Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Ερμηνευτικό σχόλιο: μύθοι και πραγματικότητα

 


Οι φήμες είναι πολλές και συχνά αντικρουόμενες. Η σύγχυση μεγάλη αλλά το σωστό διάβασμα και η εστιασμένη προσοχή μας στις οδηγίες των φιλολόγων-βαθμολογητών της τάξης μετατρέπει τη σύνταξη του ερμηνευτικού σχολίου (θέμα Γ) σε μια δημιουργική δραστηριότητα, βασισμένη σε τεκμηριωμένες γνώσεις. Μετά τη σχετική θεωρία, ακολουθούν στοχευμένα παραδείγματα-εφαρμογές. Ευκαιρία, λοιπόν, να μάθουμε να εργαζόμαστε σωστά και να επιδιώκουμε το άριστα (15 μον.).


Ερμηνευτικό σχόλιο

ΟΔΗΓΙΕΣ

Το πιο σημαντικό στοιχείο, διαβάζοντας ένα κείμενο, είναι να καταλάβουμε το θέμα του (π.χ. αν αφηγείται ένα περιστατικό ρατσιστικής βίας, το θέμα θα είναι π.χ. η ξενοφοβία ή ο κοινωνικός ρατσισμός κλπ. που οδηγεί στην κοινωνική παθογένεια).  Προσοχή, η περίληψη της ιστορίας του κειμένου δεν ταυτίζεται με το θέμα.

 

Ποιο είναι το βασικό ερώτημα που θέτει το κείμενο;

Πρόκειται για κείμενα που μας θέτουν μπροστά σε κάποια διλήμματα ή σε κάποια κρίσιμα ερωτήματα (τύπου «γιατί υπάρχει κοινωνική βία;).

Καταγράφουμε το ερώτημα ή τα ερωτήματα που θέτει το κείμενο (π.χ. στην «Ιθάκη»,  είναι προτιμητέο το ταξίδι ή ο προορισμός; ).

Αν υπάρχουν πάνω από ένα ερωτήματα που τίθενται, αξιολογούμε ποιο είναι το σημαντικότερο/  ποιο παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μας.

 

Να τεκμηριώσετε το σχολιασμό σας.

Για να γίνει η τεκμηρίωση της ερμηνείας (νοηματοδότησης) του κειμένου, χρησιμοποιούμε αναφορές στις λεξιλογικές επιλογές του συγγραφέα, στα σχήματα λόγου που αξιοποίησε (π.χ. η «Ιθάκη» αξιοποιεί ιδιαίτερα την αλληγορία) , στις αφηγηματικές τεχνικές (π.χ. είδος αφηγητή) και στους αφηγηματικούς τρόπους (π.χ. διάλογος, εσωτερικός μονόλογος) και στις παραπομπές που ίσως κάνει σε καταστάσεις (π.χ. αναφορά σε αντιλήψεις, αξίες, ιστορικά γεγονότα). Χρησιμοποιούμε δηλαδή τους λεγόμενους, κειμενικούς δείκτες.


Προσοχή: Επειδή η ανάπτυξη θα γίνει με όριο λέξεων, η αναφορά στους κειμενικούς δείκτες να είναι κατά το δυνατόν συγκεκριμένη (δεν παραθέτουμε ολόκληρη την πρόταση, αλλά τη συγκεκριμένη φράση). Επίσης, δεν απαριθμούμε τους κειμενικούς δείκτες (πρώτον, δεύτερον, κλπ.).

 

Πιο αναλυτικά, ποια στοιχεία λειτουργούν ως κειμενικοί δείκτες;


Στη μορφή :

1  Λογοτεχνικό γένος/ είδος (πεζογραφία/διήγημα)

2  Αφηγηματικές τεχνικές (π.χ. είδος αφηγητή)

3  Αφηγηματικοί τρόποι (π.χ. μονόλογος)

4  Γλωσσικές επιλογές

5  Λεξιλόγιο

6  Ύφος

7  Εκφρατικά μέσα

8  Εικονοποιία

9  Στίξη

10  Δομή

11  Συνδετικές λέξεις/φράσεις

12  Στιχουργική


Στο περιεχόμενο:

1  Τίτλος

2  Χαρακτήρες

3  Αξίες – ιδέες – αντιλήψεις

4  Στάσεις – συμπεριφορές

5  Ανθρώπινες σχέσεις

6  Συναισθηματικό κλίμα

7  Κοινωνικοπολιτικές συνθήκες

8  Διακειμενικές αναφορές(σε άλλα κείμενα, λογοτεχνικά ή μη)

 

 

Πρέπει να αναφερθώ σε όλους τους κειμενικούς δείκτες που παρέχει το κείμενο;

Δεν ενδιαφέρει η ποσότητα/ ο αριθμός των κειμενικών δεικτών, αλλά η επιλογή αυτών που βοηθούν στην τεκμηρίωση της άποψής μας. Σε κάθε περίπτωση, είναι ενδεχόμενο να υπάρχει αναφορά σε κειμενικούς δεικτες που δεν τεκμηριώνουν κάποια άποψη (π.χ. το γεγονός ότι η «Ιθάκη» είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο δεν τεκμηριώνει το διδακτικό τόνο του ποιήματος. Αντιθέτως, η χρήση της υποτακτικής «να εύχεσαι» το κάνει).

 

Πέρα από την αναφορά στους κειμενικούς δείκτες, πώς μπορώ να τεκμηριώσω την ερμηνεία μου;

Αν και συνιστάται η βασική αναφορά να είναι στους κειμενικούς δείκτες, υπάρχουν άλλα δύο στοιχεία που μπορούν να υποστηρίξουν την ερμηνεία ενός κειμένου:

α) Το «συγκείμενο» του συγγραφέα/ του αναγνώστη: Οι πολιτισμικές και κοινωνικές συνθήκες της παραγωγής και της ανάγνωσης του έργου. Επειδή το συγκείμενο αλλάζει, το κείμενο αποκτά νέες διαστάσεις ανάλογα με την εποχή.

β) Το «περικείμενο»: Ο τίτλος του συνολικού έργου (π.χ. ποιητικής συλλογής), τα στοιχεία που δίνονται στο εισαγωγικό σημείωμα και οι πληροφορίες σχετικά με τη δημιουργία ή την έκδοση (ημερομηνία, τόπος) του κειμένου. Ιδίως εάν μας δίνονται στοιχεία στο εισαγωγικό σημείωμα σχετικά με τον συγγραφέα, είναι επωφελές να τα χρησιμοποιήσουμε.

Προσοχή: Να μην κάνουμε χρήση των όρων «συγκείμενο», «περικείμενο» στην απάντησή μας.

Ποια στοιχεία θα αξιολογηθούν στην απάντησή μου;

Ο βαθμός κατανόησης των ιδεών και του συναισθηματικού κλίματος του κειμένου

Η τεκμηρίωση με κειμενικούς δείκτες

Ο βαθμός κατανόησης των συγκεκριμένων επιλογών (ως προς τους κειμενικούς δείκτες) που έκανε ο συγγραφέας (π.χ. γιατί χρησιμοποίησε ρητορικά ερωτήματα; )

Η συνοχή της τελικής απάντησης – ερμηνευτικού σχολίου

Η χρήση κατάλληλου λεξιλογίου και η επίπτωση τυχόν εκφραστικών λαθών στη διατύπωση της ερμηνείας.


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ-ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ


Γιώργης Παυλόπουλος

 

«Τα Αντικλείδια»

 

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.                                (αλληγορία)

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί                       (αντίθεση)

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς                        (εικονοποιία)

δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.                          (σύμβολο)

Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.                              (σύμβολο)

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ

για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.

Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν

από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια                            (σύμβολο)

για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

 

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.                           (σχήμα κύκλου)

 

Να σχολιάσετε εκείνο το θέμα από όσα θέτει το ποίημα του Γ. Παυλόπουλου «Αντικλείδια» που κρίνετε πιο σημαντικό. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.

Το ποίημα πραγματεύεται την επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τη βαθύτερη ουσία της ποιητικής τέχνης και να κατανοήσει το μυστήριό της. Αυτή η προσπάθεια αποδίδεται με την αλληγορική αφήγηση (Ποίηση – πόρτα) και την εικόνα της  «ανοικτής πόρτας» της ποίησης, η οποία όμως κλείνει κάθε φορά που κάποιοι γοητεύονται («το μάτι τους αρπάζει κάτι»), κοιτάζοντας στο εσωτερικό της και προσπαθούν να μπουν. Αναζητούν, λοιπόν, σε όλη τους τη ζωή το «κλεδί», σύμβολο της αποκάλυψης της ουσίας της ποιητικής τέχνης, αλλά μάταια («Κανείς δεν ξέρει ποιος το ‘χει»). Η πόρτα είναι κλειστή, αρχίζουν λοιπόν να φτιάχνουν «αντικλείδια», αμέτρητα ποιήματα, για να μπορέσουν να δουν μέσα, να βρουν το μυστικό της. Κανείς όμως δεν καταφέρνει να το δει, παρά τις άοκνες προσπάθειες. Το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (σχήμα κύκλου) για να επαναληφθεί και να τονιστεί ότι «η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοικτή», που ενεργοποιεί και κινητοποιεί τη φαντασία των ανθρώπων, προκειμένου να ταξιδέψουν στον ονειρικό της κόσμο. (158 λέξεις)

 

 


Ρέα Βιτάλη

«Το παλτό μου, μαμά»

(απόσπασμα από μυθιστόρημα)

 

Πότε έγιναν όλα αυτά; Πότε ξέσπασε το κακό; Ούτε που το κατάλαβα. Ούτε που το καταλάβαμε. Υπόγεια, ύπουλα. Όπως σκάει η υγρασία μια μέρα σ’ έναν τοίχο και η ζημιά δεν αποκαθίσταται με την τσαπατσοδουλειά μπαλώματος. Δεν σήκωνε μπάλωμα η κοινωνία. Ήταν σαν τη μεταξωτή μου ρόμπα. Εγώ, χαμένος. Οι αμοιβές, όπως είπα, εκτοξεύτηκαν στα ουράνια. Άξιζα τόσο; «Για να με πληρώνουν θα αξίζω», έλεγε ο καθένας με σιωπηρή συνωμοτική αμηχανία μέσα του... Σε πρώτο βέβαια στάδιο. Γιατί στο επόμενο, το παιχνίδι έπαιζε αλλιώς... «Μήπως αξίζω και περισσότερα; Να δεις ότι μπορεί ν’ αξίζω πιο πολύ. Μπορεί μέχρι και να αδικώ τον εαυτό μου. Ναι, με αδικούν!». Αυτές ήταν οι διαβαθμίσεις. Αυτό το λαχάνιασμα προς τα πάνω δεν επέτρεπε σε κανέναν να χαρεί για ό,τι ξαφνικά και από το πουθενά αποκτούσε, αλλά έτρεχε για ν’ αποκτήσει το περισσότερο. Όλοι αξίζαμε περισσότερο. Όλοι απαιτούσαν με θράσος το περισσότερο. Συμπεριφορές άμετρες. Τα πούρα έδιναν κι έπαιρναν. Πούρα, που κάπνιζαν συνειδήσεις ανθρωπων. Αργά αργά, μεθοδικά. Φθήνιες, ξιπασιές. Μια μασκαράτα. Στις σελίδες των περιοδικών συναντούσες γυναίκες να φωτογραφίζονται με ανοικτές τις ντουλάπες τους για το φιλοθεάμον κοινό «τους». Να μετράνε δημοσίως τσάντες, «Λατρεύω τις τσάντες! Πόσες έχω; Πού να τις μετρήσω!». Πουλούσαν την ψυχή τους στον διάβολο για να φωτογραφηθούν τα σπίτια τους και εκείνοι κάπου ανάμεσα ως αντικείμενα των σπιτιών τους. Τόση εξωστρέφεια στην κοινωνία; Τόσο ξεμπρόστιασμα των πάντων. Πόσο είχε αλλάξει ξαφνικά η αρχιτεκτονική της καθημερινότητάς μας; Εμείς μεγαλώσαμε με το «Κλείσε τα παράθυρα θα μας ακούσει ο κόσμος» και ξαφνικά «κατοικούσαμε ομαδικών υπαιθρίως». Στους δρόμους του πλούτου...

Πόσα παπούτσια μπορεί να έχει ανάγκη κάποιος; Πόσα ρολόγια; Χάναμε μέρα με τη μέρα ως κοινωνία το αίσθημα της ντροπής. Έλιωναν κάθε λογής προσχήματα. Σε ποιον έδινε η ψυχή μας πια αναφορά; Δάνεια. Υπέρογκα δάνεια για όλα τα αγαά. Μέχρι «διακοποδάνεια» για εκδρομές. Εγκαινιάστηκε απευθείας αεροπορική γραμμή «Αθήνα – Σεϋχέλλες», καθ’ υπόδειξιν ενός τραγουδιού, μεγάλου σουξε της εποχής «Πάμε για τρέλλες, στις Σεϋχέλλες»(...)

Πάρτι, δεξιώσεις, τζακούζι, απαραιτήτως τζακούζι, σπα σε κάθε δρόμο, σε κάθε πόλη και χωριό, υπερπολυτελή ξενοδοχεία, μεγαλειώδη σπίτια, πολυτελή αυτοκίνητα, Καγιέν ως σύμβολο, πανάκριβα εστιατόρια, κρασιά... Κτήματα τάδε... Πόσα κτήματα! Και μια Μύκονος που δεν έμοιαζε σε τίποτα με το εναλλακτικό νησί της νιότης μας. Μια ξέφρενη χαρά συνεχής. Μια ξέφρενη ευημερία.

 

Ρ. Βιτάλη, Το παλτό μου, μαμά, Εκδόσεις Διόπτρα, 2019, σ. 136-141

 

 

Να σχολιάσεις εκείνο το θέμα, από όσα θέτει το κείμενο που θεωρείς πιο σημαντικό. Αν ζούσες σε εκείνη την εποχή, πιστεύεις πως θα μπορούσες να κρατήσεις μια διαφορετική προσωπική στάση ζωής από αυτή που περιγράφεται στο κείμενο;

Το κύριο θέμα που προκύπτει από την ανάγνωση του κειμένου είναι η διαμόρφωση μιας κοινωνίας στη δίνη του άκρατου καταναλωτισμού. Επικρατεί ένα κλίμα επίπλαστης ευημερίας, μια προκλητική χλιδή (Φθήνιες, ξιπασιές. Μια μασκαράτα) και η έλλειψη μέτρου στο κυνήγι των αγαθών και της επιτυχίας (Πόσα παπούτσια μπορεί να έχει ανάγκη κάποιος; Πόσα ρολόγια; Χάναμε μέρα με τη μέρα ως κοινωνία το αίσθημα της ντροπής.) Η αφήγηση γίνεται σε α΄ πληθυντικό, για να δηλωθεί η συνολική συνενοχή της κοινωνίας και τα πρόσωπα απουσιάζουν ή γίνονται «αντικείμενα». Αυτή την υποδούλωση στα υλικά αγαθά εκφράζει και η χαρακτηριστική παρομοίωση «πούρα που καπνίζουν συνειδήσεις», που παρουσιάζει τους ανθρώπους της εποχής εκείνης αλλοτριωμένους.

Έχοντας ως δεδομένο την ασφάλεια της απόστασης από εκείνη την εποχή, θα ήταν εύκολο να επικρίνει κάποιος αυτές τις συμπεριφορές. Δύσκολο θα ήταν, ωστόσο, να αντισταθεί στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το κοινωνικό σώμα επηρεάζει τη στάση μας σε βαθμό που πολύ συχνά είναι αδύνατο να διακρίνουμε ή να παραδεχτούμε. Πιστεύω, λοιπόν, πως κι εγώ θα επηρεαζόμουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Φυσικά, θα μπορούσα να κρατήσω διαφορετική στάση, εάν ήδη είχα βιώσει ανάλογη εμπειρία ή αν στο μέλλον παρουσιαστεί ένα ανάλογο φαινόμενο καταναλωτικής μανίας και έλλειψης μέτρου. (193 λέξεις)

 

Κωνσταντίνος Καβάφης

«Όσο μπορείς»     

(δυσκολία – προσωπική ευθύνη)

 

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον                    προστακτική – β΄ ενικό: παραινετικός τόνος

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις        (αποφατική διατύπωση: αποτροπή, προειδοποίηση)

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

 

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,                επανάληψη: έμφαση

γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την             (τροπικές μετοχές: τρόποι εξευτελισμού)

στων σχέσεων και των συναναστροφών

την καθημερινήν ανοησία,

ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Ποιο είναι το ερώτημα που κατά τη γνώμη σου θέτει το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη; Ποια είναι η απάντηση του ποιητικού υποκειμένου στο ερώτημα αυτό; Ποια είναι η δική σου απάντηση ως νέου που ζει την εποχή των κοινωνικών δικτύων και των διαδικτυακών σχέσεων;

Το βασικό ερώτημα του ποιήματος κατά τη γνώμη μου σχετίζεται με το ποια στάση πρέπει να τηρεί ο άνθρωπος, προκειμένου να διατηρήσει την αυτονομία της προσωπικότητας και την αξιοπρέπειά του στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Η προτροπή του ποιητικού υποκειμένου είναι να κάνουμε συνετή διαχείριση της κοινωνικότητας, με μέτρο και φειδώ, και με όσες δυνάμεις διαθέτουμε να προσπαθήσουμε (όσο μπορείς – προσπάθησε) να προστατεύσουμε την αξία της ζωής μας. Η αποφατική διατύπωση της προτροπής  (μην την εξευτελίζεις) και ο προσδιορισμός των κινδύνων (πηαίνοντας – γυρίζοντας – εκθέτοντας) δίνει μεγαλύτερο βάθος στον παραινετικό τόνο του ποιήματος. Σκοπός είναι να αποφευχθούν οι ανούσιες σχέσεις και η υποταγή στις κοινωνικές συμβάσεις (καθημερινή ανοησία), που θα οδηγήσουν στην αλλοτρίωση της προσωπικής ζωής (ξένη, φορτική).

Η ανάγκη αυτή γίνεται πιο επιτακτική στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, τα οποία ευνοούν το «ξόδεμα» σε ανούσιες συναναστροφές και τις επιφανειακές σχέσεις (διαδικτυακοί «φίλοι»). Παράλληλα, η έκθεση της προσωπικής ζωής και ο συμβιβασμός με τα προβαλλόμενα «πρότυπα» ενδέχεται να μας οδηγήσει στη βίωση μιας ζωής ξένης προς τις πραγματικές μας προσδοκίες. Έτσι, καταλήγω στο συμπέρασμα πως η παραίνεση «όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις» έχει ιδιαίτερη σημασία για έναν νέο της δικής μας εποχής.  (191 λέξεις)

 

Ιωάννα Καρυστιάνη

«Χίλιες ανάσες»

(απόσπασμα)

 

Το κορίτσι της ξεπαπουτσώθηκε, έβγαλε το καλσόν και θα πήγαινε για ύπνο. Στην εξώπορτα κοντοστάθηκε, γύρισε στη μάνα της. Φεύγω για Σάμο, εθελόντρια στο προσφυγικό, ανακοίνωσε και μετά, γλυκά και καθησυχαστικά, πρόσθεσε, μη φοβάσαι, μαμά μου, έμαθα πως εκεί ο ουρανός του δειλινού γυαλίζει σαν μαρμελάδα βερίκοκο. (...)

Θοδωρής και Αμαλία σε πλήρη ανακωχή, χαμογέλα και ανάσα ανακούφισης, γάντι ο συντονισμός και με την χορωδία στο κατάστρωμα. (...) Όλα κάπως εντάξει λοιπόν.

Ώσπου ξαφνικά το κεφάλι του κοριτσιού βούτηξε απότομα στο στήθος του άντρα, σαν βαρύ γκρέιπ φρουτ που σπάει το κοτσάνι του και σκάει όπου τύχει.

Η αγκαλιά του φωλιά, η παλάμη του κομπρέσα στο μέτωπο και αυτή δεν μπορούσε αν συγκρατθεί άλλο, για πρώτη φορά λυνόταν στα δάκρυα παρουσία τρίτου.

Κλαίγοντας γοερά έβγαλε από μέσα της όσα για ευνόητους λόγους δεν μπορούσε να μοιραστεί με τη λαβωμένη μάνα της ούτε φυσικά με τους άμαχους πληθυσμούς στο Κουκούτσι, Θοδωρή, ένα πεντάχρονο κοριτσάκι με λέει μαμά, ένας έφηβος δίχως ποδι ξημεροβραδιάζεται αμίλητος και νηστικός, για όσους πνίγονται δίχως ατομικά έγγραφα πάνω τους, δίχως συγγενείς να τους αναγνωρίσουν, ούτε ιατροδικαστής και διαδικασίες ταυτοποίησης, μένει ένας λάκος και για σημάδι ένας αριθμός, πιστός, άπιστος, άθεος, ό,τι και να ‘σαι, Θοδωρή, ορκίσου στα κόκκαλα του πατέρα μου, ορκίσου μου πως ποτέ δεν θα πεις στη μάνα μου.

Καθώς ο Θοδωρής Βογιατζής την άκουγε συγκινημένος, ένιωθε πως το καρδιοκτύπι του που την διαπερνούσε σαν ηλεκτρικό ρεύμα και τα δάχτυλά του που σφούγγιζαν στοργικά τα μάγουλά της της έδιναν το ελεύθερο να συνεχίσει, αφού έκανε την αρχή, να πει μια και έξω και όσα ζούσε ο υπερφυσικός Μάνος.

Είχε ξεγεννήσει ετοιμόγεννη μέσα στη λέμβο.

Είχε αναστήσει μισοπνιγμένη γιαγιά από το Χαλέπι, που έσφιγγε στα δόντια το μπρικάκι του σκοτωμένου στην πατρίδα γέρου της.

Πέρυσι τον Σεπτέμβριο είχε ανασύρει πνιγμένο κορίτσι που μέσα από τα ρούχα του ταξιδιού φορούσε το νυφικό της.

 

 

 

Να παρουσιάσετε τη συναισθηματική κατάσταση της ηρωίδας ύστερα από την εμπειρία της ως εθελόντριας στο προσφυγικό πρόβλημα στη Σάμο. Θα συμμετείχατε εσείς σε μια τέτοια εθελοντική προσπάθεια;

 

Η νεαρή ηρωίδα, βιώνοντας ως εθελόντρια το δρόμο των προσφύγων, οδηγείται σε συναισθηματική έκρηξη, σ’ ένα απρόσμενο ξέσπασμα στην αγκαλιά του Θοδωρή. Με λόγο αδιάκοπο και πηγαίο, που αποκαλύπτει τη συναισθηματική σας ένταση, εξομολογείται όλα αυτά που δεν μπορούσε να εξομολογηθεί στη μητέρα της («ορκίσου μου... στη μάνα μου»). Η εμπειρία της στη Σάμο αποδεικνύεται ιδιαίτερα επώδυνη, γεγονός που αναδεικνύεται από τον μακροπερίοδο λόγο με συχνές αλλαγές υποκειμένου, που εκδηλώνει τα αισθήματα άγχους και έντονης ροής του λόγου. Οι εικόνες δυστυχίας και ανθρώπινου πόνου («ένα κοριτσάκι με λέει μαμά», «ένας έφηβος δίχως πόδι») έχουν στοιχειώσει την ψυχή της («για όσους πνίγονται... ένας λάκος και σημάδι ένας αριθμός»). Έτσι, συγκλονισμένη από τις τραυματικές εμπειρίες και την τραγική μοίρα των προσφύγων  καταρρέει, κλαίγοντας με γοερούς λυγμούς («κλαίγοντας γοερά»).

Αν και θαυμάζω αυτούς τους ανθρώπους, δεν ξέρω εάν θα είχα τη δύναμη να ακολουθήσω ακριβώς το δρόμο τους, να βρεθώ στην πρώτη γραμμή του προβλήματος. Θα μπορούσα ίσως να βοηθήσω με βάση τις δυνατότητες και τις γνώσεις μου. Θα ενδιαφερόμουν, για παράδειγμα, να συμμετέχω σε δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης. Πρόκειται ίσως για ένα μικρό βήμα, που δεν έχουν ίδια ισχύ με την προσφορά των προσώπων του κειμένου. Έχει όμως τη σημασία της, διότι από τη μικρή προσφορά του καθενός μας αθροίζεται ένα σημαντικό έργο.   (214 λέξεις)

Τάκης Σινόπουλος

Ο καιόμενος 

Το Φαινόμενο της αυτοπυρπόλησης αποτέλεσε στην εποχή μας την έσχατη μορφή προσωπικής διαμαρτυρίας των διαφόρων απελπισμένων ιδεολόγων. Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μεταίχμιο Β' (1957).


Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Ερμηνευτικό ερώτημα

Πώς διαγράφεται μέσα από το ποίημα ο ρόλος του ποιητικού υποκειμένου; Ποια είναι η δική σας θέση για τη στάση που θα πρέπει να τηρήσει (150-200 λέξεις);

Στο ποίημα αναδεικνύεται η αντίθεση μεταξύ των λίγων, που επιλέγουν την αυτοθυσία ως δρόμο υπεράσπισης των ιδεών τους και των πολλών, που αρκούνται στην αμέτοχη παρατήρηση του ηρωισμού. Παρουσιάζεται ένα γεγονός απροσδόκητο, την αυτοπυρπόληση του «καιόμενου», στην οποία το ποιητικό υποκείμενο είναι μάρτυρας μέσα σε ένα πλήθος παρατηρητών (γυρίσαμε... μιλήσαμε). Η πράξη γεννά στο ποιητικό υποκείμενο συναισθήματα δισταγμού (διστάζω), συμπάθειας (να τον αγγίξω), περιέργειας (είμαι... να παραξενεύομαι) αλλά και φόβου (φοβάμαι). Παράλληλα, εκδηλώνονται οι σκέψεις του με τη μορφή ερωτημάτων, με κύριο αίσθημα τον θαυμασμό (ποιος είναι αυτός... περήφανος;). Άξιο προσοχής είναι ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν εκφράζει την προσπάθεια να επέμβει έμπρακτα, αν και «μοιράζεται στα δύο», αντιλαμβάνεται δηλαδή την αξία της θυσίας αλλά παράλληλα κατανοεί τον φόβο των πολλών.

Η στάση του ποιητικού υποκειμένου με βρίσκει αντίθετο, καθώς θεωρώ πως χρέος ενός «ποιητή», γνήσιου καλλιτέχνη, είναι να παίρνει θέση ενεργή απέναντι στα γεγονότα. Με τη δύναμη της τέχνης του οφείλει να εξυψώσει τις πράξεις ηρωισμού και να συμβάλει στην καταπολέμηση του κλίματος απάθειας που χαρακτηρίζει, δυστυχώς, την εποχή μας. Χρειαζόμαστε ποιητές που, αν και «μοιράζονται στα δυο» τελικά καταφέρνουν να αναδειχτούν σε έμπρακτους υπερασπιστές των ανώτερων αξιών και των φορέων τους.

Ελένη Βακαλό

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος


Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά

 

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε

 

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει

 

Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε

 

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες

Αρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά

 

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

Ερμηνευτικό ερώτημα

Ποιες είναι οι μεταλλαγές του ήρωα στο παραπάνω ποίημα; Ποιες σκέψεις σας προκαλούν; (150-200 λέξεις)

Στο ποίημα μάς παρουσιάζεται η  διαδοχή των συμβάντων που οδήγησαν «ένας καλός μικρός άνθρωπος» να γίνει, όπως δηλώνει ο τίτλος «κακός». Αρχικά, ο ήρωας συναπαντά έναν χτυπημένο και «λυπήθηκε τόσο πολύ/ που ύστερα φοβήθηκε».  Συγκρατείται, λοιπόν, και αντιπαρέρχεται την αρχική του πρόθεση να πλησιάσει τον πάσχοντα με τη σκέψη πως «κάποιος άλλος θα βρεθεί... να ψυχοπονέσει τον καημένο». Προφανώς, η αρχική του συμπάθεια έχει αμβλυνθεί. Τονίζεται μάλιστα η όξυνση του φόβου (καλύτερα να πούνε/ούτε πως τον έχω δει).  Ο φόβος τελικά θα τον οδηγεί στην ύψιστη μεταστροφή της αρχικής του ευαισθησίας: Θεωρώντας πια πως είναι ένοχος για κάτι, γιατί «ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;», μπαίνει και ο ίδιος στο ρόλο του θύτη, διαιωνίζοντας έτσι την αδικία και τη βία.

Η διαδοχή των αλλαγών μοιάζει επικίνδυνα πιθανή. Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι συχνά, λόγω του ακατάσχετου φόβου να αναλάβουμε την ευθύνη μας, στεκόμαστε αμέτοχοι απέναντι στην αδικία. Στο τέλος συνηθίζουμε ή να την εκτρέφουμε με τη απάθειά μας ή να την δικαιολογούμε ως τάχα επιβεβλημένη. Πρόκειται για το  «δίκαιο του δυνατού», που γοητεύει τόσο τους πραγματικά αδύναμους. (176 λέξεις)

ΠΗΓΕΣ: e-me

                Ιστολόγιο Πολίνας Μοίρα



Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

Εμβόλια και Γλώσσα (Διαθεματική προσέγγιση)

 Με κεντρικό άξονα δημοσιογραφικά κείμενα και επιστημονικά άρθρα σχεδιάσαμε ένα διαθεματικό project για τη διερεύνηση της γλωσσικής προσέγγισης του επίμαχου θέματος των εμβολίων.

Οι δραστηριότητες (αγώνας λόγων, δημιουργική γραφή, δημιουργία αφίσας, kahoot, αξιολόγηση της δράσης)   πραγματοποιήθηκαν στη διά ζώσης (με τη χρήση tablets και smartphones ) και στην ανεστραμμένη τάξη.  

Η συνδιδασκαλία υλοποιήθηκε από τις εκπαιδευτικούς:

Ελένη Παπαδοπούλου ΠΕ02 στο πλαίσιο του μαθήματος Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία Β΄Λυκείου (ενότητα Μ.Μ.Ε. και δημοσιογραφικός λόγος).

Ευτέρπη Χριστοφορίδου ΠΕ0404 στο πλαίσιο του μαθήματος Βιολογία Β΄ Λυκείου.





Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

 


ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

 

                                                 Αναγνώστης

Α. ΣΚΟΠΟΣ                           Τι επιδιώκουμε με το κείμενό μας

                                                 Το είδος του κειμένου που επιλέγουμε

     

 

Β. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

v Οργάνωση κειμένου σε παραγράφους με νόημα και αλληλουχία

v Χαρακτηριστικά κειμενικού είδους (Άρθρο- επιστολή- ομιλία)

v Τριμερής διάκριση κειμένου (Πρόλογος-Κ.Θ.- Επίλογος)

 

Γ. ΣΤΑΔΙΑ

·       ΠΡΟΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ (σύλληψη περιεχομένου): Συλλογή και οργάνωση υλικού και από τα συνοδευτικά κείμενα ή κείμενα αφόρμησης και σχεδιάγραμμα.

Σχεδιάγραμμα με:

Ø Το είδος του κειμένου

Ø Τον αποδέκτη

Ø Περιεχόμενο: δεδομένα και ζητούμενα

Ø Γλωσσικά στοιχεία- μέσα

                                                                                     

·       ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ (συγγραφή):

§  Κειμενικό είδος

§  Επικοινωνιακό πλαίσιο (ποιος, σε ποιον, με ποιους στόχους, για ποιο θέμα, σε ποιες συνθήκες, σε ποιον χώρο και χρόνο, σε ποιο ύφος)

·       ΜΕΤΑΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ (αναθεώρηση και τελική εκδοχή)

ü Βελτίωση/αναθεώρηση

ü Επιμέλεια (ορθογραφικά λάθη, αναδιατύπωση, έλεγχος λεξιλογίου, συνοχής και συνεκτικότητας)

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

Περίληψη συνεχούς προφορικού λόγου

   

Περίληψη συνεχούς ή συνομιλιακού προφορικού λόγου

   Σε αντιδιαστολή προς την περίληψη γραπτού λόγου, όπου συνοψίζεται κατά κανόνα ένα συνεχές κείμενο -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να πυκνωθεί και ένα μη μονολογικό κείμενο, όπως οι διαλογικές σκηνές ενός αφηγήματος ή ένα θεατρικό έργο που περιλαμβάνει διαλόγους (διάλογοι, πάντως, μυθοπλαστικοί και στις δύο περιπτώσεις)- η περίληψη προφορικού λόγου εφαρμόζεται εξίσου σε μονολογικά αλλά και διαλογικά κείμενα. Η περίπτωση αφενός της περίληψης από διάλεξη, σχολικό ή πανεπιστημιακό μάθημα και αφετέρου της περίληψης από σεμινάρια, συνεδριάσεις κάθε είδους ή δημόσιους διαλόγους αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της μιας και της άλλης κατηγορίας. Σε κάθε περίπτωση αυτό που ενδιαφέρει τον συντάκτη της περίληψης είναι να μεταφέρει στον αναγνώστη της -αν η περίληψη πρόκειται να διαβαστεί από τρίτο πρόσωπο- τα πλέον αξιομνημόνευτα στοιχεία από ένα συμβάν λόγου. Παράλληλα, να του δείξει πώς τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν (σε ένα μονόλογο) ή πώς υποστηρίχθηκαν και πολεμήθηκαν (σε μια συνομιλία), και, τέλος, να δώσει μια πειστική εικόνα της εξέλιξης και της ολοκλήρωσης του συμβάντος. Η πραγμάτευση των ανωτέρω μορφών περίληψης που ακολουθεί είναι διαφορική: παραλείπουμε ό,τι είναι κοινό στην περίληψη γραπτού και προφορικού λόγου, όπως οι γνωσιακές λειτουργίες της περίληψης-διαδικασίας, και εστιάζουμε την προσοχή μας σε ό,τι τις διαφοροποιεί.

  Ο Werlich προτείνει τα εξής "βήματα" για τον καταρτισμό περίληψης από συνομιλιακό συμβάν λόγου: ακρόαση [listening], επιλεκτική λήψη σημειώσεων [note-taking], διευθέτηση[arranging] του καταγεγραμμένου υλικού και σύνταξη της περίληψης [writing] με βάση το καταγεγραμμένο υλικό.

  Το ύφος της περίληψης προφορικού λόγου δεν μπορεί να διαφέρει θεαματικά από το ύφος της περίληψης γραπτού λόγου. Για τη διαμόρφωσή του χρειάζεται και το γλωσσικό οπλοστάσιο (έντονη παρουσία είναι / έχει-προτάσεων, αναφορικών και αιτιολογικών προτάσεων, καθώς επίσης και τροποποιητών) αλλά και το επίπεδο ύφους (τυπικό πληροφοριακό ή τεχνικό) της περίληψης γραπτού λόγου. Κι αυτό γιατί κάθε περίληψη είναι δεσμευμένη από την ειδολογική της ταυτότητα και την επικοινωνιακή της λειτουργία: είναι είδος συνθετικής έκθεσης με προορισμό την αντιπροσωπευτική ενημέρωση του ενδιαφερόμενου κοινού. Ο προφορικός χαρακτήρας των μονολογικών συμβάντων δεν αναμένεται να απαιτεί μεγάλες ανατροπές στη σύνταξη και το λεξιλόγιο της περίληψης, επειδή κανονικά οι τέτοιου είδους μονόλογοι είναι προσχεδιασμένα "κείμενα" και το ύφος τους πλησιάζει εκείνο του γραπτού λόγου (για παράδειγμα, η υφολογική απόκλιση ανάμεσα σε μια πανεπιστημιακή διδασκαλία και ένα επιστημονικό άρθρο με το ίδιο θέμα είναι πολύ μικρή). 

Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/studies/summary/04.html

  Η εφαρμογή της παραπάνω θεωρίας στη σχολική τάξη απέφερε δημιουργικούς καρπούς και καλλιέργησε μια χρήσιμη δεξιότητα για τους μαθητές. Αφού παρακολούθησαν τη μαρτυρία ενός επιζήσαντα Εβραίου από το στρατόπεδο του Άουσβιτς, κλήθηκαν να συντάξουν την περίληψη του συνεχούς προφορικού λόγου, απομονώνοντας τη μαρτυρία από τα παράλληλα σχόλια των συμμετεχόντων στη συνέντευξη.




Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των εργασιών που εκπονήθηκαν στην τάξη είναι και η περίληψη του μαθητή Α. Κ.

  Στη μαρτυρία που μόλις παρακολουθήσαμε και προέρχεται από έναν επιζήσαντα του στρατοπέδου του Άουσβιτς, μαθαίνουμε για τις εμπειρίες των Εβραίων ως κρατουμένων των Ναζί. Αρχικά, ο ομιλητής δηλώνει ότι τους κατέβαζαν μαζικά από τα τρένα και τους χώριζαν σε τέσσερις ομάδες: σε άνδρες και γυναίκες, σε ικανούς και μη ικανούς για εργασία. Όποιοι είχαν ατροφήσει στέλνονταν στα κρεματόρια, ενώ οι υπόλοιποι στέλνονταν να δουλέψουν. Επιπλέον, κούρευαν τις γυναίκες και άρπαζαν ο,τι πολύτιμο αντικείμενο είχαν επάνω τους, χωρίς να κάνουν διάκριση στα δύο φύλα. Γενικά, επικρατούσε μια ατμόσφαιρα παραπλάνησης και προπαγάνδας με τους Γερμανούς να υποστηρίζουν ότι οι Εβραίοι θα εγκατασταθούν προσωρινά στην Πολωνία για να δουλέψουν και θα γυρίσουν μετά από λίγο καιρό στα σπίτια τους. Οι άνθρωποι εκεί, αφού καταλάβαιναν τι πραγματικά γινόταν, κυριεύονταν από απαισιοδοξία και αδιαφορία για τον αναπόφευκτο θάνατό τους. Τέλος, ο μάρτυρας μας πληροφορεί ότι ακόμη και σήμερα μερικοί επιζήσαντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης επισκέπτονται σχολεία όπου αφηγούνται τις τραυματικές τους εμπειρίες.


Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ 'ΦΟΝΤΑΝΑΚΙΑ'



1. Να τοποθετήσετε τα επίθετα στις πτώσεις που ζητούνται:

ὁ ἄφρων: δοτ. εν. δοτ. πληθ.

τὸ εὐῶδες: γεν. εν. γεν. πληθ.

ὁ συνεχής: κλητ. εν. κλητ. πληθ.

τὸ ἀγενές: αιτ. εν. αιτ. πληθ.

ὁ φιλαλήθης: γεν. πληθ. δοτ. πληθ.

ὁ βραχύς: αιτ. εν. αιτ. πληθ.

ὁ ἐπιμήκης: δοτ. εν. κλητ. εν.


2. Να βάλετε στον κατάλληλο αριθμό, γένος και πτώση τα επίθετα που βρίσκονται στην παρένθεση:


(ὀξύς) __________ βούλησις (ἀρραγής) __________ ἑνότητος

(ἥμισυς) __________ εἰσφορᾶς (γλυκύς) __________ ὕπνου

(δίκαιος) __________ πράξεων (ἀσθενής) __________ σῶμα

(ἐμφανής) __________ ἔργοις (ἀμελής) __________ τέκνα

(βραχύς) __________ λόγους (τριήρης) __________ πλοίοις


3. Να γραφούν τα ρήματα στην ίδια έγκλιση, στον ίδιο χρόνο, στο ίδιο πρόσωπο αλλά στον άλλο αριθμό:


ἁρπάζωμαι

κολάσησθε

δεδιδαγμένος ᾖς

διαπορευσώμεθα

ὑβρισμένος ὦ

δικάζητε

ψηφίσησθε

μνημονεύωνται

καταρρίπτῃ

ταράττωνται

δανείζητε

παιδεύσησθε


4. Στις παρακάτω προτάσεις να βρείτε τις επιρρηματικές μετοχές και να τις χαρακτηρίσετε (αιτιολ., χρον., … συνημμένη, απόλυτη):


- Συμβουλεύω σοι καίπερ νεώτερος ὤν.

- Τοῦτο λέξων ἔρχομαι.

- Οὗτος ταῦτα εἰπὼν ἐκαθέζετο.

- Πολλοὶ ὄντες ἐνίκησαν.

- Ἀρταξέρξου βασιλεύοντος ταῦτα ἐγένοντο.

- Οἱ Θηβαῖοι ἐπορεύοντο καίοντες οἰκίας.

- Τούτων οὕτως ἐχόντων βούλομαι ὑμῖν συμβουλεύειν.

- Κῦρος ἀνέβη ἐπὶ τοῦ ὄρους οὐδενὸς κωλύοντος.

- Ὁ Νικίας ταῦτα φοβούμενος ἔστειλεν ἐπιστολήν.

- Ὀλίγοι ὄντες πολλοὺς ἐνίκησαν.

- Ταῦτα ποιοῦντες τὰ δίκαια ψηφίζεσθε.

- Ἀρταξέρξης πείθεται καὶ συλλαμβάνει Κῦρον φονεύσων.

- Ἦλθεν ἐξ Ἀθηνῶν Θυμοχάρης ἔχων ναῦς ὀλίγας.

- Οὐκ ἄν ἦλθον δεῦρο ὑμῶν μὴ κελευσάντων.

- Τὸ δίκαιον ἔχοντες σύμμαχον ἐνίκων.

5. Να βρείτε και να χαρακτηρίσετε τις μετοχές (επιθετικές, κατηγορηματικές, επιρρηματικές):



- Ἥδομαι ὑφ’ ὑμῶν τιμώμενος.

- Ξέρξης εἶδεν ἀρτεμισίαν μαχομένην.

- Ἀγησίλαος προσέττατεν αὐτοῖς τοῖς ἄρχουσι πείθεσθαι.

- Ὁ λέγων τοῦτο ψεύδεται.

- Ἦλθεν οὗτος κλέψων τὰ ἐρίφια.

- Θεοῦ θέλοντος ταῦτα ποιήσομεν.

- Ἦλθεν τρέχων ἐκ Μαραθῶνος.

- Ἀδικίαν ἐπράξατε λύσαντες τὰς σπονδὰς.

- Οἱ δικασταὶ ἤκουσαν τῶν μαρτύρων λεγόντων.

- Οὐκ αἰσχύνομαι μανθάνων καίτοι γέρων ὤν.

- Κλέαρχος πέμπων ἄγγελον ἔλεγεν θαρρεῖν.

- Διωκόμενοι ὑπὸ τῶν βαρβάρων ἐπορευόμεθα διὰ τοῦ πεδίου.

- Αἰσχύνομαι οὐ βοηθήσας.

- Θηβαῖοι λύσαντες τὰς σπονδὰς ἐστράτευσαν ἐπὶ Πλάταιαν.

- Ἐγώ εἰμι αἴτιος τῶν ὑπὸ τῶν Μήδων ποιουμένων.

- Εἰσήλθετε ὑμεῖς καίπερ οὐκ ἐπιτρέποντος τοῦ νόμου.

- Οἱ Λακεδαιμόνιοι οὐκ ἐπαύσαντο τὰς πόλεις πολιορκοῦντες.

- Ἦλθον κρυφίως κλέψοντες τὸν ἵππον.

- Ἐβούλετο ἐντυχεῖν τοῖς γεγραφόσιν.

- Ἥρπαζον οἱ Πέρσαι ὡς ἤδη πάντα νικῶντες.



Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

Αριστεία

 

Διήγημα: “Ο Αρίστος ο άριστος”

Γράφει η Ελένη Κ. Παπαδοπούλου // *

 

 

 

 

 

Ο Αρίστος ο άριστος

 

Ο Αρίστος, ο πρωτότοκος γιος μιας «αγίας» ελληνικής οικογένειας, μονοπωλούσε πάντα το ενδιαφέρον των συγχωριανών του. Από παιδί ακόμη ήταν ο πιο αγαπητός στις παρέες των συνομηλίκων του, έξυπνος, ευγενικός, με αναπτυγμένο το αίσθημα της προσφοράς, με οικολογικές ανησυχίες. Έδειχνε αγάπη σε όλους και συμπεριφερόταν με σεβασμό στους γέροντες του χωριού, τάιζε τα σκυλιά και τις γάτες της γειτονιάς του και φρόντιζε πάντα όλες οι καλές πράξεις του να γίνονται μπροστά στα άγρυπνα μάτια εκείνων των ανθρώπων που ασχολούνται συστηματικά με το τι κάνουν οι άλλοι, ώστε να απολαμβάνει επαίνους και θετικά σχόλια.

Έτσι, έφτιαξε μια εικόνα αριστείας που ανανεωνόταν με κάθε νέα επιτυχία στον στίβο της ζωής του. Πέρασε στη Γεωπονική χωρίς ιδιαίτερο διάβασμα. Μετά το πτυχίο και τη θητεία του ως έφεδρου αξιωματικού στον στρατό, βρήκε αμέσως δουλειά σε μια κραταιή ιδιωτική επιχείρηση, αναλαμβάνοντας τη θέση του υπεύθυνου πωλήσεων λιπασμάτων.

Η μάνα του πάντα τον ξεχώριζε και τον θαύμαζε επιδεικτικά μπροστά στον δευτερότοκο γιο της, τον Προκόπη, που έμαθε να ζει στη σκιά του πετυχημένου αδελφού του. Ο Προκόπης δεν τολμούσε να ανοίξει τα φτερά του, να κάνει σχέδια για το μέλλον του, αν προηγουμένως δεν ζητούσε τη γνώμη του Αρίστου. Έτσι του είχαν μάθει οι γονείς του, και ιδιαιτέρως η μάνα του. Η κυρά-Αναστασία έπινε νερό στο όνομα του Αρίστου και υπερηφανευόταν στις γειτόνισσές της: «ο Αρίστος μου πήρε από μένα, είναι ίδιος με μένα και στο πρόσωπο και στις χάρες! Ο Προκόπης είναι ίδιος ο πατέρας του, ήσυχος, δειλός, τεμπελάκος. Δεν έχει μυαλό για μεγάλα πράγματα. Αυτός είναι μόνο για να μάς υπηρετεί και, όταν γεράσουμε, θα μάς δώσει κι ένα ποτήρι νερό…». Αυτά έλεγε η κυρά-Αναστασία και έκανε μεγαλεπήβολα όνειρα για τον άριστο γιο της.

Ο Αρίστος χάρη στις υψηλές γνωριμίες του και, επειδή ένιωθε ότι στη μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση δεν αναγνωρίζονταν τα ταλέντα του και οι απολαβές του δεν κάλυπταν τα ακριβά γούστα του, κατάφερε να «φυτευτεί» στο Υπουργείο Γεωργίας, στη θέση του Τμηματάρχη. Όποτε ήθελε πήγαινε στη δουλειά, ο μισθός του σταθερός και υψηλός και σε κάθε γιορτή και τριήμερο έπαιρνε άδεια από τον εαυτό του για να επισκεφτεί το χωριό του και να εισπράξει επαίνους και μακαρισμούς από τους συντοπίτες του.

Και στην προσωπική του ζωή πέτυχε. Παντρεύτηκε μια πολύφερνη νύφη με τρανταχτή περιουσία και αμέσως έγινε ο κυρίαρχος του παιχνιδιού της ζωής. Η Νίνα, η γυναίκα του, τέθηκε από την αρχή της σχέσης τους κάτω από την απόλυτη εξουσία του. Εξάλλου, η ίδια ήταν άβουλη και αγνή, και όπως συνήθιζε να λέει ο Αρίστος, μετά τη μεγάλη της τύχη να συναντήσει τον ίδιο στη ζωή της, το θαύμα της φύσης, χρειαζόταν αυτό το θαύμα για να την κατευθύνει. Στην αρχή ήταν όλα κάτω από τον έλεγχό του, όταν, όμως, η Νίνα άρχισε να καταλαβαίνει το μέγεθος της εξάρτησής της και να ξυπνά από τον λήθαργο που της προκαλούσε η πειθήνια τακτική του, ο Αρίστος ξεκίνησε να την υποτιμά, να την κατακρίνει, να την συκοφαντεί σε κοινούς φίλους και σε συγγενείς. Η κοπέλα εμφάνιζε συμπτώματα κατάθλιψης, αμελούσε το σπίτι της και τον εαυτό της. Έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή. Ο Αρίστος έβγαινε συνεχώς έξω με φίλους και φίλες και, υποδυόμενος το θύμα μιας άτυχης και άδικης για τον ίδιο σχέσης, δεν δίσταζε να επιδεικνύει φωτογραφίες από το κινητό του για να επιβεβαιώνει την ακαταστασία του σπιτιού του και να ενισχύει, με αδιάσειστα στοιχεία, τη διάγνωσή του ότι η γυναίκα του πάσχει από βαριά ψυχική νόσο. Λίγοι φίλοι και γνωστοί αδιαφορούσαν για όσα τους έλεγε και τους έδειχνε. Ελάχιστοι τον κατέκριναν κατά πρόσωπο για τον διασυρμό της κοπέλας και οι περισσότεροι συμμερίζονταν την κατάστασή του, δείχνοντάς του συμπόνοια και οίκτο και συγχρόνως αναθεμάτιζαν τη Νίνα που τόσο πολύ τον ταλαιπωρούσε.

Ο Αρίστος, τις λίγες φορές που έμενε στο σπίτι, αντιδρούσε ανεξέλεγκτα και με ασυγκράτητες φωνές μπροστά στη Νίνα. Ποτέ δεν καθόταν να την ακούσει, να συζητήσουν και να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους. Θεωρούσε πως ο ίδιος δεν προκαλεί ποτέ προβλήματα και πως η γυναίκα του πρέπει να αλλάξει μυαλά και να υπακούει αδιαμαρτύρητα στους κανόνες που ο ίδιος είχε επιβάλει στη σχέση τους. Άλλωστε, όπως φώναζε πάντα, ο ίδιος τα ξέρει όλα και ως ειδικός μάνατζερ στη δουλειά του γνωρίζει θεωρητικά και πρακτικά τη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Ωστόσο, η Νίνα είχε άλλη γνώμη και μια μέρα, έχοντας ανακτήσει τις ψυχικές δυνάμεις της, κάλεσε έναν Κλειδαρά και άλλαξε κλειδαριά στην εξώπορτα του προικώου διαμερίσματός της. Ο Αρίστος επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο σπίτι, βάζοντας το κλειδί του στην πόρτα έμεινε κατάπληκτος! Ωρυόταν και χτυπούσε με κλωτσιές την πόρτα, ήταν όμως ήδη αργά. Αφού πήρε τη βαλίτσα που του άφησε η γυναίκα του έξω, έφυγε συνεχίζοντας το ταξίδι της επιτυχημένης του ζωής, θηρεύοντας καινούργια θηράματα για να τα εγκλωβίσει στο τέλειο κλουβί του και στη συνέχεια να κομπάζει πάλι για την αξιοσύνη του, επιζητώντας την έξωθεν μαρτυρία των συγχωριανών του!

 Πρώτη δημοσίευση στο fractal 30/06/2021


Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

Καβάφης και Ιουλιανός, Σεφέρης και Γρηγόριος Ναζιανζηνός: ποιητικές σχέσεις


Εις τα περίχωρα της Aντιοχείας

Σαστίσαμε στην Aντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Aπόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.—
Ένας απ’ τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Aυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί.)

Aνασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Aκούς εκεί; Ο Aπόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Aπόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ’ εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Aπόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.

Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε—
τι άλλο θα έκαμνε— πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Aς πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Η εμπειρία δεν είναι ποτέ περιορισμένη, και δε συμπληρώνεται ποτέ• είναι μια απέραντη ευαισθησία, ένας μεγάλος ιστός αράχνης κάποιας λογής. Φτιαγμένος από την πιο λεπτή μεταξωτή κλωστή, κρεμασμένος στο θάλαμο της συνείδησης και πιάνοντας κάθε ανεμόφερτο μόριο στο υφάδι του. Είναι αυτή καθαυτή η ατμόσφαιρα της διάνοιας... 
HENRY JAMES


  Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας (1933). Είναι το τελευταίο ποίημα του Καβάφη• δεν πρόλαβε να το τυπώσει σε μονόφυλλο. Πέθανε στις 29 Απριλίου 1933.

     Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε 
     τα νέα καμώματα του Ιουλιανού..

     Κοραής: «Πολύ πλέον μ’ επαρηγόρησαν όσα μ’ έγραφες άλλοτε περί της φροντίδας των Καππαδοκών...»

     Ο Καβάφης έμεινε ώς το τέλος ένας λόγιος Φαναριώτης.

   Πίσω από τους Αντιοχείς αυτούς, αισθάνεται κανείς —είτε τον είχε υπόψη του ο Καβάφης, είτε όχι — το μεγάλον ίσκιο του Ναζιανζηνού• δεν ήταν άνθρωπος χωρίς μπρίο. Τον συλλογίζομαι συχνά, εδώ στην Άγκυρα, καθώς και την Αθήνα εκείνη του 4ου αιώνα• τα σχολειά της, τους νέους που μαζεύουνταν από τα πέρατα της οικουμένης για να μελετήσουν τον Ελληνισμό που ξαναφουντώνει• μια πανσπερμία σπουδαστών, κι ανάμεσό τους τις τρεις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του καιρού, που μέλλουνταν να συγκλονίσουν τον κόσμο: τον Ιουλιανό, τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, τον Βασίλειο τον Μέγα• δυνατούς, ανήσυχους χαρακτήρες, συμφοιτητές, ομήλικους, δεν έχουν περισσότερο από τέσσερα χρόνια διαφορά• κι αυτή την ελληνική παιδεία που μετατοπίζεται προς την Ανατολή και ποτίζει τόσο διαφορετικές δίψες• που δημιουργεί τόσους νέους συνδυασμούς και κράσεις, απαγίωτους ακόμη. Ξαναθυμούμαι το αιώνιο «εν μέρει... εν μέρει...» (30. λ´) του Καβάφη και χαίρομαι τον οργισμένο λόγο του Γρηγορίου όταν ο Ιουλιανός θέλησε να «απελάσει» τους χριστιανούς από την ελληνική λαλιά:

     «...κακούργως την προσηγορίαν μετέθηκεν επί το δοκούν, ώσπερ της θρησκείας όντα τον Έλληνα λόγον, αλλ’ ου της γλώσσης• και διά τούτο, ως αλλοτρίου καλού φώρας, των λόγων ημάς απήλασεν...» (Α´, ε´).14

     Σα να είχαν κλέψει ξένο πράγμα• σα να ήταν μοναχά δικός του ο ελληνικός λόγος —και νομοθετεί να μην ονομάζουνται πια Χριστιανοί αλλά Γαλιλαίοι (Α´, οστ´)• χάρισμά του λοιπόν οι ονομασίες, δε θα του τις διαφιλονικήσουν:

     «Ημείς δε ου παρακινήσομεν αυτοίς τα ονόματα• ουδέ γάρ εστιν εις ό,τι μεταθείημεν αν άλλο γελοιότερον, τους φαλλούς, και τους ιθυφάλλους, και τους μελαμπύγους, και τους απύγους, και τον τραγόπουν, και τον σεμνόν Πάνα, τον εκ πάντων μνηστήρων ένα θεόν, και όνομα λαβόντα την ύβριν...• ουκ ούν φθονήσομεναυτοίς ούτε των πραγμάτων, ούτε των ονομάτων• αλλ’ απολαυέτωσαν της εαυτών ευηθείας, και τοις αισχίστοις εγκαλλωπιζέσθωσαν• ει βούλοιντο δε, και τον Βουθοίναν παρήσομεν αυτοίς, και τον Τριέσπερον, ίνα και μάλλον αυτοίς χαρισώμεθα• τον και γεννώμενον ούτω, και γεννώντα μεγαλοπρεπώς, και άθλον ποιησάμενον τρισκαιδέκατον, εν μια νυκτί, τας Θεστίου πεντήκοντα θυγατέρας, ίν’ εκ τούτων ονομασθή Θεός...» (Α´, οζ´).

     Και τι μας εμποδίζει εμάς τους Χριστιανούς να του ανταποδώσουμε τα ίσα και να τον φωνάζουμε Ειδωλιανό, και Πισαίο, και Αδωναίο, και Καυσίταυρο, αυτόν τον «ευηθέστατο, και ασεβέστατο, και απαιδευτότατο τα μεγάλα»! (Α´, ξζ´). Αυτό το «γουρούνι, που κυλίστηκε στο βόρβορο» (Α´, νβ´), το είδε και μάντεψε τι λογής ήταν, στην Αθήνα, τον καιρό που σπούδαζαν:

     «...εποίει με μαντικόν η του ήθους ανωμαλία, και το περιττόν της εκστάσεως• είπερ μάντις άριστος, όστις εικάζειν οίδε καλώς. Ουδενός γαρ εδόκει μοι σημείον είναι χρηστού αυχήναπαγής, ώμοι παλλόμενοι και ανασηκούμενοι, οφθαλμός σοβούμενος και περιφερόμενος, και μανικόν βλέπων, πόδες αστατούντες και μετοκλάζοντες, μυκτήρ ύβριν πνέων και περιφρόνησιν, προσώπου σχηματισμοί καταγέλαστοι το αυτό φέροντες, γέλωτες ακρατείς τε και βρασματώδεις, νεύσεις και ανανεύσεις συν ουδενί λόγω, λόγος ιστάμενος και κοπτόμενος πνεύματι, ερωτήσεις άτακτοι και ασύνετοι, αποκρίσεις ουδέν τούτων αμείνους, αλλήλαις επεμβαίνουσαι και ουκ ευσταθείς, ουδέ τάξει προϊούσαι παιδεύσεως» (Β´, κγ´).

     Ο Ναζιανζηνός όχι μόνο εννοεί να δείξει πως ξέρει τα γράμματά του και τη μυθολογία του — άλλο ζήτημα αν οι μύθοι της παλιάς μισητής θρησκείας ηχούν στο στόμα του, με κάποιον τρόπο, σαν τους μύθους της ιπποσύνης στο στόμα του Θερβάντες — αλλά και φανερά χαίρεται τη φράση του και παρασύρεται από τον ήχο της και το ρυθμό της. Τούτο δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο• είναι μέσα στις συνήθειες των ρητόρων της εποχής, που προσπαθούσαν να συγκινήσουν με μελωδικά μέσα. Άλλωστε οι Χριστιανοί πολεμούν τους ειδωλολάτρες με τις ίδιες τους τις τέχνες. H ακόλουθη περικοπή είναι από τον επινίκιο:

     «Ουκ έτι φθέγγεται δρυς• ουκ έτι λέβης μαντεύεται• ουκ έτι Πυθία πληρούται, ουκ οίδ’ ώντινων, πλην μύθων και ληρημάτων. Πάλιν η Κασταλία σεσίγηται, και σιγά, και ύδωρ εστίν ου μαντευόμενον, αλλά γελώμενον πάλιν ανδριάς άφωνος ο Απόλλων...• πάλιν ανδρόγυνος ο Διόνυσος, και χορόν μεθυόντων εξηρτημένος, και το μέγα σου μυστήριον ο φαλλός, και Προσύμνω τω καλώ θεός παθαινόμενος• ...πάλιν Αφροδίτη πόρνη γενομένη τε αισχρώς, και γάμων αισχρών υπηρέτις• πάλιν Αθηνά παρθένος τε εστί, και τίκτει δράκοντα• πάλιν Ηρακλής μαίνεται, μάλλον δε μαινόμενος πέπαυται• ... Γελώ σου τον Πάνα, και τον Πρίαπον, και τον Ερμαφρόδιτον, και τους υπό μανίας περικεκομμένους ή διεσπασμένους θεούς...» (Β´, λβ´).

               ...ο αποτρόπαιος 
     Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.

     Υπέρ του ευσεβέστατου Ιοβιανού ευχηθώμεν      (ρκζ´)

—τον τελευταίο στίχο θα τον εδιάβαζα ψαλμωδώντας, όπως ψέλνουν σήμερα στις εκκλησίες το «υπέρ του ευσεβεστάτου δεσπότου ημών δεηθώμεν». Έχω παραθέσει υπερβολικά μεγάλες περικοπές του Γρηγορίου• πώς ν’ αποχωριστεί κανείς από τέτοια κείμενα.

Γιώργος Σεφέρης, «Aκόμη λίγα για τον Aλεξανδρινό» (1962)

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

Αποχαιρετιστήριο στον Γιάννη Καζάζη

 Με βαθύτατη θλίψη  αποχαιρετούμε τον Ιωάννη Καζάζη, Ομότιμο Καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο Α.Π.Θ. και Πρόεδρο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. 

Η Ομάδα μας έχασε έναν μεγάλο φίλο και εξαιρετικό συνεργάτη που προσέφερε στέγη, φιλοξενία και υποστήριξη στο ψηφιακό έργο ΠΟΛΥΤΡΟΠΗ ΓΛΩΣΣΑ.  

Εκφράζουμε τα θερμά μας  συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους. Είθε να βρουν τη δύναμη και το κουράγιο να αντέξουν το μεγάλο βάρος της  απώλειας.


Η Ομάδα της Πολύτροπης Γλώσσας

Κούλα Αδαλόγλου, Γιούλη Αλεξίου, Άβρα Αυδή, Ανδρέας Γαλανός, Μαρία Ζωγραφάκη, Τζένη Καραβίτη, Ελένη Λόππα, Πανταζής Μητελούδης, Ελένη Παπαδοπούλου, Φωτεινή Φλώρου




Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

Βιώματα της τηλεκπαίδευσης

 


Τις σχολικές χρονιές 2019-2020 και 2020-2021 οι εκπαιδευτικοί ήρθαν αντιμέτωποι/ες με την πανδημία, τον εγκλεισμό, την τηλεκπαίδευση. Δύσκολες καταστάσεις που άφησαν το αποτύπωμά τους τόσο στην καθημερινότητά τους όσο και στη διδακτική πράξη, τη δια ζώσης και την εξ αποστάσεως. 

Αυτή η συσσώρευση βιωμάτων έδωσε το έναυσμα στην κ. Αναγνωστοπούλου - σε συνεργασία με τη Φιλόλογο κ. Ελένη Παπαδοπούλου - να προτείνει στους εκπαιδευτικούς των σχολείων ευθύνης της να γίνουν μικροί συγγραφείς. Να βρουν έτσι μια δίοδο έκφρασης και αποσυμπίεσης των συναισθημάτων τους, να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους, γράφοντας.. Η πρόταση ήταν τα διηγήματα να εμπνέονται και να αφορμώνται από περιστατικά της τηλεκπαίδευσης ή της καθημερινής ζωής, στις συνθήκες του κορωνοϊού, με ήρωες - φανταστικούς ή πραγματικούς - εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς. 

Η διαδικασία της συγγραφής έδωσε την ευκαιρία στους/τις εκπαιδευτικούς να αναδείξουν το «συγγραφικό τους ταλέντο», το οποίο και ευχόμαστε να εξελίξουν. 

Μαρία Αναγνωστοπούλου Σ.Σ.Ε. 1ο ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Κεντρικής Μακεδονίας


Τα διηγήματα που ακολουθούν έγραψαν εκπαιδευτικοί Δημοτικών Σχολείων Καλαμαριάς και Χαλκιδικής, ύστερα από παρότρυνση της Συντονίστριας Εκπαιδευτικού Έργου του 1ου ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Κεντρικής Μακεδονίας, Μαρίας Αναγνωστοπούλου. 



Παντελίδου Βικτωρία

Τηλεκπαίδευση…

Η οθόνη του κινητού φωτίστηκε. Ντιν, ντιν… Μήνυμα στην ομαδική.
Άννα: Παιδιά, μπορεί κάποιος να στείλει το λινκ;
Νίκος: Ξέρει κανείς τι έχουμε τώρα;
Γιάννης: Το λινκ, παιδιά, το λινκ, λίγο γρήγορα, αν γίνεται, γιατί σε λίγο αρχίζουμε το ματς και είμαι τέρμα.
Ανδρέας: Γιάννη, εσύ τι το θες; Αφού θα παίζεις μπάλα.
Γιάννης: Ε, και; Θα μπω στο μάθημα και θα έχω το κινητό στην τσέπη. Γιώργο, αν θες έλα κι εσύ, μας λείπει ένας.
Γιώργος: Δεν μπορώ, θα πάω για ψώνια με τη μαμά μου. Παιδιά, άμα ρωτήσει ο κύριος γιατί λείπω, πείτε ότι δεν έχω ίντερνετ.
Νίκος: Ε, παιδιά! Θέλετε να κάνουμε ότι δεν ακούμε; ΄Ετσι κι αλλιώς τις πρώτες δύο ώρες θα λέμε τις ασκήσεις που είχαμε για το σπίτι.
Δανάη: Ναι! Τέλεια ιδέα! Εγώ σχεδίαζα σήμερα να πω ότι χάλασε το μικρόφωνο, γιατί δεν έχω διαβάσει τίποτα, αλλά καλύτερα να πούμε όλοι ότι δεν ακούμε.
Αμαλία: Δεν ξέρω… Εγώ τον λυπάμαι λίγο τον κύριο…
Άννα: Γιατί; Άμα θέλει να προσέχουμε, ας κάνει το μάθημα ενδιαφέρον! Αφού κι εκείνος με το ζόρι μπαίνει! Ανυπομονεί, λέει, να έρθει το Πάσχα, να ξεκουραστεί! Λες και τι κάνει όλη μέρα…
Γιώτα: Ναι, καλά λέει η Άννα! Ούτε που τον νοιάζει για εμάς. Η δασκάλα της αδελφής μου να δείτε τι μάθημα κάνει… Τέλειο! Και τους ανεβάζει στο e-class διαδραστικές ασκήσεις και βίντεο και παιχνίδια! Εμάς μόνο φωτοτυπίες, φωτοτυπίες, φωτοτυπίες! Αμάν πια!!!
Ανδρέας: Οπότε μπαίνουμε και λέμε ότι δεν ακούμε:
Όλοι: Ναι!
Ντιν, ντιν. Μήνυμα.
Αγγελική: Συνάδελφοι, εσείς μπήκατε κανονικά; Γιατί εμένα εδώ κι ένα δεκάλεπτο με έχει στο connecting.
Αλέξανδρος: Τυχερή! Εγώ είμαι μέσα.
Αγγελική: Πω, πω, τι κάνω τώρα; Θα περιμένουν και τα παιδιά!
Αλέξανδρος: Καλά, στεναχωριέσαι; Εγώ κάθε μεσημέρι παρακαλάω να μην μπει κανένας τους ή να κολλήσει το σύστημα.
Αγγελική: Χα χα χα! Πλάκα κάνεις, έτσι;
Αλέξανδρος: Καθόλου! Κάνω μάθημα και δεν ξέρω ποιος με παρακολουθεί σε κάθε σπίτι! Γονείς, παππούδες, θείοι, αδέρφια… Ευτυχώς μετά την τελευταία αναβάθμιση του webex δύο μέρες δεν με άφηνε να μπω…
Σωτηρία: Α, εγώ δεν έχω τέτοια θέματα. Τους βάζω να δουν ένα βίντεο και τρέχω να μαγειρέψω, γιατί το πρωί δεν προλαβαίνω. Κάθομαι δίπλα στον γιο μου και τον βοηθάω. Να ‘ναι καλά το webex!
Πάνος: Αγγελική, σιγά! Μια μέρα ρεπό… Τυχερή!
Αγγελική: Αχ, παιδιά! Εσείς το λέτε τύχη, αλλά ήθελα σήμερα να συζητήσουμε για τις ασκήσεις που τους είχα βάλει. Είδα πολλά λάθη, όταν τις διόρθωνα. Δεν τα κατάλαβαν τα τελευταία που κάναμε. Θα βλέπαμε και ένα καταπληκτικό βίντεο για τα κλάσματα.
Μάριος: Τι εννοείς όταν λες ότι τις διόρθωνες; Μέσω webex δεν διορθώνεις;
Αγγελική: Όχι, βέβαια! Μου στέλνουν τις ασκήσεις στο e-class κι εγώ τις στέλνω πίσω διορθωμένες.
Μάριος: Δεν είσαι με τα καλά σου, μου φαίνεται!
Αλέξανδρος: Καλά, κάθεσαι και ασχολείσαι όλη μέρα με τους μαθητές και σκοτώνεσαι στη δουλειά; Εκείνη την ώρα διορθώνω κι εγώ. Σιγά μην κάθομαι να δουλεύω παραπάνω. Εκείνη την ώρα και όποιος κατάλαβε- κατάλαβε, όποιος διόρθωσε- διόρθωσε! Μήπως θα με πληρώσουν παραπάνω;
Σωτηρία: Είπαμε να αρχίσει η τηλεκπαίδευση, για να ξεκουραστούμε, να καθόμαστε στα σπίτια μας και να μην τρέχουμε απ’ τα αξημέρωτα, όχι για να ξεθεωθούμε στη δουλειά!
Η τηλεόραση έπαιζε από πίσω. Δελτίο ειδήσεων. Δηλώσεις στελέχους του Υπουργείου Παιδείας:
«Η τηλεκπαίδευση συνεχίζεται χωρίς επιπλοκές με εκπαιδευτικούς και μαθητές να ανταποκρίνονται άριστα και με τα μαθήματα να προχωρούν κανονικά…».

Κοτσώνη Βασιλική

Η περιπέτεια του Παύλου Μ.

Ήταν το τέλος της τέταρτης ώρας, όταν μπήκε μέσα η κυρία Ελένη να με ενημερώσει πως με ήθελε για κάτι πολύ σοβαρό και να πάω αμέσως στο γραφείο.
Ανέβηκα στο γραφείο έχοντας την αίσθηση ότι θ΄ ακούσω κάτι μάλλον δυσάρεστο. Επαληθεύτηκα… Οι γονείς του Παύλου, του μαθητή μου που έλλειπε εδώ και μια εβδομάδα, πήραν τηλέφωνο και είπαν πως ο Παύλος ύστερα από μια σειρά εξετάσεων στο νοσοκομείο διαγνώστηκε με ένα πολύ σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα. 
Ήταν πολύ ταραγμένοι, - ήταν άλλωστε φυσικό - γι΄ αυτό που τους συνέβη και δεν ήξεραν πως να το χειριστούν. Το παιδί τους φοιτούσε στην Ε΄ Τάξη και ενώ όλα πήγαιναν καλά, ξαφνικά άρχισε να χάνει βάρος, να πονά η κοιλιά του, να έχει πυρετό κλπ.
Απευθύνθηκαν σε ειδικούς γιατρούς, πήγαν το παιδί για εξετάσεις και να που τώρα είχαν τ΄ αποτελέσματα σ΄ έναν  ιατρικό φάκελο με κάμποσα χαρτιά με σφραγίδες νοσοκομείου.
Η οικογένεια του Παύλου ήταν μια μέση ελληνική οικογένεια δημοσίων υπαλλήλων με δυο παιδιά, με σίγουρες δουλειές, με μια καθημερινότητα άλλοτε χαρούμενη κι άλλοτε λυπημένη. Με τα όμορφα και τα άσχημα της ζωής.  Με χαρές και με στεναχώριες. Είχαν κανόνες στη ζωή τους, σέβονταν κι αγαπούσαν ο ένας τον άλλο. Γενικά έλεγες πως περνούν όμορφα οι ίδιοι με τα δυο τους παιδιά. 
Μα πώς τους συνέβη αυτό; Γιατί σ΄ αυτούς; Το παιδί τους ήταν μια χαρά… Πήγαινε στο σχολείο του, στα αγγλικά. Ήταν καλός μαθητής, είχε τους φίλους του, τις παρέες του, ήταν αγαπητό παιδί  ο Παύλος. Ήταν χαρούμενος τύπος γενικά. Βέβαια αυτόν τον τελευταίο χρόνο της πανδημίας είχαν αλλάξει λίγο τα πράγματα. Για όλους… Δεν έβλεπε τόσο πολύ τους φίλους του, δεν πήγαιναν άλλο σινεμά,  στις καφετέριες ή στα πάρτι που οργανώνονταν κατά καιρούς. Δεν είχε πολύ κέφι. Δεν έλεγε στους γονείς του πως περνά, όταν αυτοί τον ρωτούσαν. Δεν του άρεζε αυτή η κλεισούρα, αυτές οι απαγορεύσεις, αυτά τα μη. «Φόρα τη μάσκα σου πριν βγεις». «Έβαλες αντισηπτικό στα χέρια σου;» «Κρατάς τις αποστάσεις;» «Μη μαζεύεστε όλοι μαζί;» «Πρόσεχε Παύλο, πρόσεχε!» «Μην ξεχνάς! Στις 9 να είσαι σπίτι. Γίνονται έλεγχοι!» 
Μήπως αυτή η πίεση του ΄βγαλε στεναχώρια παραπάνω απ΄ ότι έπρεπε; Οι γιατροί είπαν πως το νόσημα ήταν ψυχοσωματικό. Αυτή η μη κανονικότητα να επέδρασε τόσο πολύ στην ψυχοσύνθεσή του; Πολλά ερωτήματα αναπάντητα…                         Εμείς οι μεγάλοι ενοχλούμαστε απ΄ όλα αυτά, αλλά προσαρμοζόμαστε. Τα παιδιά  όμως μ’ όλον  τον αυθορμητισμό και την παρορμητικότητα που διαθέτουν άντε να τα πείσεις για την αναγκαιότητα των μέτρων. Που δεν ξέρεις πόσο τελικά θα διαρκέσουν… 
Τέλος πάντων. Ο Παύλος λοιπόν από υγιής έγινε ασθενής με χρόνιο νόσημα. Αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω με τους γονείς του. Στεναχωρήθηκα πολύ! Ένα παιδί 11 χρονών ν΄ αρχίσει τα μπες βγες στα νοσοκομεία δεν είναι ό,τι καλύτερο. Έδωσα κουράγιο στους γονείς του και τους διαβεβαίωσα  πως θα κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω το παιδί τους, το οποίο ήταν και πάλι στο νοσοκομείο για μια νέα σειρά εξετάσεων. 
Μίλησα μαζί του.  
-Παύλο μου συμβαίνουν αυτά. Θα κάνεις ότι σου πουν οι γιατροί και σύντομα θα είσαι και πάλι μαζί μας στην τάξη με τους συμμαθητές σου. 
Μια μελαγχολική φωνή απ΄ την άλλη άκρη της γραμμής ακουγόταν. 
-Ναι , κυρία. Έτσι θα γίνει. 
-Για όσο διάστημα θα λείψεις εγώ θα σου κάνω προσωπικό ηλεκτρονικό μάθημα. Κάθε μέρα ό,τι ώρα θες εσύ. Εγώ θα γίνω η προσωπική σου δασκάλα, αστειεύτηκα. Δεν θα σου λείψει καθόλου η γνώση τυχερούλη!
Έτσι κι έγινε. Κάθε μέρα έκανα επί μια ώρα ιδιαίτερο μάθημα τον Παύλο. Τον προχώρησα δε τόσο πολύ που κάναμε και επαναλήψεις. Η τηλεκπαίδευση μέσω webex μίκρυνε τις αποστάσεις μεταξύ μας. Εγώ από τον υπολογιστή του σπιτιού μου κι εκείνος καρφωμένος στο tablet – μισοξαπλωμένος σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου – συνήθως τις πρωινές ώρες προσπαθούσαμε να κρατήσουμε ένα μέρος της καθημερινότητας του ανέγγιχτο από αυτό που του συνέβη. Στο κάτω κάτω το δικαιούταν… Η θέλησή του για μάθηση είχε μεγαλώσει.  Ο πόθος του να ξαναβγεί στη ζωή δυνατός και γερός υπερίσχυε. Όλο αυτό το διάστημα ο Παύλος ωρίμασε πρόωρα. Φιλοσόφησε τη ζωή… Ανεκτίμητο να’ σαι στην τάξη και να κάνεις μάθημα παρέα με όλους τους συμμαθητές σου. Τι ωραία ήταν στο διάλειμμα! Παίζαμε και καμιά μπαλίτσα! Εδώ τώρα; Στην μικρή του οθόνη βλέπει τη δασκάλα να τον μεταφέρει αγάπη, ενδιαφέρον, γνώσεις. Τι όμορφη που είναι η δασκάλα του! Δεν το ‘χε προσέξει μέχρι τώρα… Ήταν χαρούμενος που δεν έμεινε πίσω. 
-Κυρία σας ευχαριστώ πολύ γι΄ αυτό που κάνατε για μένα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. -Εγώ Παύλο μου θέλω να σε ευχαριστήσω που μ΄ έκανες να αισθανθώ χρήσιμη και να καταλάβω πόσο τρωτοί είμαστε εμείς οι άνθρωποι και πόσο ανάγκη έχουμε ο ένας τον άλλον. Περαστικά Παύλο! Σ΄ αγαπώ πολύ!



Ελπίδα

Ένα μάθημα διαφορετικό

  Το νέο έτος του 2020 ήρθε και όλοι είναι χαρούμενοι και ξένοιαστοι. Πέρασαν τις γιορτές με τα αγαπημένα τους πρόσωπα, είδαν φίλους και συγγενείς και κάνουν σχέδια τους για το νέο έτος. Στόχους και όνειρα που θέλουν να δουν να πραγματοποιούνται σε προσωπικό, επαγγελματικό και οικογενειακό επίπεδο. Όμως όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει και στη περίπτωσή μας ταιριάζει γάντι. Καθώς στην άλλη άκρη της γης, στην Κίνα ακούμε από κανάλια και διαβάζουμε στο διαδίκτυο πως ένας νέος ιός τα σαρώνει όλα. Μεταδίδεται ταχύτατα και είναι ιδιαίτερα θανατηφόρος. Οι πόλεις ερημώνουν, άνθρωποι κάθονται έγκλειστοι μέσα στα σπίτια τους και σταματά κάθε είδους οικονομικής δραστηριότητας και ζωής. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα όλα αυτά όμως φαίνονται πολύ μακρινά. Οι πιο αισιόδοξοι χαρακτηρίζουν το νέο κορονοιό ως μια απλή γρίπη που θα περάσει γρήγορα και δεν ανησυχούν ιδιαίτερα.
  Όμως στη ζωή αλλιώς είναι να βλέπεις κάτι και αλλιώς να το βιώνεις. Σύντομα ο νέος ιός έχει φτάσει στην Ευρώπη με πολλές χώρες να παρουσιάζουν τα πρώτα κρούσματα.  Με ταχύτατους ρυθμούς ο ιός γίνεται επιδημία και πολύ σύντομα πανδημία, αφού έχουν μολυνθεί όλες οι χώρες του πλανήτη, από την Κίνα  μέχρι την Αμερική και από την Αυστραλία μέχρι τη Γροιλανδία. Πλέον τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο και όλοι νομίζουμε πως ζούμε σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, όπου οι χειρότεροι εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα. Στην γειτονική Ιταλία και πιο συγκεκριμένα στη μέχρι πρότινος κοσμοπολίτικη Λομβαρδία βλέπουμε σκηνές Αποκάλυψης, το Μπέργκαμο φλέγεται από τα κρούσματα. Κάθε μέρα χιλιάδες νεκροί, άνθρωποι να πεθαίνουν σε ράντζα νοσοκομείων χωρίς να μπορούν να αποχαιρετήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Τα νεκροταφεία έχουν γεμίσει και τα θύματα στοιβάζονται σε ομαδικούς τάφους είτε μένουν άταφοι για μέρες μέχρι να βρεθεί χώρος. Εικόνες που δεν χωράει ο ανθρώπινος νους.
  Στην Ελλάδα πρώτα κλείνουν τα καταστήματα, απαγορεύεται η κυκλοφορία χωρίς σοβαρό λόγο, όλοι φοράνε μάσκες και τα σχολεία σταματάνε τη λειτουργία τους. Τα παιδιά, το πιο ευαίσθητο κομμάτι του πληθυσμού, έχει να αντιμετωπίσει κάτι πρωτόγνωρο που θα τα σημαδέψει για μια ζωή.  Έτσι και στο σχολείο του Παραμυθοχωριού όλα σταματάνε και τα παιδιά αναγκάζονται να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους. Πλέον δε θα μπορούν να βλέπουν τους δασκάλους τους και να παίζουν με τους φίλους τους, αλλά θα πρέπει να προσαρμοστούν στη διδασκαλία μέσω τηλεκπαίδευσης. Τη πρώτη μέρα όλοι είναι αγχωμένοι και τρομαγμένοι πώς θα γίνει μάθημα μέσα από μία οθόνη και πώς τα παιδιά θα μπορέσουν να το διαχειριστούν όλο αυτό. Παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί στέκονται μπροστά από έναν υπολογιστή και προσπαθούν να συνδεθούν στην πλατφόρμα για να ξεκινήσει το μάθημα. Μάταιος κόπος όμως τίποτα δε λειτουργεί σωστά, καθώς το σύστημα έχει υπερφορτωθεί και τα παιδιά δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το μάθημα. Οι γονείς είναι έξαλλοι και φοβούμενοι πως τα παιδιά τους θα χάσουν τη σχολική χρονιά, τηλεφωνούν στο Υπουργείο Παιδιάς και απαιτούν να βρεθεί λύση. Μετά από δυο μέρες η πλατφόρμα λειτουργεί και επιτέλους το μάθημα ξεκινά, διαρκεί 4 κουραστικές ώρες γεμάτες προβλήματα και υπάρχει δυσκολία στη συνεννόηση μαθητών και δασκάλων. Στο τέλος της μέρας όλοι είναι στεναχωρημένοι, αλλά όχι λόγω κούρασης. Τα μισά παιδιά λόγω οικονομικών προβλημάτων και φτώχειας δε μπόρεσαν να μπουν στο μάθημα, καθώς δεν είχαν χρήματα για να αγοράσουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και να διαθέτουν σύνδεση στο διαδίκτυο. Πάρα την επικοινωνία του διευθυντή με το Υπουργείο δεν βρίσκεται λύση στο θέμα λόγω της έλλειψης πόρων. Και ενώ όλοι έχουν αποδεχτεί πως τα φτωχά παιδιά είναι καταδικασμένα να μην συμμετέχουν στο μάθημα, οι μικροί συμμαθητές τους αναλαμβάνουν δράση. Μέσα σε μία μέρα ξεκινάν έρανο για να μαζέψουν χρήματα πείθοντας και τους γονείς τους να συνεισφέρουν από το υστέρημά τους. Επιπλέον ενημερώνουν κανάλια εφημερίδες και τους πολίτικους φορείς. Η κοινή γνώμη συγκινημένη από τη κίνηση των μικρών παιδιών συνδράμει άμεσα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έχει συγκεντρωθεί το απαραίτητο ποσό για την αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και την παροχή σύνδεσης στο διαδίκτυο. Την επόμενη μέρα το μάθημα τελειώνει πάλι μετά από 4 κουραστικές ώρες, όμως πλέον όλοι είναι χαρούμενοι γιατί ήταν όλοι οι συμμαθητές τους εκεί και μπόρεσαν να μιλήσου,ν να γελάσουν και να πουν τα νέα τους.
  Ένα χρόνο μετά έχουν αρχίσει οι εμβολισμοί και πλέον η ζωή σιγά σιγά αρχίζει να επιστρέφει στην κανονικότητα. Έτσι και τα σχολεία ανοίγουν και οι μαθητές του Παραμυθοχωριού επιστρέφουν στις τάξεις τους. Πριν μπουν όμως για μάθημα ο Διευθυντής τους μαζεύει στο προαύλιο και βγάζει ομιλία. «Οι στιγμές που ζούμε είναι ιστορικές καθώς η ανθρωπότητα ύστερα από σχεδόν εκατό χρόνια είναι αντιμέτωπη και πάλι με μία πανδημία. Και στους δύσκολους αυτούς καιρούς έχουμε καταλάβει και πάλι ότι μπροστά στον κορονοιό και κυρίως στο θάνατο όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως έθνους, θρησκείας, φύλου, καταγωγής, χρώματος και κοινωνικής τάξης  είναι ίδιοι και ίσοι. Έτσι χώρες από όλα τα πέρατα της γης, οργανισμοί γιατροί και επιστήμονες συνεργάστηκαν για να παραχθούν εμβόλια και να καταπολεμήσουμε αυτή τη μάστιγα. Όμως κυρίως είμαι υπερήφανος για σας, γιατί μέσα από τη σπουδαία κίνησή σας να βοηθήσετε τους συμμαθητές σας, μας δείξατε ότι εσείς το αντιληφθήκατε πρώτοι από όλους και μας δώσατε ένα μάθημα. Πως ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές πρέπει να κρατήσουμε την ανθρωπιά μας, γιατί οι ιδέες της αλληλεγγύης και της προσφοράς στο συνάνθρωπο θα αποτελέσουν την ελπίδα που θα φωτίσει το μέλλον μας και θα κάνει τον πλανήτη μας καλύτερο». Όλα τα παιδιά αγκαλιάστηκαν και κατάλαβαν τη σπουδαιότητα της κίνησής τους.


Κοτσώνη Βασιλική

Στην εποχή του κορωνοϊού

Η Χαρά κι ο Άρης ήταν από τα πιο ευτυχισμένα ζευγάρια που ήξερα. Έμεναν στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας μας εδώ και αρκετά χρόνια. Ήταν νέοι στην ηλικία. Περίπου 42 αυτός και 38 αυτή. Είχαν και δυο αγόρια. Τον Ηλία 14 ετών και τον Μανόλη 12. Ο Άρης δούλευε σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων από το πρωί ως τις 5 το απόγευμα και περιστασιακά όπου αλλού έβρισκε για να συμπληρώσει το μικρό εισόδημα της οικογένειας. Κανένα βάψιμο το Σαββατοκύριακο, κανένα χεράκι  σε μετακόμιση κλπ. Η Χαρά δεν δούλευε. Το νεαρό ζευγάρι ήταν μαζί από μικρά. Ήταν γειτονόπουλα. Με το που τέλειωσαν το λύκειο τα ΄φτιαξαν. Εκείνος αθλητικός τύπος με ιδιαίτερη αγάπη στο ποδόσφαιρο, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και ενδιαφέροντα. Χωρίς πολύ ευγενικούς τρόπους και με ελάχιστη κοινωνικότητα. Ένα απλό παιδί, μέτριο σε όλα του με ιδιαίτερη αγάπη στη μηχανή του. Η Χαρά πάλι ήταν μια όμορφη , γελαστή, χαρούμενη κοπέλα. Η χαρά της ζωής. Το πρόσωπό της έλαμπε. Το γέλιο της δροσερό. Η ομιλία της γλυκιά. Τα μάτια της λαμπερά. Σου μιλούσε και σου μετέδιδε μια ευχάριστη αισιοδοξία με τον λόγο της. Ήθελες να την βλέπεις και να την ακούς. Η Χαρά ασχολιόταν με τα οικιακά. Τους βλέπαμε παντού μαζί. Έξω  χέρι χέρι μαζί , στην μηχανή αγκαλιά ,στο μπαλκονάκι τους έπιναν πάντα μαζί τον καφέ τους. παντού παρέα. Στον πεζόδρομο, στην αγορά, στη γειτονιά. «Μα τι αγαπημένο ζευγάρι!» έλεγαν όλοι.         
Όλα αυτά πριν ένα  χρόνο. Ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε. Δεν τους βλέπαμε στην οικοδομή, δεν τους ακούγαμε. Το ασανσέρ δεν σταματούσε στον όροφό τους. Θαρρείς και δεν υπήρχαν πλέον. Τα κοινόχρηστα άρχισαν να τα αφήνουν απλήρωτα. Την αλληλογραφία να μην την παίρνουν από το γραμματοκιβώτιο. Η μηχανή του Άρη να μην κινείται καθόλου από τη θέση της… Μα τι συνέβαινε;  Μόνο τα δυο τους παιδιά συνέχιζαν να πηγαίνουν στο σχολείο τους κατσουφιασμένα και σκεφτικά. 
 Όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να μην είχαμε ιδιαίτερη σχέση, αλλά όταν συναντιόμασταν  ανταλλάσσαμε τα νέα μας με εγκαρδιότητα και φιλικότητα. Υπήρχε μια συμπάθεια μεταξύ μας. Αιωρούνταν στον αέρα. Ένα πρωί βρήκα μια ψευτοδικαιολογία και χτύπησα το κουδούνι τους. Αν και ήταν μεσημεράκι μου άνοιξε μια γυναίκα που μόλις είχε ξυπνήσει από βαθύ λήθαργο.  Άκεφη, αχτένιστη, αγνώριστη...  Τα παντζούρια από πίσω ήταν κλειστά , ο αέρας μπαγιάτικος, τα μάτια σκοτεινά, απόλυτη σιωπή. «Έφτιαξα λίγη σπανακόπιτα και σας έφερα να δοκιμάσετε» είπα και την άφησα γρήγορα στα χέρια της, ενώ ήδη αισθανόμουν άβολα με αυτό που αντίκρισα.  «Έλα πάνω για καφέ να τα πούμε» της  είπα. «Σε περιμένω». Πράγματι σε κανένα τέταρτο χτύπησε το κουδούνι μου, μπήκε μέσα με σκυφτό κεφάλι κι έκατσε άψυχα στον καναπέ μου. Το βλέμμα της θόλωσε, τα δάκρυά της ασυγκράτητα, η ντροπή της δεν κρυβόταν, ο πόνος της ασύλληπτος.  Όλο αυτό το διάστημα ο Άρης ήταν χωρίς δουλειά. Τον  έδιωξαν.  Το ελάχιστο απόθεμα χρημάτων εξανεμίστηκε σε λογαριασμούς. Η μηχανή συμφωνήθηκε να πουληθεί την επομένη. Δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για καφέ. Το δε φαγητό ελάχιστο. Κάποια πακέτα μακαρόνια είχαν περισσέψει για να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες. Ίσα ίσα γάλα υπήρχε για το πρωινό των παιδιών. Η φτώχια έφερε τη μιζέρια κι αυτή με τη σειρά της  την γκρίνια. Κι έπειτα ήρθε η αδράνεια. Τα παντζούρια έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν. Ούτε τη μέρα με το φως του ήλιου άνοιγαν. Τα αγόρια έφευγαν  για το σχολείο και οι γονείς έπεφταν πάλι στο κρεβάτι παραιτημένοι και απομονωμένοι από τη ζωή. Πλάτη με πλάτη τοίχο με τοίχο. Αμίλητοι, βουβοί, νηστικοί, αποξενωμένοι, να λυπούνται ο ένας τον άλλον. «Τι κατάντια είναι αυτή;» «Πώς γίναμε έτσι;» «Αυτή είναι η ζωή μας εδώ και τόσο καιρό» είπε η Χαρά. Κοιμόμαστε όλη την ημέρα για να μην ζούμε, για να μην καταλαβαίνουμε. Το γελαστό χαρούμενο κορίτσι είχε γίνει 50-60 χρονών ξαφνικά, έτσι μου φάνηκε… Την επόμενη ημέρα έκανα την μεγαλύτερη καλοσύνη της ζωής μου. Γέμισα 4 μεγάλες σακούλες με κρέατα, τυριά, γάλατα διαρκείας , φρούτα, λαχανικά, καφέδες. Έβαλα σ΄ ένα φάκελο ένα σεβαστό ποσό που το ΄χα για μια ώρα ανάγκης κι όλα μαζί τ΄ άφησα έξω από την πόρτα τους. «Δε θα σωθούν, θ΄ αναπνεύσουν όμως» σκέφτηκα. Ένα φιλί  ζωής τους πρόσφερα.                                     
Η κρίση ήταν εδώ. Μπροστά μου. Συγκλονίστηκα. Μια χαρούμενη οικογένεια μετατράπηκε σε δυο γονείς που μοιάζαν με τους εαυτούς τους και δυο παιδιά που προσπαθούσαν να κρατήσουν κρυφό το δράμα που περνούσαν. Σε όλο αυτό το σκηνικό συνετέλεσε πολύ ο ιός της κορώνας. Τα παιδιά χρειαζόταν υπολογιστές για να κάνουν το μάθημά τους. Παρακάλεσαν, δανείστηκαν, βρήκαν. Δεν είχαν όρεξη για μελέτη, για διάβασμα. Τους έλλειπαν τα βασικά: η τροφή, τα ρούχα, τα χρήματα, η ασφάλεια, η ζεστασιά, η αγάπη της οικογένειας. Οι γονείς με κλειστή την πόρτα της κρεβατοκάμαρας μιλούσαν με άσχημο τρόπο, με απαξιωτικές κουβέντες.  Ο πατέρας δεν έβρισκε δουλειά. Η μητέρα δεν είχε να μαγειρέψει. Οι λογαριασμοί δεν περίμεναν, έληγαν. Ο κορωνοϊός  άλλαξε τις ζωές όλων. Κλεισούρα, ακεφιά,  αβεβαιότητα, θυμός, ανασφάλεια, κατάθλιψη, μοναξιά, ανεργία εναλλάσσονταν. Οι μάσκες έκρυβαν πια τα πρόσωπά μας κι ο φόβος  ξερίζωνε τις ελπίδες μας. Οι γέροι πέθαιναν ολομόναχοι και τρομαγμένοι, πεταμένοι σε κάποιο νοσοκομείο. Οι άνθρωποι κηδεύονταν μέσα σε σακούλες σε σφραγισμένα φέρετρα. Φοβόταν οι άνθρωποι το άγγιγμα, την επαφή. Η απόσταση κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Ο αόρατος εχθρός δεν άνοιγε τα χαρτιά του. Μέσα σε αυτό το κλίμα έπρεπε να κάνουν webex από το σπίτι. Δεν υπήρχε διάθεση, ούτε έλεγχος. Μπήκαν δυο τρεις φορές,  δεν ξαναμπήκαν. Οι κλήσεις του σχολείου έμειναν αναπάντητες. «Αϊ στο καλό» τα παράτησαν συνωμοτικά και οι δυο... Εδώ ο κόσμος  καίγεται…  
Πέρασε λίγος καιρός. Συνάντησα στο δρόμο τη Χαρά. Αλλαγμένη, αισιόδοξη. Βρήκε δουλειά σ΄ έναν φούρνο κι ήταν πολύ χαρούμενη.  «Χωρίσαμε  με τον Άρη. Έφυγα απ΄ το σπίτι. Η οικονομική κρίση μας είχε ρημάξει. Ήρθε κι ο κορωνοϊός  και μας αποτελείωσε. Δε βαριέσαι κάθε τέλος μια νέα αρχή. Θέλω τα παντζούρια μου ανοιχτά. Θέλω το φως στη ζωή μου, θέλω τη ζωή μου πίσω!» είπε  πέταξε τη μάσκα της και συνέχισε το δρόμο της.