Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

η του ονόματος επίσκεψις

ερανιστής (ο) ουσ. θηλυκό ερανίστρια {αρχ. ερανιστής<ερανίζω} ο συλλέκτης περικοπών, στοιχείων από διάφορα κείμενα
Δημοσίευση σχολίου