Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Θερινό Ηλιοστάσι και Κλήδονας

Θερινή Ισημερία: 21 Ιουνίου, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου

- Ο Κλήδονας είναι ένα έθιμο με καταγωγή στην αρχαία εποχή, που επικρατούσε η 'κληδόνα'. Κληδόνα σημαίνει πράξεις ή λέξεις τυχαίες και ασυνάρτητες, που ακούγονταν κατά τη διάρκεια μαντικών τελετών και στις οποίες αποδίδονταν προφητική σημασία.
- Ο Κλήδονας ζωντανεύει τη μέρα του Αη-Γιαννιού, στις 24 Ιουνίου, που συμπίπτει με τη θερινή τροπή του ήλιου, η δύναμη του οποίου φανερώνει κυρίως τα μελλούμενα, σύμφωνα με τις θαμπές μνήμες του παρελθόντος.




  Ο γιορτασμός αρχίζει από την παραμονή με τις μεγάλες φωτιές που ανάβονται και τις πηδούν ακόμη και τα παιδιά. 

 Ενα έθιμο που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα ,ένα έθιμο ειδωλολατρικό που στην περιοχή μας κρατιέται μέχρι σήμερα, θεωρείται ερωτικό και υλοποιείται από τις ελεύθερες και νιόπαντρες γυναίκες.
 Την παραμονή της γιορτής στολίζουν τον ΚΛΗΔΟΝΑ, ένα μεταλικό δοχείο νερού ,το Γκιούμι με διάφορα αρωματικά φυτά και λουλούδια. Κυριαρχούν, ο δυόσμος ,ο βασιλικός, τα τριαντάφυλλα και τα γιαννάκια.
 Αφού πάρουν νερό από τρείς βρύσες του χωριού η κάθε γυναίκα ρίχνει στο Γκιούμι ένα της κόσμημα δεμένο με κόκκινη κορδέλα . Σκεπάζουν τον κλήδονα με ένα κόκκινο μαντήλι και τον κρύβουν να μην τον βρουν οι άνδρες του χωριού και τον χαλάσουν.
Ο κλήδονας πρέπει να μείνει την νύχτα έξω πάνω σε δέντρο ή σε τριανταφυλλιά και κάτω από τα αστέρια .

Την άλλη μέρα όλες μαζί οι γυναίκες πηγαίνουν τον κλήδονα στην κεντρική βρύση και αφού άλλάξουν το νερό τρεις φορές άνοιγαν τον κλήδονα και έβγαζαν ένα ένα τα κοσμήματα τα οποία έπρεπε να ασπρίσουν και όχι να μαυρίσουν. Αυτό ήταν δείγμα καλοτυχίας.
Την ώρα που έβγαζαν τα κοσμήματα, τραγουδούσαν και με διάφορα ερωτικά στιχάκια πείραζαν η μία την άλλη.
Όποιας το κόσμημα έβγαινε πρώτο, αν ήταν ελεύθερη, θα παντρεύοταν εκείνη την χρονιά.

Αν ήταν νιόπαντρη θα αποκτούσε παιδί και γενικώς θα είχε καλή χρονιά.

Πηγή: Λαογραφικά Βοΐου


Απόσπασμα από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Θερινό Ἡλιοστάσι»

...Tώρα,

μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα

τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,

ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·

καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα

τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,

ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.



Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα

κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι

βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα

καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

 φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη

καὶ νὰ τὴ σπείρουν.

Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.



Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν

πρέπει νὰ καοῦν

τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος

στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.


Δημοσίευση σχολίου