Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Ι' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Θέμα: Διοργάνωση Ι΄Πανελλήνιου Συνεδρίου με θέμα: «Η γλώσσα της παιδείας και των μεταρρυθμίσεων»


Η Επιτροπή Παιδείας του Α.Π.Θ., ο Τομέας Γλώσσας και Πολιτισμού του Παιδαγωγικού Τμήματος» ο Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής, ο Σύλλογος των Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. «Φιλόλογος», ο Σύλλογος τον Αποφοίτων του Παιδαγωγικού Τμήματος «Μίλτος Κουντουρας» οργανώνουν τo Ι΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για τη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση
Οι εργασίες του Συνεδρίου θα γίνουν στις 30, 31 Μαρτίου και 1η Απριλίου (Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή) 2012 στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το ειδικότερο θέμα του εν λόγω Συνεδρίου φέρει τον τίτλο «Η γλώσσα της Παιδείας και οι γλώσσες των μεταρρυθμίσεων». Αυτό σημαίνει ότι θα ακουστούν εισηγήσεις για τις διάφορες γλώσσες, οι οποίες διασταυρώνονται στην Εκπαίδευση και στις ανθρώπινες κοινωνίες και οι οποίες εκπηγάζουν από την παιδεία και επιστρέφουν σ'αυτήν. Τέτοιες, π,χ,, είναι: «Η γλώσσα της ποίησης», «Η γλώσσα της φύσης», «Η γλώσσα της παιδείας», «Η γλώσσα των σχολικών βιβλίων», «Η γλώσσα της διδασκαλίας», «Η γλώσσα της λογοτεχνίας», «Η γλώσσα της δημιουργικής γραφής», «Η γλώσσα του Ο. Ελύτη», «Η διδασκαλία της λογοτεχνίας», «Η γλώσσα της μουσικής» κτλ.

Τα θέματα εισηγούνται έμπειροι και διακεκριμένοι εισηγητές: Ε. Αρβελέρ, Δ. Ν. Μαρωνίτης, Φ. I. Κακριδής, Δ. Λυπουρλής, Κ. Γεωργουσόπουλος, Κ. Μπαλάσκας, Ν. Παρίσης, Κ, Ακρίβος, Σ. Νικολαΐδοιυ, Λ. Τσιριμώκου, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Παγανός, Μ. Σουλιώτης, Ε. Χασάπη, Γ. Καλίνης και άλλοι.

Στο Συνέδριο θα συμμετάσχει η γνωστή πια χορωδία του Μουσικού Σχολείου του Βόλου. Είναι δε αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ο. Ελύτη.

Χ. Λ. Τσολάκης

Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου

________________________________________

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

30 ΜΑΡΤΙΟΥ - 1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2012

I' Πανελλήνιο Συνέδριο

«Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ»

Αφιερωμένο στα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη

Αίθουσα Τελετών Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Έναρξη εργασιών: 9.30' π.μ.

Παρασκευή (πρωί) 30 Μαρτίου 2012

08.00' - 09.30' ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΥΝΕΔΡΩΝ

Προεδρείο: Δήμητρα Κογκίδου, Θεόδωρος Καρτσιώτης, Γιώργος Ιγνατιάδης

09.30' - 10.00' ΕΝΑΡΞΗ - ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Τρία τραγούδια από τη χορωδία του «ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ».

Διευθύνει ο Δημήτρης Αμανατιάδης

Χαιρετισμός Εμμανουήλ Κριαρά

10.00' - 10.30' Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

«Το πάθος του Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνική γλώσσα»

10.30' - 11.00' Παναγιώτης Δόικος, Επίκουρος Καθηγητής Α.Π.Θ.

«Η μεταφυσική του Οδυσσέα Ελύτη»

11.00' - 11.30' Δημήτρης Κόκορης, Επίκουρος Καθηγητής Α.Π.Θ.

«Στοιχεία της ποίησης και της ποιητικής του Οδυσσέα Ελύτη»

11.30' - 12.00' Αναστάσιος Στέφος, Πρόεδρος της Π.Ε.Φ.

«Ο αρχαίος λόγος στον "Μικρό Ναυτίλο" του Ελύτη»

12.00' - 12.30' ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Προεδρείο:

Γιώργος Κεχαγιόγλου, Γιάννης Καζάζης, Άννα Συμεωνίδου

12.30' - 13.00' ΆσπαΧασιώτη, διδάκτωρ Φιλολογίας

«Η λογοτεχνία γλώσσα της παιδείας»

13.00' - 13.30' Χρίστος Ζερεφός, Ακαδημαϊκός

«Η γλώσσα της φύσης»

13.30'-14.00' ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Παρασκευή (απόγευμα) 30 Μαρτίου 2012

Νεοελληνική Γλώσσα και Σχολείο

(η μεταρρύθμιση της μεταρρύθμισης)



17.00' ΕΝΑΡΞΗ

Προεδρείο: Κώστας Κατσιφαράκης, Καίτη Καρπούζα, 'Αβρα Αυδή

17.00' - 17.30' Κώστας Μπαλάσκας, Σχολικός Σύμβουλος, συγγραφέας

«Μεταρρυθμιστική φλυαρία και εκπαιδευτική αφασία»

17.30' - 17.50' Γιώργος Καλλίνης, φιλόλογος του Πειραματικού Σχολείου

«Τι επιδιώκουμε διδάσκοντας ελληνική γλώσσα; Το διδακτικό εγχειρίδιο Νεοελληνικής Γλώσσας Α' Γυμνασίου»

17.50' -18.10' Τάσος Σαββίδης, φιλόλογοςτου Γυμνασίου «ΚΑΛΑΜΑΡΙ»

«Η αποτελεσματικότητα του βιβλίου της Νεοελληνικής Γλώσσας της Β' Γυμνασίου τόσο στη διδασκαλία όσο και στη διδακτική»

18.10'-18.30' Δημήτρης Χατζημιχαήλ, φιλόλογος του Πειραματικού Σχολείου

«Το βιβλίο της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ' Γυμνασίου: κριτική παρουσίαση»

18.30' -19.00' ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Προεδρείο: Δημήτριος Μαυροσκουφης, Γιώργος Γρόλλιος, Αθανάσιος Αϊδίνης

19.00' - 19.20' Ευσεβία Χασάπη, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

«Από την έκθεση ιδεών στη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας: Τα βιβλία Νεοελληνικής Γλώσσας για το Γυμνάσιο (1983-2006) και Εκφραση-Έκθεση για το Λύκειο»

19.20' - 19.40' Παναγιώτης Χριστόπουλος, δάσκαλος

«Πέντε χρόνια μετά: μια δεύτερη ανάγνωση των βιβλίων της Ελληνικής Γλώσσας της Ε' και Στ' Δημοτικού»

19.40' - 20.00' Ελευθερία Συρμαλόγλου, δασκάλα

«Πέντεχρόνια εμπειρίας με τα νέα σχολικά εγχειρίδια Γλώσσας και Μαθηματικών Α 'και Β "Δημοτικού»

20.00' - 20.30' Δ. Ν. Μαρωνίδης, Γ. Παπαναστασίοι»

«Αρχαιογνωσία και Αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση»

Σάββατο (πρωί) 31 Μαρτίου 2012

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΊΤΑΙΔΕΥΣΗ

ΓΙΑ ΕΝΑ «ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»

09.00' Α' ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Λίζυ Τσιριμώκου, Άλκηστη Ζερβοποΰλου

09.00'-10.00' Κώστας Ακρίβος

«Σχολείο και λογοτεχνία: σκουριασμένο παρόν, θολό μέλλον»

10.00' - 10.30' Γιώργος Παγανός

«Το διδακτικό και εξεταστικό πρόβλημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»

10.30' - 11.00' Λάμπρος Βαρελάς

«Απολογισμός της πορείας του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογο τεχνίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: επιτεύγματα και αδυναμίες»

11.00' - 11.30 ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

11.30' Β' ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Γιάννης Τζανής

11.30' - 12.00' Νικήτας Παρίσης

«Τα παρένθετα θεωρητικά στοιχεία στη διδασκαλία της λογοτεχνίας: υπερβολή κατάχρησης ή διδακτική αποστροφή;»

12.00'-12.30' Αλέξης Ζήρας

«Οι δυσλειτουργίες της μετάδοσης θεωρητικών γνώσεων για τη λογοτεχνία ως παράγοντας απώθησης των μαθητών»

12.30' -13.00' Μίμης Σουλιώτης

«Η σημασία της συμμετοχής των λογοτεχνών στη σχολική πράξη: σκέψεις για τις αρμόζουσες σχέσεις γλωσσολογίας, φιλολογίας, δημιουργικής γραφής»

13.00' -13.30' Σοφία Νικολαίδου

«Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Τρία χρόνια λειτουργίας: πρώτες διαπιστώσεις- πρόγραμμα συνεργασίας με τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»

13.30'-14.00' ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Σάββατο (απόγευμα) 31 Μαρτίου 2012

17.00' Γ' ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Αλέξης Ζήρας, Ευαγγελία Ψυχογιού

17.00'-17.30' Γιάννης Παρίσης

«Προτάσεις για μια ουσιαστική ανανέωση του μαθήματος της λογοτεχνίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»

17.30'-18.00' Αγγελική Λουδη

«Για τη διδασκαλία των παλιότερων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»

18.00'-18.30' Γιώργος Κεχαγιόγλου

«Σκέψεις και προτάσεις για ένα "Σχολείο αφοσιωμένων στη λογοτεχνία μαθητών"».

18.30'-19.00' ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

19.00' Δ' ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Πρόεδρος: Μίμης Σουλιώτης, Θεοδώρα Χασεκίδου

19.00'-19.30' Σωτηρία Σταυρακοπούλου

«Από την εμπειρία της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην Ανώτατη Εκπαίδευση: σκέψεις και προτάσεις εφαρμογής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση»

19.30'-20.00' Κατερίνα Τικτοπούλου

«Όψεις της δημιουργικής γραφής του Σολωμού και του Σεφέρη»

20.00'-20.30' Λίζυ Τσιριμώκου

«Σκέψεις για τη διδασκαλία της μεταφρασμένης λογοτεχνίας: το παράδειγμα της "Θρηνωδίας στη σελήνη της επαρχίας" του Ζυλ Λαφόργκ»

20.30'-21.00' ΣΥΖΗΤΗΣΗ

21.00'-22.30' ΡΕΣΙΤΑΛ ΠΙΑΝΟΥ Βασίλης Βαρβαρέσος

Κυριακή (πρωί) 1 Απριλίου 2012

10.00' ΕΝΑΡΞΗ

Προεδρείο: Γιώργος Παπαναστασίου, Μαρία Δημάση, Ζωή Γαβριηλίδου

10.00' -10.30' Μανόλης Λανάρης, Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων

«"Ποιητική"της γλωσσικής διδασκαλίας»

10.30'- 11.00' Πηνελόπη Τζιώκα, Σχολικός Σύμβουλος

«Το τι, το πώς και το γιατί της γλωσσικής διδασκαλίας»

11.00' -11.30' Κώστας Γεωργουσόπουλος, φιλόλογος κριτικός θεάτρου, πανεπιστημιακός «Οι θεατρικοί κώδικες στο σχολικό θέατρο»

11.30'-12.00' ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Προεδρείο: Ιωάννα Μπίμπου, Ρούλα Παπαδοπούλου, Πηνελόπη Καμπάκη

12.00' -12.30' Φάνης Κακριδής, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου

«Παρατηρώντας τη γλώσσα»

12.30'- 13.00' Hans Eideneier, Καθηγητής Πανεπιστημίου

«Η γλώσσα των Φιλελλήνων»

13.00'- 13.30' Νίκη Eideneier, φιλόλογος

«Η γλώσσα των μεταναστών»

13.30' - 14.00' Δημήτριος Λυπουρλής, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ.

«Αναζητώντας τις αρχές του ελληνικού επιστημονικού λόγου»

14.00' -14.30' ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Κυριακή (βράδυ) 1 Απριλίου 2012

18.00' ΕΝΑΡΞΗ

Προεδρείο: Κατερίνα Τολίκα, Διονύσης Τάνης, Πέτρος Μπέσπαρης

Η μελωδία, της γλώσσας και η γλώσσα, της μελωδίας

18.00' -18.30' «Η γλώσσα της μουσικής»

Μιλάει η καθηγήτρια της μουσικής Λίτσα Λεμπέση

18.30' - 19.00' Βασίλης Βαρβαρέσος

«Η γλώσσα ως ακρόαση και ως τέχνη»

19.00' - 20.00' «Ανταποκρίσεις μεταξύ των δύο ομηρικών επών»

Διαβάζει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης από τη μετάφραση του της Οδύσσειας και της Ιλιάδας.

Αφιερώνεται στη μνήμη του δασκάλου του, I. Θ. Κακριδή

20.00' - 21.30' Τον λόγο έχει το Μουσικό Σχολείο του Βόλου, το οποίο με τη χορωδία και την ορχήστρα του μιλάει τη γλώσσα της μουσικής

Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Α. Κατσιγιάννης, Διεύθυνση Ορχήστρας και Ενορχήστρωση: Ζ. Κουκουσέλης Διδασκαλία Χορωδίας: Κ. Σιάρα, I. Χατζάκη, Διεύθυνση Σχολείου: Α. Τζανετοπούλου





Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ 1928-2012

Την τελευταία της πνοή άφησε το βράδυ του Σαββάτου η σπουδαία ερμηνεύτρια της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, Δόμνα Σαμίου ...


Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας, και πέθανε στις 10 Μαρτίου 2012. Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, ζούσαν σε ένα χωριό έξω από τη Σμύρνη, το Μπαϊντίρι. H μητέρα της ήρθε με την καταστροφή στην Ελλάδα, ο πατέρας της τέσσερα χρόνια αργότερα, «γιατί έμεινε αιχμάλωτος εκεί». Από εκεί έχει τα πρώτα ακούσματα της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, όπως η ίδια ομολογεί σε συνέντευξή της. Έτσι μεγαλώνει και αγαπάει το Δημοτικό Τραγούδι.


Σε ηλικία 13 ετών έχει την πρώτη διδακτική επαφή με την μουσική. Πηγαίνει στο "Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής", όπου και μαθητεύει κοντά στον δημιουργό του Σίμωνα Καρρά. Εκεί παίρνει τα πρώτα μαθήματα Βυζαντινής μουσικής και της αποκαλύπτονται τα μυστικά του παραδοσιακού τραγουδιού. Παρακολουθεί παράλληλα νυχτερινό Γυμνάσιο.

Το 1954 αρχίζει μια μακρά σχέση με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που τερματίζεται το 1971. Παράλληλα συνεργάζεται με την Ελληνική Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.) για μια σειρά μουσικών ντοκιμαντέρ με το τίτλο "Μουσικό Οδοιπορικό". Αυτή η προεργασία θα την βοηθήσει να αποκτήσει ένα πλούσιο μουσικό υλικό, που αποδεικνύεται σημαντικό, με απώτερο στόχο την διαφύλαξη της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.

Το 1971, χρονιά ορόσημο για την μετέπειτα πορεία της, παρουσιάζεται δίπλα στον Διονύση Σαββόπουλο συνερμηνεύοντας παραδοσιακά τραγούδια επί σκηνής. Ήδη όμως το 1960 κυκλοφορούν δίσκοι της σε Ελλάδα, Γαλλία και Σουηδία, που σηματοδοτούν την απήχηση του έργου της στον κυρίως Ελληνισμό και στην Ελληνική Ομογένεια.

Αντιστρατευόμενη την εμπορική εκμετάλλευση και εκλαΐκευση της ελληνικής παράδοσης, αρχίζει να παρουσιάζει επί σειρά ετών την όσο πιο αυθεντική εκτέλεσή της. Έτσι κάνει αμέτρητες συναυλίες στις οποίες τραγουδά η ίδια, αλλά και παρουσιάζει αυθεντικούς καλλιτέχνες και δημιουργούς του δημοτικού τραγουδιού.

Το έργο της ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα και την ελληνική γλώσσα. Παρουσιάζεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της αμερικανικής ηπείρου και σε πόλεις της Αυστραλίας, όπου και δίνει συναυλίες.


Εμπάτε αγόρια στο χορό... Ηπειρώτικο τραγούδι με τη φωνή της 'αθάνατης' Δόμνας Σαμίου , της τελευταίας θεματοφύλακα της δημοτικής μας παράδοσης.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, ο ναυτικός ποιητής

Το μάθημα στο εργαστήριο της πληροφορικής ενέπνευσε την Μπλιούκα Ελένη από τη Β΄ Λυκείου να ασχοληθεί με τον Ν. Καββαδία. Το αποτέλεσμα της έρευνάς της είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό.


                          

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Μετά την ολοκλήρωση της συνεξέτασης των τεσσάρων ποιημάτων του Καβάφη:
  • Περιμένοντας τους βαρβάρους
  • Σατραπεία
  • Νέοι της Σιδώνος
  • Αλεξανδρινοί βασιλείς
οι ομάδες των μαθητών της Α΄Λυκείου ανέλαβαν μια ακόμη αποστολή, να παρουσιάσουν, με τον δικό τους τρόπο, το καλύτερο, κατά την άποψή τους, ποίημα και να αιτιολογήσουν την επιλογή τους.
Οι τέσσερις από τις πέντε ομάδες αποφάνθηκαν πως το καλύτερο ποίημα του Καβάφη είναι το Περιμένοντας τους βαρβάρους και μόλις μία ομάδα προέκρινε τους Αλεξανδρινούς βασιλείς.
Η παρουσίαση που θα δείτε έκλεισε με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο. Αφού προηγήθηκε η δραματοποίηση του ποιήματος,τα παιδιά μάς έδειξαν ένα βίντεο με μια παράσταση καραγκιόζη σχετική με το ποίημα που 'μίλησε' στις ψυχές τους.


                                   



Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Ο Ανέστης μάς παρουσιάζει τον Καβάφη

Πριν από την επεξεργασία των ποιημάτων του Καβάφη, έγινε η παρουσίαση της προσωπικότητας και του έργου του αλεξανδρινού ποιητή. Ο μαθητής του Α3 Ανέστης Περόντσης ανέλαβε να μάς μυήσει, με σύντομο και πληροφοριακό τρόπο, στην καβαφική δημιουργία.





Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Εγγονόπουλος-Αναγνωστάκης:παράλληλοι ''ποιητικοί'' βίοι


Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 και Μανόλης, Αναγνωστάκης , Στον Νίκο Ε… 1949




Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948



τούτη η εποχή

του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι' άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι
να

γραφή

είναι

ως αν

να γράφονταν

από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων

θανάτου



γι' αυτό και

τα ποιήματά μου

είν' τόσο πικραμένα

(και πότε - άλλωστε - δεν είσαν;)

κι' είναι

- προ πάντων -

Και

τόσο

λίγα

(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)



Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε… 1949

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες



Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

(Παρενθέσεις 1949)

Συγκριτική ανάγνωση


1.Νίκος Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948


1. Είναι φανερό πως το ποίημα του Αναγνωστάκη αποτελεί «απάντηση» στο ποίημα του Εγγονόπουλου. Αυτό το φανερώνει ο τίτλος (Στο Νίκο Ε...), η χρονολογία (1949, δηλαδή το έτος που κυκλοφόρησε η συλλογή του Εγγονόπουλου), η σκόπιμη μίμηση της ποιητικής γραφής του Εγγονόπουλου από τον Αναγνωστάκη και -πάνω απ' όλα- η θεματική σχέση.
2. Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα του το 1948, έτος που ο εμφύλιος βρίσκεται στο κορύφωμα του. Χαρακτηριστικά της εποχής: ο σπαραγμός, ο θάνατος. Μια τέτοια εποχή θεωρείται αντιποιητική. Η ποίηση δείχνει μάταιη και εξωπραγματική πολυτέλεια. Τι νόημα μπορεί να έχει η ποίηση σε μια τόσο σκληρή εποχή; Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει; Καλύτερα λοιπόν η σιωπή• αυτή θα έδινε ίσως περισσότερο αποκαλυπτικά τη διάσταση της τραγικότητας. Ωστόσο ο Εγγονόπουλος τα επισημαίνει αυτά γράφοντας ποίηση. Τα ποιήματα του διακρίνονται εξαιτίας όλων αυτών για την -πρόσθετη- πίκρα τους και για την ποσοτικά περιορισμένη παραγωγή (τόσο λίγα).

3. Κοιτάζοντας τη μορφή του ποιήματος σταματάμε πρώτα στον τεμαχισμένο λόγο. Βέβαια ο τρόπος αυτός γραφής του Εγγονόπουλου είναι γνωστός από τη θητεία του ποιητή στον υπερρεαλισμό (μαζί με τον Εμπειρίκο και το Γκάτσο της Αμοργού μπορεί να θεωρηθεί από τους πιο αυθεντικούς υπερρεαλιστές). Σε συσχετισμό όμως με το θέμα και την εποχή ο τεμαχισμένος λόγος παίρνει μια πρόσθετη διάσταση: Μοιάζει σα να σπαράχτηκε κι αυτός από το μακελειό. Λόγος ακρωτηριασμένος, σχεδόν συλλαβικός, ένα μοναχικό ψέλλισμα.

4. Αυτόν τον ακρωτηριασμό του λόγου στην εποχή του εμφύλιου σπαραγμού ο Αναγνωστάκης τον υιοθετεί στο δικό του ποίημα γιατί τον αναγνωρίζει. Όμως δεν συμφωνεί με την άποψη της ποιητικής παραίτησης, που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Η πολιτική συνείδηση του Αναγνωστάκη, διαμορφωμένη στο χώρο της Αριστεράς, δεν του υπαγορεύει μόνο την ποίηση αλλά και την ποιητική. Περισσότερο αγωνιστικός και περισσότερο κοντά στην ιδέα της στρατευμένης ποίησης, ο Αναγνωστάκης πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης - «καθρέφτη» της ζωής και της πραγματικότητας. Πιστεύει τέλος στον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή του καιρού του, μια καταγραφή που γίνεται ισοδύναμη με την καταγγελία. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία.

5. Η εποχή, που στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται (του εμφυλίου σπαραγμού) και μόνο υπαινικτικά καθορίζεται (αγγελτήρια θανάτου) στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο: χαμός, θάνατοι, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες. Ποιος, αν όχι ο ποιητής, θα μιλήσει «με πόνο» γι' αυτά; Η ευαισθησία δηλαδή του ποιητή είναι η μόνη εγγύηση για τη σωστή καταγραφή που θα κάνει εντονότερη την καταγγελία για την απανθρωποποίηση της ζωής. Η τάση του Αναγνωστάκη να λέει τα πράγματα με τ' όνομα τους είναι χαρακτηριστικό της ρεαλιστικής ποιητικής γραφής του.

6. Μια παρατήρηση του Δ.Ν. Μαρωνίτη: Η ροπή του Αναγνωστάκη τείνει ακριβώς στο να καθηλώσει και να συντηρήσει μέσα στις ποιητικές του «Εποχές» και στις «Συνέχειες» τους ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, να εξαγοράσει ή να ευτελίσει: δημιουργούνται έτσι συνεχή φράγματα στη ροή του χρόνου, στερεοποιώντας κρίσιμες παρωχημένες εποχές, και προβάλλονται αργότερα τα ρημαγμένα τους πια είδωλα συνεχώς και επίμονα στο ποιητικό παρόν. (Από το βιβλίο Ποιητική και πολιτική ηθική, Κέδρος, 1976).

Κώστας Μπαλάσκας, Νεοελληνική Ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία, Επικαιρότητα, 1980, σ. 123-125


2. Στον Νίκο Ε... 1949 [...]
Αυτό είναι ένα από τα λίγα ποιήματα που στο στίχο του, μεγαλόπνοο, αρθρωτό και δραματικό, υπεισέρχεται ο γυμνός λόγος, ουσιαστικός και υπαινικτικός, και εκφράζει στον πολυσήμαντο του μονόλογο την τραυματική εμπειρία του πόνου. Μια εμπειρία που θα γίνει τραγικότερη από την απόγνωση μπρος στην αδυναμία επικοινωνίας.

Ο ποιητής κλείνεται στον εαυτό του, ανίκανος να ξεμπερδέψει το κουβάρι των συναισθημάτων του και για να επικαλεστεί τα φαντάσματα που κατακλύζουν την ψυχή του, δοκιμάζει τον σύντομο δρόμο του συμβολικού λόγου. Αλλά οι λέξεις του φαίνονται ανεπαρκείς, ασύνδετες, εργαλεία κατάλληλα για να δημιουργήσουν μια επαφή με τον κόσμο. Από εδώ απορρέει αυτή η απεγνωσμένη τελική αυτο-εξέταση που επισκιάζει την οντολογική αβεβαιότητα των λέξεων και που με τον καιρό θα τον οδηγήσει στην ποιητική σιωπή.

Είναι ακριβώς σ' αυτά τα ποιήματα συμβολικής καταβολής που εμφανίζεται μεγαλύτερο το χρέος του Αναγνωστάκη στη γενιά του '30• ιδιαίτερα στον Γ. Σεφέρη, από τον οποίο δανείζεται ρυθμούς και ιδιώματα, τα οποία ανανεώνει δίνοντας έναν προσωπικό τόνο.

Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να αναγάγουμε το απόσπασμα από «τους εφιάλτες στα σιδερένια κρεβάτια» του ποιήματος που μόλις παραθέσαμε στο «Σπίτι κοντά στη Θάλασσα» του Γ. Σεφέρη:

καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου.



Εκτός όμως από τις ομοιότητες που μπορούμε να εντοπίσουμε στο κείμενο, η ύπαρξη μιας σχέσης ανάμεσα στους δύο ποιητές μας επιβεβαιώνεται και από τη σύγκριση που μπορεί να θεσπιστεί ανάμεσα στις βασανιστικές ιστορικές εμπειρίες τους (αντίστοιχα η Μικρασιατική Καταστροφή και ο εμφύλιος πόλεμος), από τις οποίες διαποτίστηκαν και οι δύο, στα βάθη του είναι τους.

Σ' αυτές επιστρέφουν επίμονα και οι δύο ποιητές για να ξαναβρούν τις ρίζες τους.

Γράφει ο Σεφέρης:

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε

να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα- πόλεμοι χαλασμοί ξενιτεμοί



και ο Αναγνωστάκης:

Όσα επιζήσαν, εννοείτε, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε

πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες.



Οπωσδήποτε δεν μου φαίνεται θεμιτό να ωθήσουμε αυτή την παρομοίωση πέρα από το όριο που καθορίζεται από τη διαφορά της έμπνευσης τους. Στον Σεφέρη από την αρχή ήδη εμφανίζεται ουσιαστικά υπαρξιακή και μετα-ιστορική, ενώ ο Αναγνωστάκης φαίνεται συνεχώς απασχολημένος με τη μη υπέρβαση του επιπέδου της συγκεκριμένης ιστορικότητας.

Μένοντας πάντα στο χώρο του ποιήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, βλέπουμε ότι οι έννοιες δεν φορτίζονται με οντολογικές αξίες• μας παρουσιάζονται μόνο σαν μια συμβολική και συγχρόνως ρεαλιστική εικόνα της μαρτυρικής μεταπολεμικής Ελλάδας.

Η έμπνευση του Αναγνωστάκη, πράγματι, δεν έχει τίποτε το μεταφυσικό, ούτε ψάχνει εξωτικές παρηγοριές στην ομορφιά της φύσης• μια που η ζωτική τροφή της δημιουργικής του φλέβας απορρέει από τη διαλεκτική σχέση που ο ποιητής πλέκει με τους ομοίους του, από τη δραματικότητα της ιστορίας που βιώνει.

Vincenzo Orsina, Ο στόχος και η σιωπή. Εισαγωγή στην ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη, Πρόλογος - επιμέλεια Αλέξης Ζήρας, μετάφραση Αυγή Καλογιάννη, Νεφέλη, 1995, σ. 19-30 και Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 213-226

3. Όταν λέμε πως ο Αναγνωστάκης είναι ποιητής με έντονη πολιτική συνείδηση ή ακόμη και με ορισμένη πολιτική συνείδηση, δεν πρέπει να απομονώνουμε τη συνείδηση αυτή από το βιωματικό της πυρήνα. Εκείνο που στοιχειώνει το μεταπολεμικό τοπίο στην Ελλάδα είναι οι πράξεις και οι εικόνες των ανθρώπων που τις πραγματοποίησαν. Η καταστροφή του τοπίου, οι γκρεμισμένοι τοίχοι, τα χαλάσματα είναι αντίγραφα και αντίστοιχα ζωής κατεστραμμένων ανθρώπων. Την καταστροφή ακολούθησε η ανοικοδόμηση, η πράξη -για το κέρδος- του θύτη που έχει πλουτίσει στη χώρα της αντιπαροχής. Οι συνέπειες της καταστροφής αλλά και της καταστροφικής ανοικοδόμησης που έθρεψε την παρασιτική κοινωνία και τράφηκε απ' αυτήν - γιατί η υφαρπαγή της εξουσίας οδήγησε σ' ένα κόσμο στον οποίο η δυστυχία και η προσβολή μετατρέπονται σε μάνα του εξουσιαστή, του τυχάρπαστου, του ευκαιριακού και, σε τελευταία ανάλυση, του ανήθικου - δεν προβάλλουν απλώς την οδυνηρή έλλειψη ενός ενδεχόμενου κόσμου που δεν κερδήθηκε. Δείχνουν και την αξιακή κρίση εκείνου που τον υποκατέστησε.

Τα παραπάνω δίνονται μ' έναν τόνο χαμηλό και πικρό ή καθαρό και σκληρό (όπως στην τελευταία συλλογή του Αναγνωστάκη, τον Στόχο), Όχι μόνο γιατί καμιά λογοτεχνία δεν μπορεί να έχει την ένταση της ίδιας της ζωής (και, επομένως, η λογοτεχνία και η ποίηση που επιχειρούν να δημιουργήσουν ένταση διογκώνοντας το νόημα και αλλοιώνοντας τα εκφραστικά τους μέσα προδίνουν και την ποίηση και τη ζωή) αλλά και για έναν άλλο λόγο, επίσης σημαντικό. Όταν οι αξίες εκπίπτουν ή υφαρπάζονται, το γενετικό τους κύτταρο μπορεί να διατηρηθεί ζωντανό μόνο μέσα σ' ένα περιβάλλον αξιοπρέπειας, δηλαδή συνέπειας, καθαρότητας και, με άλλα λόγια, επίγνωσης της βαρύτητας και του περιεχομένου των πραγμάτων. Τα πράγματα ουσίας απαιτούν και μια ποίηση ουσίας που, ως τέτοια, δεν μπορεί παρά να εκφράζει ένα απόσταγμα ζωής. Γιατί καμία γραφή δεν έχει νόημα αν δεν είναι, πρωτίστως, συνειδησιακή εγγραφή.

Αντώνης Βιστωνίτης, «Ο λόγος και η σιωπή στον Μανόλη Αναγνωστάκη», Αντί, Μανόλης Αναγνωστάκης (αφιέρωμα), τεύχ. 527-528, 30-7-1993, σ. 28-31 και Για τον Αναγνωστάκη, ό.π., σ. 258-269.


Πηγή: Το βιβλίο του καθηγητή για το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρητικής κατεύθυνσης Γ΄Λυκείου




Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Μανώλης Αναγνωστάκης, ο ''σαμποτέρ'' ποιητής

Μανώλης Αναγνωστάκης (1925 – 2005)


Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.

( Ο Μ. Αναγνωστάκης είναι ο δεύτερος από αριστερά στην τρίτη σειρά. Πηγή: εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/10/1948. Από το αρχείο της οικογένειας Αξαρλή)
( Κάτω τα σχόλια της εφημερίδας για τη σύλληψη του Αναγνωστάκη και των συμφοιτητών του)
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.

Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).

Τα ποιήματα που ο Μανώλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.

«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:

«Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.

Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.

Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.

Το θέμα είναι τώρα τι λες» (Στόχος, 1970)

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το «Μιλώ», που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.

ΜΙΛΩ...

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών

Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε σους τάφους και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα

Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια σους δρόμους

Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα

Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες

Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες

Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν

Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια

Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντας τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

ΣΤΕΛΛΑ ΒΙΟΛΑΝΤΗ, η πρώτη γυναικεία διαμαρτυρία ενάντια στην πατριαρχική εξουσία.

Γρ. Ξενόπουλος, Στέλλα Βιολάντη


Ο Γρ. Ξενόπουλος γράφει για το έργο του:

«Το διήγημα «Έρως Εσταυρωμένος», που το δραματοποίησα ύστερα με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη», είναι μια έμπνευση του 1901. Ο θρύλος όμως που μου έδωσε αφορμή να γράψω και το διήγημα και το δράμα είναι κατά είκοσι τουλάχιστον χρόνια αρχαιότερος. Γιατί περί το 1880 ψιθυριζόταν στη Ζάκυνθο- ήμουν παιδί τότε- πως ένας άγριος πατέρας εφυλάκισε την κόρη του στη σοφίτα του σπιτιού του με ψωμί και με νερό, επειδή αγαπούσε κάποιον που δεν ήθελε να της τον δώσει κι αρνιόταν επίμονα να πάρει έναν άλλον που της έδινε αυτός. Η δυστυχισμένη κόρη πέθανε απ' αυτό το μαρτύριο• αποσιώπησαν όμως την αιτία του θανάτου της και την εκήδεψαν μεγαλόπρεπα, με τις πιο επιδειχτικές εκδηλώσεις απαρηγόρητου πένθους. Λίγο αργότερα -ήμουν πια φοιτητής- άκουσα πως όμοιο δράμα έγινε και στην Πάτρα, και τα πρώτα χρόνια που εγκαταστάθηκα στη Αθήνα οριστικά, εγνώρισα μια πολύ καλή οικογένεια με τέσσερες κόρες, που όταν μια απ' αυτές, η ωραιότερη, πέθανε κάπως ξαφνικά, έμαθα πως οι γονείς της και τ' αδέρφια της- δυο Νταντήδες υπήρχαν σ' εκείνο το σπίτι- την εσκότωναν από το ξύλο, επειδή είχε ερωτευθεί κάποιον παρακατιανό. Αυτή μάλιστα η Αθηναϊκή ιστορία μου θύμισε τότε την παλιά ζακυνθινή και μ' έκανε να γράφω τον «Εσταυρωμένο Έρωτα της Στέλλας Βιολάντη», που έκανε τόση εντύπωση όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στα «Παναθήναια», ώστε ο Παλαμάς να αφιερώσει ποίημα στην ηρωίδα -αυτό που έβαλα για πρόλογο στο δράμα- κι ο Βλάσης Γαβριηλίδης να γράψει κύριο άρθρο στην «Ακρόπολή» του -άλλοι καιροί, άλλα ήθη- με τον τίτλο «Στέλλα Βιολάντη».

Και τώρα ρωτιέμαι: Γίνουνται άραγε και σήμερα τέτοια δράματα σ' ελληνικά σπίτια, αθηναϊκά, πατρινά, ζακυνθινά; Μερικοί από τους κριτικούς, που ασχολήθηκαν με τη «Στέλλα Βιολάντη» αυτόν τον καιρό που την ξανάπαιξε με τόση επιτυχία η Μαρίκα Κοτοπούλη- η «πρώτη διδάξασα» το 1909- είπαν, όχι δεν γίνονται. Ούτε οι γονείς κάνουν τόση κατάχρηση πατρικής εξουσίας, ούτε τα σημερινά κορί¬τσια έχουν τη δειλία ή τη βλακεία να την υποφέρουν Όταν ο πατέρας, η μητέρα, ο αδερφός, δεν θέλουν να της δώσουν τον εκλεκτό της, η ερωτευμένη σηκώνει επανάσταση, κάνει του κεφαλιού της, τον παίρνει μοναχή της. Κι' έχουμε πλήθος παραδείγματα κοριτσιών που στην επίμονη άρνηση της οικογενείας τους αντέταξαν τη δική τους βία, και συνεννοήθηκαν με τον λεγόμενο και τόσκασαν από το πατρικό τους σπίτι για να τον στεφανωθούν. Κι' άλλων ο αυτόβουλος γάμος αναγνωρίσθηκε αργά ή γρήγορα και η περιπέτεια τελείωσε φαιδρά , άλλων όμως τον αγνόησε η πατρική εξουσία και η ζωή τους μ' ένα φτωχό νέο- γιατί οι γονείς αρνούνται συνήθως όταν ο λεγό¬μενος είναι φτωχός- γίνεται δράμα και μαρτύριο, ως να πεθάνει, μετά χρόνια, ο πλούσιος πατέρας και να πάρει η κακοπαντρεμμένη κόρη τουλάχιστον την «νόμιμον μοίραν». Κάποτε, πάλι, συμβαίνει να βαρεθεί τη φτώχεια, να μετανοιώσει, να εγκαταλείψει τον άντρα της-όταν, για τον ίδιο λόγο, δεν την έχει εγκαταλείψει πρώτος αυτός-και να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι, όπου πάντα σχεδόν την περι¬μένει η υποδοχή του Ασώτου.

Αλλά τί μαρτυρούν τα πολυάριθμα αυτά παραδείγματα; Η πατρική εξουσία κι αν δεν είναι τόσο σκληρή, τυρανική, καταχραστική, ώστε να φυλακίζει σε σοφίτες ή κατώγια, δεν υπάρχει, δεν εξασκείται, όπως και τον παλιό καλό καιρό; Και τα σημερινά κορίτσια, μ' όλες τους τις ελευθερίες, δεν είναι τόσες Στέλλες Βιολάντη, αφού αναγκάζονται, για να μη υποκύψουν στον τύραννο, που τους αρνείται τον αγαπημένο ή επιμένει να τους δώσει άλλον, να σηκώνουν επανάσταση; Γιατί και η μακρυνή Στέλλα Βιολάντη επανάσταση σήκωσε. Ούτε ν' ακούσει εκείνο που ήθελε ο πατέρας της, να πάρει τον «ασχημότερο» Μένουλα. Ή το Χρηστάκη ή κανένα . Κι αν στάθηκε να τη φυλακίσει- γιατί κι αυτό μπορούσε να το αποφύγει με μια προσποιητή μετάνοια- ήταν γιατί είχε γράψει του Χρηστάκη να πάει να τη σώσει έτοιμη κι αυτή να ξεπορτίσει μαζί του. Αλλο ζήτημα αν το δράμα της δεν είχε το ευτυχισμένο αυτό τέλος που έχουν τα περισσότερα σημερινά. Αιτία ο Χρηστάκης που δεν αγαπούσε παρά «τα τάλλαρα του πατέρα της», που τρομοκρατήθηκε απ' αυτόν, που απελπίσθηκε να πάρει τη Στέλλα με το καλό και μη τολμώντας να την πάρει με τη βία, επροτίμησε να κλέψει μια άλλη που τον αγαπούσε, την πλούσια κοντεσσίνα Μαρκότση.

Το συμπέρασμα είναι πως ο κόσμος, η Ελλάδα και η Ελληνική οικογένεια, κατά βάθος δεν άλλαξαν καθόλου από τότε . Απλούστατα γιατί δεν άλλαξαν ούτε οι οικονομικοί όροι της ζωής, ούτε οι ψυχές του ανθρώπου κι οι καρδιές των κοριτσιών. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν αισθηματικά κορίτσια που προτιμούν το φτωχό νέο που αγαπούν από οιονδήποτε πλούσιο. Όπως υπήρχαν, έτσι υπάρχουν γονείς, που εννοούν να εμποδίσουν με κάθε τρόπο τον ανάρμοστο ή τον ασύμφερτο γάμο. Κι όπως τα σημερινά κορίτσια σε τέτοια περίπτωση, σηκώνουν επανάσταση, κι επέρχεται σπίτι μια δραματική σύγκρουση, έτσι έκαναν και τα παλιά, από τον καιρό της Στέλλας Βιολάντη, με τη διαφορά πως η σύγκρουση τότε ήταν βιαιότερη και δεν τελείωνε πάντα με τη νίκη του αισθήματος. Αν θέλετε μάλιστα, η Στέλλα Βιόλαντη είναι μια πρόδρομος των σημερινών κοριτσιών με τη συναίσθηση, την επίγνωση που είχε της ελευθερίας της, των ανθρώπινων δικαιωμάτων της , τη δύναμη της , το πείσμα της• πράγματα που δεν τα είχαν συνήθως τα κορίτσια κι υπέκυπταν αγόγγυστα στην πατρική εξουσία. Η Στέλλα Βιολάντη «προτρέχει της εποχής της» κι είναι σαν ένα κορίτσι σημερινό. Γι' αυτό και το δράμα της συγκινεί ακόμα τον κόσμο. Ο θεατής βλέπει μια ιστορία, που, στη μεγάλη της γραμμή, γίνεται και σήμερα, αδιάφορο αν είναι διαφορετικές μερικές λεπτομέρειες.

(Περ. «Νεοελλ. Λογοτεχνία», τεύχος 1ον, (1937)

Και η κριτκή του Μάριου Πλωρίτη για τη  '' θεατρική''  Στέλλα Βιολάντη (1949) Πηγή: Εθνικό Θέατρο



Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ένα επίκαιρο, μεστό από σύμβολα ποίημα...

Περιμένοντας τους Βαρβάρους


-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.



-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;




-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.




-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη

στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;



-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί

τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε

για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί

τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.



-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·

γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,

και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·

γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;




Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.




-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;



Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.



-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ' η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).

Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,

κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;



Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.


Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.



Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


ΣΧΟΛΙΟ: Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας. Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο και το αίμα του μαγνητίζεται από τον άνθρωπο. Και κάνει ποίηση πολιτική.
Το Περιμένοντας τους Βαρβάρους υψώνει τον Καβάφη σε έναν από τους τρεις μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα σε παγκόσμια κλίμακα.
                                                                    Δημήτρης Λιαντίνης


Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Άγρας Tέλλος, ΚριτικάΑ΄· Καβάφης – Παλαμάς ·Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ. 31-115. Αθήνα, Ερμής, 1980.

• Αλιθέρσης Γλαύκος, Το πρόβλημα του Καβάφη. Αλεξάνδρεια, Σπ.Γρίβας, 1934.

• Βρισιμιτζάκης Γ., Το έργο του Κ.Π.Καβάφη· Από τα ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη. Αλεξάνδρεια, έκδοση περ. Γράμματα, 1917.

• Γιαλουράκης Μαν., Καβάφης· Από τον Πρίαπο στον Καρλ Μαρξ. Αθήνα, Ολκός, 1975.

• Γιουρσενάρ Μαργαρίτα, Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη· Μετάφραση Γ.Π.Σαββίδης. Αθήνα, Χατζηνικολή, 1983.

• Δάλλας Γιάννης, Καβάφης και Ιστορία· Αισθητικές λειτουργίες. Αθήνα, Ερμής, 1974.

• Δάλλας Γιάννης, Ο Ελληνισμός και η θεολογία στον Καβάφη. Αθήνα, Στιγμή, 1986.

• Δάλλας Γιάννης, Σπουδές στον Καβάφη. Αθήνα, Ερμής, 1987.

• Δάλλας Γιάννης, «Τα καβαφικά νομίσματα (Β΄) · Απόψεις μιας ‘ιστορικής’ ποιητικής», Πόρφυρας63 (Κέρκυρα), 10-12/1992, σ.27.

• Δασκαλόπουλος Δημήτρης, Κ.Π.Καβάφης· Σχέδια στο περιθώριο. Αθήνα, Διάττων, 1988.

• Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης» και «Οι Κύπριοι λογοτέχνες της Αιγύπτου και ο Κ.Π.Καβάφης», Συμπαθητική μελάνη• Θέματα, συγγραφείς, έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, σ.41-49 και 51-63. Αθήνα, Ερμής, 1999 (πρώτη δημοσίευση του δεύτερου άρθρου στο περιοδικό Ακτή8 (Λευκωσία), Φθινόπωρο 1991, σ.389-400).

• Δημαράς Κ.Θ., ΣύμμεικταΓ΄· Περί Καβάφη. Αθήνα, Γνώση, 1992.

• Θέμελης Γ., Η ποίηση του Καβάφη· Διαστάσεις και όρια· Δοκιμή για μια βαθύτερη ερμηνεία. Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδης, χ.χ.

• Θρύλος Άλκης, «Κ.Καβάφης», Κριτικές μελέτεςΙΙΙ, σ.155-197. Αθήνα, Σαριβαξεβάνης, 1925.

• Ιλίνσκαγια Σόνια, Κ.Π.Καβάφης· Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό και την ποίηση του 20ου αιώνα. Αθήνα, Κέδρος, 1988 (γ΄έκδοση ).

• Καλλέργης Ηρακλής Μ., «Η ποιητική συνείδηση του Καβάφη», Παλίμψηστον8 (Ηράκλειο), 6/1989, σ.175-199.

• Κάμπος Ροβέρτος [=Πέτρος Μάγνης], Το ποιητικό έργο του Κ.Π.Καβάφη. Κάιρο, 1912.

.................




Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες...

Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες, αυτό το ερωτικό ποίημα έγραψε η Μαρία Πολυδούρη, η ποιήτρια με το χαρακτηριστικά ερωτικό λόγο αλλά και το έντονο ανικανοποίητο συναίσθημα.
Ο έρωτας και ο θάνατος είναι βασικοί άξονες της γραφής της Πολυδούρη και η ρομαντική της φύση ευδιάκριτη σε κάθε στίχο. Το ποίημα «Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες» είναι μεστό από τον πηγαίο της λυρισμό αλλά και τις έντονες συναισθηματικές εξάρσεις της ποιήτριας, η οποία ήταν σαφώς επηρεασμένη από τον έρωτά της για τον Κώστα Καρυωτάκη, όσο και από την έντονα πεσιμιστική της διάθεση.
Ένα από τα πιο όμορφα και τρυφερά ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί, που αποτελεί κόσμημα της Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Πολυδούρη ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, που έζησε σε μια εποχή ανδροκρατούμενη, ούσα εξαιρετικά φιλελεύθερη, μια γυναίκα που έγραφε για να εκφραστεί αλλά και για να περιγράψει τις ομορφιές και τον έρωτα που βλέπει γύρω της, ενώ οι άλλοι τον αγνοούν.

Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες


Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.



Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο

κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.



Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν

με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο

της ύπαρξής μου στέμμα,

μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.



Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάη

είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο

να παίζει, να πονάη,

μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.



Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε

γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.



Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.



Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.



Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω

τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες

κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες




Το ποίημα «Δεν τραγουδώ παρά γιατί με αγάπησες» μελοποιήθηκε εξαιρετικά από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και τραγουδήθηκε με την ίδια ζεστασιά και τρυφερότητα από την Ελευθερία Αρβανιτάκη.


Η Μάγδα Πένσου αποδίδει κι αυτή με το δικό της τρόπο το μελοποιημένο ποίημα της Πολυδούρη
(από την τηλεοπτική σειρά 'Καρυωτάκης' του Τάσου Ψαρρά)