Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Άσκηση Δημιουργικής Γραφής

 Το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γενικής Παιδείας στη Γ΄Λυκείου πολύ συχνά, κι όχι αδικαιολόγητα, θυσιάζεται στο βωμό της διδασκαλίας της Νεοελληνικής Γλώσσας και της αχανούς ύλης που πρέπει να καλυφθεί, προκειμένου οι υποψήφιοι να μπορούν να αντεπεξέλθουν με ουσιαστική επιτυχία στις απαιτήσεις του πανελλαδικώς εξεταζόμενου μαθήματος. Εντούτοις, η αυτοτέλεια του μαθήματος είναι δεδομένη και η επικουρία του στη γλωσσική διδασκαλία αυτονόητη. Μάλιστα, οι υποψήφιοι-μαθητές επιζητούν την ανάγνωση των κειμένων, αφενός για να απολαύσουν τον λόγο τους, τις ιδέες και την τεχνοτροπία και αφετέρου για να αποστασιοποιηθούν, έστω και για λίγο, από την πίεση του συστήματος των εξετάσεων. Με έναν τέτοιο προσανατολισμό, αφού απολαύσαμε  το κείμενο του  Θανάση Βαλτινού '' Ο Παναγιώτης'' και συζητήσαμε για τους αφανείς ήρωες και τον αστόλιστο λόγο του Βαλτινού, προχωρήσαμε στην ανάγνωση ενός άλλου σύντομου κειμένου του ίδιου συγγραφέα το κείμενο ''Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;''. Αυτή τη φορά, οι μαθητές κλήθηκαν να γράψουν τη δική τους εκδοχή για το τέλος του διηγήματος. Η άσκηση Δημιουργικής Γραφής αντιμετωπίστηκε με μεγάλο ενδιαφέρον, τολμώ να πω και ενθουσιασμό, και τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η αυτενέργεια και η δημιουργικότητα των μαθητών προσφέρουν το πραγματικό παιδευτικό αποτέλεσμα, αρκεί να  δίνουμε κίνητρα για την εξωτερίκευσή τους.

Θανάσης Βαλτινός, Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα;

Εκείνα τα χρόνια δούλευα στο αγώγι. Τρίπολη-Αθήνα εξακόσιες δραχμές. Είχα μια κράισλερ, πετούσε. Δεκατρείς Μαΐου, με το παλαιό. Έκανε μια ζέστη, χρόνια είχα να τη θυμηθώ. Μετράω με το παλαιό εγώ. Ήρθε ένας, είχε το παιδί του διφθερίτη. Το είχε κουβαλήσει πρώτα στον Παπαδημητρίου. Σπουδασμένος στη Γαλλία ο Παπαδημητρίου. Του λέει, πάρε το αεροπλάνο να το πας στην Αθήνα το παιδί. Δεν είχαν τα μέσα εδώ.
Έρχεται αυτός με τη γυναίκα του, μπαίνουν στην κούρσα χωρίς συμφωνία.
― Από πού είσαι; τον ρωτάω.
― Από το Βαλτεσινίκο, μου λέει.
Το πατάω εγώ το αυτοκίνητο, τα φώτα αναμμένα, έντεκα το πρωί, άντε δώδεκα. Κάνω δυόμισι ώρες μέχρι το Παίδων. Τότε, με κείνους τους δρόμους. Σταματάω μπροστά στην πύλη, βγαίνει τώρα ο άντρας με το αγοράκι αγκαλιά. Θα ήταν ως τριών ετών. Το πηγαίνει μέσα. Εγώ περίμενα.
Έρχεται καμιά φορά, του λέω: Τι έγινε;
Μου λέει θα το γλιτώσω, το έμπασαν στο θάλαμο. Μου λέει τι σου χρωστάω;
Τι να του γυρέψω, όσα ήθελα μπορούσα, δε με είχε συμφωνήσει. Αλλά με μισό παπούτσι ήτανε.
Του λέω είσαι ευχαριστημένος να μου δώσεις πεντακόσιες δραχμές;
Βγάζει ένα πεντακοσάρικο, εκείνο είχε όλο κι όλο.
Τον είδα που δίσταζε.
― Τι είναι;
Μου αφήνεις, λέει, πενήντα δραχμές να πάρω τσιγάρα;
Ντρεπότανε.
― Και για ναύλα, να πάω εδώ στο Αιγάλεω, σ’ ένα συγγενή μου;
Του λέω δώσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.
Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.

(διήγημα από το βιβλίο του "Εθισμός στη νικοτίνη", Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008)

 Μερικές από τις εκδοχές για το τέλος του διηγήματος:

... Το πηγαίνει μέσα. Εγώ περίμενα. Εμφανίζεται μετά από λίγο έξω, μισή ώρα περίπου, τον ρωτάω για το αγοράκι. Αυτός σαστισμένος αποκρίνεται ότι είναι σε κρίσιμη κατάσταση, οι γιατροί είπαν πως δεν μπορούν να μιλήσουν με σιγουριά. Στη συνέχεια, με ρώτησε πόσα μου χρωστάει, εγώ ήρθα σε δύσκολη θέση κι έτσι του ζήτησα τετρακόσιες δραχμές, ίσα-ίσα τα έξοδα της κούρσας, γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Έπειτα τον χαιρέτισα, του έδωσα κουράγιο κι έφυγα.  Γιώργος Τούσης.

...Εγώ περίμενα. Αυτός δεν εμφανίστηκε. Πολλές ώρες μετά πλησίασε προς το μέρος μου. έκανε πως δε με είδε. Του φώναξα. Δεν θα με πληρώσεις; Ξαφνικά με κοίταξε με μίσος και απέχθεια και με σημάδεψε μ' ένα όπλο. -Μην το κάνεις, είπα.
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια πριν πεθάνει. Ελένη Πλατιώτη

...Μου λέει, πάει το παιδί, χάθηκε και βάζει τα κλάματα. Το τελευταίο πράγμα που με ένοιαζε ήταν τα χρήματα. Βγαίνω από την κούρσα, τον αγκαλιάζω προσπαθώντας να του δώσω κουράγιο και φεύγω. Λίγο παρακάτω δεν άντεξα, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου και βυθίστηκα στη θλίψη. Ευαγγελία Πράπα.

...Εμφανίζεται μετά από λίγο αλαφιασμένος και με ρωτάει τι μου χρωστάει. Σκάλωσα, δεν ήξερα αν έπρεπε να του πάρω χρήματα. Στενοχωρήθηκα για το παιδί. Έμεινα κανένα δίλεπτο σιωπηλός και σκέφτηκα. Έπειτα, του είπα ότι δε θέλω χρήματα, θέλω μόνο να μάθω τα νέα του απιδιού όταν βγει από το νοσοκομείο.
Σ' ευχαριστώ μου απάντησε με δάκρυα στα μάτια. Είσαι καλός άνθρωπος, το λέει η καρδιά σου. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που μου είπε και ξαναέτρεξε μέσα στο νοσοκομείο. Μάρα Τυφλιώρη.
...Περίμενα πολύ ώρα... Το πήρα απόφαση... Δε θα' ρθει λέω, θα τον βρω όμως στο χωριό που θα πάει, δεν θα τη γλιτώσει τόσο εύκολα. Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να βάλω μπρος, τον βλέπω να βγαίνει αλαφιασμένος και να έρχεται προς το μέρος μου.
-Είναι πολύ άσχημα; μου λέει. Θα το χάσω το παιδί αδερφέ μου. Τι θα κάνω;
Δεν τόλμησα να πω τίποτα, απλά κούνησα το κεφάλι μου κι έκανα μια γελοία έκφραση συμπόνιας.
Τον κοίταζα πως ήταν, είχε τον πόνο του, ήταν και άφραγκος εντελώς...Έτσι μόλις έβγαλε το πορτοφόλι του, του λέω:
-Άφησέ το, δεν πειράζει, μου τα δίνεις άλλη φορά... Εσύ τώρα έχεις τον πόνο σου.
Με κοίταξε βουρκωμένος και μ' ευχαρίστησε με όσο κουράγιο του είχε απομείνει...
Μου τυχαίνουν τέτοιες περιπτώσεις ώρες-ώρες, δεν μπορώ να κάνω πάντα το ίδιο. Όμως αυτόν τον πόνεσε η ψυχή μου. Είναι και κοντοχωριανός, καλός άνθρωπος, ήρεμος , τι να έκανε... Ιωάννα Φαλέγκα.

Για παρόμοιες αλλά και άλλες ποικίλες ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής μπορείτε να ανατρέξετε στο βιβλίο του Μίμη Σουλιώτη, ''Μου αφήνεις πενήντα δραχμές για τσιγάρα'' και στο εγχειρίδιο Δημιουργικής Γραφής  του Υπουργείου Πολιτισμού και Παιδείας Κύπρου


Δημοσίευση σχολίου