Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Καβάφης και Ιουλιανός, Σεφέρης και Γρηγόριος Ναζιανζηνός: ποιητικές σχέσεις


Εις τα περίχωρα της Aντιοχείας

Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Aπόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Aυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)

Aνασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Aκούς εκεί; Ο Aπόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Aπόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Aπόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε—
τι άλλο θα έκαμνε— πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Aς πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Η εμπειρία δεν είναι ποτέ περιορισμένη, και δε συμπληρώνεται ποτέ• είναι μια απέραντη ευαισθησία, ένας μεγάλος ιστός αράχνης κάποιας λογής. Φτιαγμένος από την πιο λεπτή μεταξωτή κλωστή, κρεμασμένος στο θάλαμο της συνείδησης και πιάνοντας κάθε ανεμόφερτο μόριο στο υφάδι του. Είναι αυτή καθαυτή η ατμόσφαιρα της διάνοιας... 
HENRY JAMES


  Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας (1933). Είναι το τελευταίο ποίημα του Καβάφη• δεν πρόλαβε να το τυπώσει σε μονόφυλλο. Πέθανε στις 29 Απριλίου 1933.

     Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε 
     τα νέα καμώματα του Ιουλιανού..

     Κοραής: «Πολύ πλέον μ’ επαρηγόρησαν όσα μ’ έγραφες άλλοτε περί της φροντίδας των Καππαδοκών...»

     Ο Καβάφης έμεινε ώς το τέλος ένας λόγιος Φαναριώτης.

   Πίσω από τους Αντιοχείς αυτούς, αισθάνεται κανείς —είτε τον είχε υπόψη του ο Καβάφης, είτε όχι — το μεγάλον ίσκιο του Ναζιανζηνού• δεν ήταν άνθρωπος χωρίς μπρίο. Τον συλλογίζομαι συχνά, εδώ στην Άγκυρα, καθώς και την Αθήνα εκείνη του 4ου αιώνα• τα σχολειά της, τους νέους που μαζεύουνταν από τα πέρατα της οικουμένης για να μελετήσουν τον Ελληνισμό που ξαναφουντώνει• μια πανσπερμία σπουδαστών, κι ανάμεσό τους τις τρεις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του καιρού, που μέλλουνταν να συγκλονίσουν τον κόσμο: τον Ιουλιανό, τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, τον Βασίλειο τον Μέγα• δυνατούς, ανήσυχους χαρακτήρες, συμφοιτητές, ομήλικους, δεν έχουν περισσότερο από τέσσερα χρόνια διαφορά• κι αυτή την ελληνική παιδεία που μετατοπίζεται προς την Ανατολή και ποτίζει τόσο διαφορετικές δίψες• που δημιουργεί τόσους νέους συνδυασμούς και κράσεις, απαγίωτους ακόμη. Ξαναθυμούμαι το αιώνιο «εν μέρει... εν μέρει...» (30. λ´) του Καβάφη και χαίρομαι τον οργισμένο λόγο του Γρηγορίου όταν ο Ιουλιανός θέλησε να «απελάσει» τους χριστιανούς από την ελληνική λαλιά:

     «...κακούργως την προσηγορίαν μετέθηκεν επί το δοκούν, ώσπερ της θρησκείας όντα τον Έλληνα λόγον, αλλ’ ου της γλώσσης• και διά τούτο, ως αλλοτρίου καλού φώρας, των λόγων ημάς απήλασεν...» (Α´, ε´).14

     Σα να είχαν κλέψει ξένο πράγμα• σα να ήταν μοναχά δικός του ο ελληνικός λόγος —και νομοθετεί να μην ονομάζουνται πια Χριστιανοί αλλά Γαλιλαίοι (Α´, οστ´)• χάρισμά του λοιπόν οι ονομασίες, δε θα του τις διαφιλονικήσουν:

     «Ημείς δε ου παρακινήσομεν αυτοίς τα ονόματα• ουδέ γάρ εστιν εις ό,τι μεταθείημεν αν άλλο γελοιότερον, τους φαλλούς, και τους ιθυφάλλους, και τους μελαμπύγους, και τους απύγους, και τον τραγόπουν, και τον σεμνόν Πάνα, τον εκ πάντων μνηστήρων ένα θεόν, και όνομα λαβόντα την ύβριν...• ουκ ούν φθονήσομεναυτοίς ούτε των πραγμάτων, ούτε των ονομάτων• αλλ’ απολαυέτωσαν της εαυτών ευηθείας, και τοις αισχίστοις εγκαλλωπιζέσθωσαν• ει βούλοιντο δε, και τον Βουθοίναν παρήσομεν αυτοίς, και τον Τριέσπερον, ίνα και μάλλον αυτοίς χαρισώμεθα• τον και γεννώμενον ούτω, και γεννώντα μεγαλοπρεπώς, και άθλον ποιησάμενον τρισκαιδέκατον, εν μια νυκτί, τας Θεστίου πεντήκοντα θυγατέρας, ίν’ εκ τούτων ονομασθή Θεός...» (Α´, οζ´).

     Και τι μας εμποδίζει εμάς τους Χριστιανούς να του ανταποδώσουμε τα ίσα και να τον φωνάζουμε Ειδωλιανό, και Πισαίο, και Αδωναίο, και Καυσίταυρο, αυτόν τον «ευηθέστατο, και ασεβέστατο, και απαιδευτότατο τα μεγάλα»! (Α´, ξζ´). Αυτό το «γουρούνι, που κυλίστηκε στο βόρβορο» (Α´, νβ´), το είδε και μάντεψε τι λογής ήταν, στην Αθήνα, τον καιρό που σπούδαζαν:

     «...εποίει με μαντικόν η του ήθους ανωμαλία, και το περιττόν της εκστάσεως• είπερ μάντις άριστος, όστις εικάζειν οίδε καλώς. Ουδενός γαρ εδόκει μοι σημείον είναι χρηστού αυχήναπαγής, ώμοι παλλόμενοι και ανασηκούμενοι, οφθαλμός σοβούμενος και περιφερόμενος, και μανικόν βλέπων, πόδες αστατούντες και μετοκλάζοντες, μυκτήρ ύβριν πνέων και περιφρόνησιν, προσώπου σχηματισμοί καταγέλαστοι το αυτό φέροντες, γέλωτες ακρατείς τε και βρασματώδεις, νεύσεις και ανανεύσεις συν ουδενί λόγω, λόγος ιστάμενος και κοπτόμενος πνεύματι, ερωτήσεις άτακτοι και ασύνετοι, αποκρίσεις ουδέν τούτων αμείνους, αλλήλαις επεμβαίνουσαι και ουκ ευσταθείς, ουδέ τάξει προϊούσαι παιδεύσεως» (Β´, κγ´).

     Ο Ναζιανζηνός όχι μόνο εννοεί να δείξει πως ξέρει τα γράμματά του και τη μυθολογία του — άλλο ζήτημα αν οι μύθοι της παλιάς μισητής θρησκείας ηχούν στο στόμα του, με κάποιον τρόπο, σαν τους μύθους της ιπποσύνης στο στόμα του Θερβάντες — αλλά και φανερά χαίρεται τη φράση του και παρασύρεται από τον ήχο της και το ρυθμό της. Τούτο δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο• είναι μέσα στις συνήθειες των ρητόρων της εποχής, που προσπαθούσαν να συγκινήσουν με μελωδικά μέσα. Άλλωστε οι Χριστιανοί πολεμούν τους ειδωλολάτρες με τις ίδιες τους τις τέχνες. H ακόλουθη περικοπή είναι από τον επινίκιο:

     «Ουκ έτι φθέγγεται δρυς• ουκ έτι λέβης μαντεύεται• ουκ έτι Πυθία πληρούται, ουκ οίδ’ ώντινων, πλην μύθων και ληρημάτων. Πάλιν η Κασταλία σεσίγηται, και σιγά, και ύδωρ εστίν ου μαντευόμενον, αλλά γελώμενον πάλιν ανδριάς άφωνος ο Απόλλων...• πάλιν ανδρόγυνος ο Διόνυσος, και χορόν μεθυόντων εξηρτημένος, και το μέγα σου μυστήριον ο φαλλός, και Προσύμνω τω καλώ θεός παθαινόμενος• ...πάλιν Αφροδίτη πόρνη γενομένη τε αισχρώς, και γάμων αισχρών υπηρέτις• πάλιν Αθηνά παρθένος τε εστί, και τίκτει δράκοντα• πάλιν Ηρακλής μαίνεται, μάλλον δε μαινόμενος πέπαυται• ... Γελώ σου τον Πάνα, και τον Πρίαπον, και τον Ερμαφρόδιτον, και τους υπό μανίας περικεκομμένους ή διεσπασμένους θεούς...» (Β´, λβ´).

               ...ο αποτρόπαιος 
     Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

     Υπέρ του ευσεβέστατου Ιοβιανού ευχηθώμεν      (ρκζ´)

—τον τελευταίο στίχο θα τον εδιάβαζα ψαλμωδώντας, όπως ψέλνουν σήμερα στις εκκλησίες το «υπέρ του ευσεβεστάτου δεσπότου ημών δεηθώμεν». Έχω παραθέσει υπερβολικά μεγάλες περικοπές του Γρηγορίου• πώς ν’ αποχωριστεί κανείς από τέτοια κείμενα.

Γιώργος Σεφέρης, «Aκόμη λίγα για τον Aλεξανδρινό» (1962)
Δημοσίευση σχολίου