότι ήταν στη διάθεσή του. Ο Ανέστης έβγαλε ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι του και του το έχωσε στη χούφτα. Γύρισε την πλάτη, μπήκε στο αμάξι και έφυγε αμίλητος. Ο Γρηγόρης κοίταξε χαρούμενος το φιλοδώρημα. Ήταν πενήντα ευρώ.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ

 




Μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησα από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Το 1998 ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών (Master of Science) με ειδίκευση στην Αρχαιομετρία στο University of Sheffield της Μ. Βρετανίας. Το 2009 ολοκλήρωσα μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών στο ΠΤΔΕ του Α.Π.Θ. με κατεύθυνση «Εκπαίδευση και Κοινωνικός Αποκλεισμός». To 2016 ανακηρύχθηκα διδάκτορας του ίδιου τμήματος στο πεδίο της Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Η διδακτορική μου διατριβή έχει τίτλο "Σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας και αρχαιολογικές αφηγήσεις: η κατασκευή της εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα (1952–2010)". Επί του παρόντος εκπονώ μεταδιδακτορική έρευνα στο πεδίο της Διδακτικής της Ιστορίας στο ΠΤΔΕ του ΑΠΘ. Εργάστηκα ως αρχαιολόγος σε πλήθος ανασκαφών και ερευνητικών προγραμμάτων ανά την ελληνική επικράτεια. Από το 2001 εργάζομαι ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Άρθρα μου σχετικά με αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά επιστημονικά περιοδικά και συλλογικά έργα, ενώ έχω συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε πλήθος διεθνών και πανελληνίων επιστημονικών συνεδρίων σχετικά με την έρευνα σχολικών εγχειριδίων ιστορίας, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, τη διδακτική αξιοποίηση των ΤΠΕ και την εκπαιδευτική έρευνα. Το διήγημά μου “Ο μάγος” βραβεύτηκε με το τρίτο βραβείο διηγήματος στον Δ' Λογοτεχνικό Διαγωνισμό "Χριστόδουλος και Μαρία Πετρίδη" το 2019


konstantinapapakosta@hotmail.com

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2020

Το παιδί της Παναγιάς (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

https://www.amfissaface.gr/2020/05/10/post-4613/

Οι σύγχρονες Παναγίες με τη ματιά και τη σκέψη του Κώστα Κουτρουμπάκη.
 

Το παιδί της Παναγιάς 

(Πρώτη δημοσίευση: Αυγή, Αναγνώσεις, 15 Αυγούστου 2020)


[Λαύρα. Οι εκδρομείς καραβιές. Οι τσιγγάνοι στην προκυμαία. Η εμπριμέ παραλία. Οι ευλαβείς προσκυνητές. Οι πάγκοι στον περίβολο. Οι επίσημοι. Η εποποιία του δεκαπενταύγουστου.

Δύο άντρες συζητούν σε παραλιακό καφενείο. Ο ένας με συγγραφικές περγαμηνές, περπατημένος. Ο άλλος λαϊκός, ξενιτεμένος χρόνια, σε θερινές διακοπές στον γενέθλιο τόπο.]


«Θεομπαίχτες!»

«Μάζεψε το στόμα σου ανόητε! Ας μην ήταν η χάρη Της και να δεις πόσοι θα μέναμε στο δρόμο!»

«Ναι! Για σας κοιμήθηκε η Παρθένος... Για να μαζώνετε λεφτά απ’ τα κορόιδα και να τα σκορπάτε στα ξύδια και στις γυναίκες. Οι μεγαλόσταυροι σας μάραναν!»


- Πάνω κάτω έτσι εξελισσόταν ο διάλογος. Ηδονιζόμουν να τον ακούω να τους πατάει τον κάλο. Πιο πολύ γιατί δεν του γύριζαν πίσω σχεδόν τίποτε –δεν είχαν άλλωστε, ο τύπος ήταν καθαρός ουρανός. Αυτοί κάνανε πλάτες ο ένας του αλλουνού –ελληνική επαρχία, αλληλεγγύη της λερωμένης φωλιάς.

Εκείνος πάλι αλληλεγγύη κανονική, άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο. Σχολούσε απ’ το ξενοδοχείο και γραμμή στο camp. Εθελοντής στα μαγειρεία. Στο νησί είχαν αρχίσει από καιρό να φτάνουν οι σκυλοπνίχτες από απέναντι.


Την Αϊσέ –οι γονείς της μουσουλμάνοι της Συρίας– την έλεγε «παιδί της Παναγιάς». Η μάνα της, σχεδόν γριά, άκουσε για τη μονή της Παρθένου της Σεϊντνάια, που συντρέχει όλες τις άτεκνες, χριστιανές και μουσουλμάνες. Δύο βραδιές νυχτέρεψε μπροστά στο εικόνισμά της κι εκείνη έκανε το θαύμα της.

Η Αϊσέ βγήκε ανατολίτισσα με παριζιάνικη μύτη, φρύδια γραμμένα και χειλάκια για διαφήμιση. Ξύπνιο παιδί, από μικρό μέσα σ’ όλα. 

Τον πόλεμο τον μυρίστηκε από νωρίς. Παράτησε δευτεροετής το πανεπιστήμιο, σήκωσε μικροκαταθέσεις, σκότωσε χρυσαφικά, φίλησε μάνα και πατέρα και πήρε τον μεγάλο δρόμο. Είχαν κάτι συγγενείς στη Γερμανία.

Τα λεφτά σώθηκαν στα μικρασιατικά παράλια. Έπεσε στην ανάγκη των λαθροδιακινητών. Πάνω απ’ το κορμί της πέρασαν. Τα χειλάκια τα ’ραψε στο hot spot –όχι σε ένδειξη διαμαρτυρίας, από φόβο μην της ξεφύγει κουβέντα. Μάταια όμως. Υπήρχαν καλοθελητές –κι είχαν μάθει. 

Στο camp το κακό συνεχίστηκε. Άντρες –μικροί και μεγάλοι. Κάποιες σιωπές πληρώνονται.

Δεν εμπιστευόταν άλλον. Τον περίμενε κάθε απόγευμα να την πάρει μαζί του στα μαγειρεία, ν’ ανασάνει. Μιλούσαν ελάχιστα. Εκείνος είχε καταλάβει –είχε δει τα βλέμματά τους τα λαίμαργα. Είχε κάποιες γνωριμίες στο camp, είπε να την προσέχουν.

Λάλησαν όλοι τότε: η «χριστιανογεννημένη», η «προδότρα του Αλλάχ», η «μαγαρισμένη».

Οι συναντήσεις στα μαγειρεία συνεχίστηκαν. Το κορίτσι όμως έκλαιγε βουβά δάκρυα. Λέξη δεν της έπαιρνε. Ούτε αυτός ούτε οι ψυχολόγοι των ΜΚΟ. Ύστερα μπήκε σε αγωγή βαρέος τύπου.

Σαν σήμερα τη βρήκανε. Βιασμός κατ’ εξακολούθηση και ανθρωποκτονία. Τρόμαξαν να τη γνωρίσουν. Τα σύνεργα του εγκλήματος όλα απ’ τα μαγειρεία. Με τα δακτυλικά του αποτυπώματα.

Οι καλοθελητές κελαηδούσαν. «Σημαδεμένη», «Μπαστάρδικο των απίστων» και άλλα.


- Κι εσύ πού τα έμαθες όλα αυτά;

- Τον επισκέπτομαι στη φυλακή.

- Στο δικαστήριο τι έγινε;

- Τους είπε ότι τους είχε δει να τους παρακολουθούν στα μαγειρεία. Δε βρέθηκαν όμως μάρτυρες. Κι όσο για αποτυπώματα, παντού μόνο τα δικά του. Ούτε γενετικό υλικό ούτε τίποτε.

- Το ’χανε στήσει καλά μάλλον. Είναι ν’ απορείς όμως.

- Με τι;

- Να, πώς γίνεται βασανισμένοι άνθρωποι να γίνονται τόσο σκληροί.

- Και τι νομίζεις, πως τα βάσανα μαθαίνουν ανθρωπιά;

- Πότε θα ξαναπάς επισκεπτήριο;

- Σε ένα μήνα περίπου, που θα κατεβώ Αθήνα.

- Τους χαιρετισμούς μου να του στείλεις. Πρέπει να με θυμάται.


[Οι άντρες συζητούν για λίγο ακόμη κι ύστερα χωρίζουν.

Η Παναγιά παίρνει αγκαλιά το παιδί της και κοιμάται. Στον ύπνο της ονειρεύεται μια κόρη• παριζιάνικη μύτη, φρύδια γραμμένα και χειλάκια για διαφήμιση. Σαν ξυπνά, βρίσκει μπροστά στο εικόνισμά της μια γυναίκα μεγάλη, σχεδόν γριά.


Νυχτέρευε δύο μέρες παρακαλώντας για παιδί.]


ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ



Ο Κώστας Ι. Κουτρουμπάκης, κατά συνείδηση κιθαριστής παιδιόθεν, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969. Φοίτησε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές, και στη συνέχεια εργάστηκε ως συμβασιούχος αρχαιολόγος. Από το 2003 είναι φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Κριτικά του άρθρα και κείμενα έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Η συλλογή διηγημάτων "Ο μαραγκός" (Ενύπνιο, 2018) είναι το πρώτο του βιβλίο.


Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Στην Άσπρη Άμμο (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

 

Η Τασούλα Γεωργιάδου ταξιδεύει μαζί μας σε μια άλλη εποχή και σε μια άλλη κοινωνία!


Στην Άσπρη Άμμο

Τα Landini είναι γεωργικά οχήματα, κοινώς τρακτέρ. Συνήθως τα ξέρουμε κόκκινα βαριά με τεράστια ελαστικά στις πίσω ρόδες, αλλά οι εκλεπτυσμένοι Ιταλοί τα φτιάχνουν σχεδόν ανάλαφρα, κομψά και πάντα σε χρώμα azzurro, αυτό το ενδιάμεσο χρώμα μεταξύ γαλάζιου και μπλε, που είναι του καθαρού και φωτεινού ουρανού και της καθάριας θάλασσας. Έτσι γαλανό κι αστραφτερό θα ήταν το χρώμα του δενδροκομικού τρακτέρ της ιστορίας μας, μισό αιώνα και βάλε πριν. Τώρα έχει θαμπώσει δραματικά, οι σκουριές υπερτερούν, τ’ άσπρα γράμματα αλλού έχουν γκριζάρει επικίνδυνα κι αλλού έχουν χαθεί.

Όταν πλησιάζει προσεκτικά στην παραλία, καθημερινά στις έντεκα,αγκομαχά ευγενικά και ειδοποιεί για την άφιξή του με κάποιες μαύρες τουλούπες καπνού από την ντηζελομηχανή, συνοδευμένες με τη χαρακτηριστική οσμή του πετρελαίου. Κι ενώ τα αυτοκίνητα επιδιώκουν τα τσιμεντωμένα ισώματα ή τις σκιερές πατικωσιές κοντά στον φράκτη, το Landini έρχεται απρόσκοπτα να παρκάρει στο νεροφάγωμα που γεμίζει με άμμο στην άκρη του αγροτικού δρόμου, την πιο προνομιούχα θέση πάνω από την παραλία.

Για τον τετράχρονο Νικολάκη, προερχόμενο από τα νότια προάστια της Αθήνας, το τρακτέρ παραπέμπει σε αγρότη, όπως έμαθε από τα πρώτα του εικονογραφημένα βιβλιαράκια. Από την άλλη η ηλικία του παραπέμπει στα πού, τα τι, τα πώς και τα γιατί. «Τι καλλιεργεί στο χωράφι του; Πού είναι η φάρμα του; Τι ζώα έχει μέσα; Μπορούμε να πάμε να τα δούμε; Γιατί έρχεται στη θάλασσα με το τρακτέρ;». Πρέπει να ρωτήσει οπωσδήποτε, αλλά έχει και τους δισταγμούς του. 

Η παρέα του Landini, σταθερά η ίδια, απαρτίζεται από τέσσερα “παλικάρια“ μεταξύ 75-80 χρόνων. Ο οδηγός, συνοδηγός  και οι άλλοι δυο στα καπούλια των φτερών των δύο μεγάλων τροχών.Βαδίζουν συντονισμένοι σκυφτοί, με τις μακριές σκούρες βερμούδες-μαγιό τους, τα υπόλευκα τζόκεϋ καπελάκια τους, με πρόχειρες φθαρμένες  πετσέτες, όχι απαραίτητα θαλάσσης, στους ώμους και τα χέρια δεμένα πίσω, κάτω από τη μέση. Αφήνουν βιαστικά στην τραβηγμένη στην αμμούδα κόκκινη βάρκα «Καπετάν Αντώνης»,που ξεκουράζεται έξω από το παραλιακό κτήμα με τα λιόδεντρα, μαγκούρες και πετσέτες, και βουρ στο νερό. Περί τα είκοσι λεπτά κολυμπούν, πιάνουν τη συζήτηση, καλαμπουρίζουν, συναγελάζονται. Βγαίνουν όλοι μαζί, στέκονται λίγη ώρα στα σκαλάκια στο άνοιγμα της περίφραξης να στραγγίσουν, χωρίς να ξεπλυθούν στο ντους, μετά από κάνα δεκάλεπτο καβαλούν το τρακτέρ και αποχωρούν. Αυτή η καλοκαιρινή ρουτίνα μετρά μισό και βάλε αιώνα, από τότε που αποκτήθηκε το γεωργικό μηχάνημα. Τότε που ξύπναγαν αχάραγα να ξεκινήσουν τη σκληρή δουλεία στα καπνοχώραφα του Χαλκερού.

Μια δουλειά που γνώριζαν παιδιόθεν. Στον τρύγημα του καπνού όλο το χωριό ήταν ανάστατο, μικροί μεγάλοι στο πόδι. Τους σήκωναν τα γονικά γύρω στις τέσσερις, πριν φέξει. Φορούσαν ό,τι πιο παλιό ρούχο και χοντροπάπουτσο είχαν, μια και τα χώματα και η κόλλα του καπνού θα τα κατέστρεφαν. Το μάζεμα ήθελε δροσιά και προσοχή κάθε φύλλο να μαζωχτεί στην ώρα του με την ιδανική υγρασία, ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα. Ξεκινούσε από το κάτω μέρος του φυτού προς την κορφή. Πρώτο χέρι, δεύτερο χέρι κ.ο.κ. να γεμίσουν τις αγκαλιές, από κει στο κοφίνι πριν τα δει ο ήλιος και τα μαράνει. Όταν γύριζαν σπίτι με το φόρτωμα, το εξασφάλιζαν καλά φυλαγμένο στη σκιά, οι μεγάλοι τρίβονταν με νερό και πράσινο σαπούνι ν’ απαλλαγούν από τα χώματα και τη δυσάρεστη κόλλα των τραχιών φύλλων της αρωματικής ποικιλίας Μπασμά. Οι πιτσιρικάδες σε αντίθεση, ροβόλαγαν τις πλαγιές να βρεθούν στην παραλία, να ξεπλυθούν και ν’ αναγεννηθούν στη θάλασσα.

Τα νερά του μικρού κόλπου, ανάμεσα στους λόφους που σχηματίζουν το λιβάδι, είναι αβαθή, διάφανα και κρυστάλλινα. Το χρώμα σμαραγδένιο χάρη στην άσπρη άμμο που αντιφεγγίζει τον ήλιο. Ό,τι πρέπει για μικρά και άμαθα στο κολύμπι παιδιά. Τσαλαβουτούσαν, ψευτοπάλευαν, ανέβαινε ο ένας στους ώμους του άλλου, κάνανε μακροβούτια, διασκέδαζαν στα δροσερά νερά. Πριν φτάσει το μεσημέρι απολάμβαναν μόνοι ήλιο και θάλασσα. Γύρω στο μεσημέρι έφταναν τα λεωφορεία από την πόλη με τους παραθεριστές. Ένα λεωφορείο του στρατού μάζευε τα γυναικόπαιδα των αξιωματικών, από τα ΣΟΑ ή τις ανατολικές συνοικίες που γειτόνευαν με την 11η Μεραρχία. Από την άλλη ήταν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ με τους ηλικιωμένους. Αυτοί δεν πολυκολυμπούσαν, ερχόντουσαν για … αμμόλουτρα. Δεν είχαν επινοηθεί ακόμη οι διαθερμίες των φυσιοθεραπευτών. Οι γιατροί συνιστούσαν  παραμονή στη ζεστή άμμο για αρθριτικά και ρευματισμούς. Κι εδώ η άμμος είναι ιδανική. Λεπτή, λευκή, πυριτική, με τα ψήγματα του χαλαζία να λαμποκοπούν στο φως,πυρώνει όμορφα και, ακόμη και βρεμένη, δεν λασπιάζει σαν την αργιλική άμμο. Δεν υπάρχει καλύτερη για αμμόλουτρα.

Τα χωριατόπαιδα ήταν πρόθυμα να ανοίξουν ρηχούς λάκκους και να σκεπάσουν τα πονεμένα μέλη. Γιατί όχι και ολόκληρα τα κορμιά των ηλικιωμένων που φουρνίζονταν, αφήνοντας μόνο το κεφάλι έξω καλυμμένο με πλατύγυρα ψαθάκια και υγρές μαντήλες στο πρόσωπο. Κάτι πενηντάλεπτα, μια, δυο δραχμούλες έκαναν τα παιδιά ακόμη πιο πρόθυμα στο πρόσκαιρο θάψιμο των γερόντων. Από αυτήν τους την καλοκαιρινή ενασχόληση πρέπει να προέρχεται η εμπειρία της κατασκευής της αυτοσχέδιας τσάπας από κόντρα πλακέ που φέρνει ο πιο παχουλός της παρέας. Τώρα, βέβαια, βυθίζει στην άμμο τα δικά του μέλη, περιμένοντας να ευεργετηθούν από τη ζέστη της.

 Δυο μέρες μετά τον Δεκαπενταύγουστο,που αραίωσαν οι κολυμβητές, θυμήθηκαν τα “παλικάρια” τα παλιά τους παιχνίδια. Άνοιξαν ένα λάκκο δίπλα στην ξέμπαρκη βάρκα και μπήκε ολόκληρος μέσα ο ένας. Οι άλλοι βοήθησαν με το τσαπί να σκεπαστεί με τη ζεστή άσπρη άμμο μέχρι τον λαιμό. Μόνο το κεφάλι  έμεινε έξω, προστατευμένο από τον ήλιο χάρη στην σκιά του σκαριού «Καπετάν Αντώνης».

Ο Νικολής αφού έτρεξε πάνω κάτω στην υγρή περιοχή της αμμουδιάς αλαλάζοντας, με τη δίχρονη αδελφή του να τον ακολουθεί κατά πόδας, έτρεξε να της κρυφτεί. Πήγε και τρύπωσε πίσω από τη βάρκα. Όπως τον έψαχνε τη μικρούλα, πήγαινε γύρω γύρω με την όπισθεν ακροποδητί. Μέχρι που άκουσε το «ωχ!». Σαν διαπίστωσε πως κουνιόταν παράξενα το έδαφος κάτω από τα ποδαράκια του, γούρλωσε τα ματάκια του αντικρίζοντας το κεφάλι του παχουλού αγρότη …φυτεμένο στην άμμο. Πετάχτηκε αλαφιασμένο, έντρομο, κι έτρεξε προς την ομπρέλα που καθόταν οι παππούδες του να καταφύγει στην αγκαλιά της γιαγιάς του.

«Παππού, γιαγιά, πέθανε ο αγρότης και τον βάλανε στα χώματα! Αλλά το κεφάλι του κουνιέται και τα μάτια του είναι ανοικτά…».

Έτρεξαν τα τέσσερα “παλικάρια“ με ένοχο ύφος, για την τρομάρα που πήρε το τετράχρονο, να το παρηγορήσουν. «Κανείς δεν πέθανε πουλάκι μου, αμμόλουτρο κάνει ο παππούλης». Ηρέμησε σε λίγο το μικρό, εξασφαλίζοντας την υπόσχεση να το πάρουν να δει την υποτιθέμενη φάρμα. Να γνωρίσει την κατσίκα Κατινούλα, τις κότες και τον πλουμιστό κόκορα της αυλής. Και φυσικά μια μικρή βόλτα με το πάλαι ποτέ γαλάζιο τρακτέρ!

 

 ΤΑΣΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

 

 Η  Τασούλα Γεωργιάδου (Καβάλα 1956) είναι επίτιμη Σχολική Σύμβουλος Φυσικών Επιστημών. Σπούδασε Χημεία στο ΑΠΘ και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές MSc στην «Προστασία Μνημείων», MEd στις Τεχνολογίες Πληροφορικής κ Επικοινωνιών και Phd στη «Διδακτική των Φυσικών Επιστημών». Δίδαξε στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων, ψηφιακού υλικού και πολλών επιστημονικών εργασιών σε περιοδικά και συνέδρια Χημείας. Με την αφυπηρέτησή της προσπαθεί να ασχοληθεί με τον πεζό λόγο.Έχει δημοσιεύσει διηγήματα/αφηγήσεις/χρονογραφήματα σε λογοτεχνικά έντυπα, εφημερίδες και ιστοτόπους.