Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι




Άλις Μίλλερ: "Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας"

Μετάφραση: Ε. Αλεξοπούλου - Ν. Λαζαρίδης


Επιμέλεια: Ε. Παπαθανασοπούλου - Ν. Στασινόπουλος


Εκδόσεις ΡΟΕΣ Αθήνα, 2003

Το δράμα του προικισμένου παιδιού
M. Θεοδοσοπούλου

Ως φαίνεται, οι μεγάλες ζημιές γίνονται μέσα μας κατά την παιδική ηλικία. Οι παιδικές εμπειρίες δεν ξεχνιούνται εύκολα αλλά μένουν κρυμμένες στο υποσυνείδητο και με την πρώτη ευκαιρία εκφράζονται με ποικίλους και δολίους τρόπους. Οι περισσότεροι ενήλικες ζουν με την πεποίθηση πως στην παιδική τους ηλικία ήταν ευτυχισμένοι και προστατευμένοι. Ωστόσο, όταν παρουσιάζονται αναποδιές, κάποιοι από αυτούς αναστατώνονται υπέρ το δέον. Παραδόξως, αυτό συμβαίνει κυρίως στους ικανότερους και πιο προικισμένους. Αν αποτολμήσουν να δώσουν τη λύση της ψυχοθεραπείας, τους περιμένουν οδυνηρές αποκαλύψεις. Το παιδί που ήταν κάποτε -εκείνο το παιδί που έκανε τους γονείς του υπερήφανους- φανερώνεται, τελικά, πως ήταν ένα πολύ δυστυχισμένο παιδί.

Μια συνηθισμένη ιστορία παιδικής ηλικίας, που καταλήγει να διαμορφώσει έναν ενήλικα γεμάτο άγχος, με βαθιά αισθήματα ενοχής και ντροπής, σκιαγραφείται κάπως έτσι: Αρχικά, υπάρχει μια μητέρα συναισθηματικά ανασφαλής που κρύβει την έλλειψη αυτοπεποίθησης πίσω από ένα αυταρχικό, κάποτε και δεσποτικό, προσωπείο. Αυτού του τύπου η μητέρα στηρίζεται στο παιδί, αναζητώντας στη συμπεριφορά του την ισορροπία της. Διαισθητικά το παιδί αντιλαμβάνεται αυτήν την ανάγκη και προσαρμόζεται, εξασφαλίζοντας την αγάπη της. Παρόμοια παιδιά, μεγαλώνοντας, αναπτύσσουν μια ιδιότυπη ευαισθησία στα ασυνείδητα σήματα, με τα οποία εκδηλώνονται οι ανάγκες των γύρω τους. Κατά κανόνα, χάρη σε αυτήν την σχεδόν μητρική τους συμπεριφορά, γίνονται έμπιστοι φίλοι, παρηγορητές και υποστηρικτές αδυνάτων. Κάποτε και ψυχοθεραπευτές.

Ένα παιδί έχει ανάγκη να το σέβονται και να το συμπαθούν. Αν αυτή η ανάγκη δεν μπορέσει να καλυφθεί, τότε προκύπτει ένα άτομο ανίκανο να βιώσει συνειδητά ορισμένα συναισθήματα, όπως η ζήλια, ο φθόνος, ο θυμός ή και η μοναξιά. Πρόκειται, κατά κανόνα, για ζωντανά και ευαίσθητα παιδιά, που αναπτύσσουν την τέχνη, να μη βιώνουν όσα τους συνταράσσουν. Για να μη χάσουν την προσοχή και την αγάπη της μητέρας τους, τα απωθούν και αυτά μένουν στα κύτταρά τους, τρόπον τινά, αποθηκεύονται σαν πληροφορίες, έτοιμες, με αφορμή ένα απρόσμενο γεγονός, να ενεργοποιηθούν.

Οδυνηρό είναι το αίσθημα εγκατάλειψης του νηπίου, που αναπτύσσεται, όταν αδυνατεί να επικοινωνήσει με τη μητέρα του, όχι γιατί είναι απούσα, αλλά γιατί η ίδια δεν είναι σε θέση να συλλάβει τα μηνύματά του. Κι αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το μορφωτικό της επίπεδο, αλλά μόνο με την ψυχική της ωριμότητα.

Ως ενήλικας, το παιδί προσπαθεί να ικανοποιήσει τα παλαιά και απωθημένα αισθήματα εγκατάλειψης, εκδηλώνοντάς τα ως διαστρεβλωμένες πλέον ανάγκες, που τον σπρώχνουν στην τοξικομανία ή και τις σεξουαλικές διαστροφές. Όλοι, πάντως, οι αμυντικοί μηχανισμοί συνοδεύονται από την απώθηση της αρχικής κατάστασης. Κατά κανόνα, παρόμοια άτομα κρύβονται πίσω από μια επίπλαστη προσωπικότητα, γι' αυτό και παραπονιούνται συχνά για αισθήματα κενού και ματαιότητας. Προπαντός, αυτοί οι ενήλικες δημιουργούν εύκολα αισθήματα εξάρτησης, ανίκανοι να ζήσουν μια ισορροπημένη ερωτική ζωή. Μια ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να τους ξαναδώσει τη χαμένη παιδική ηλικία ούτε, συνακόλουθα, μια ακέραια ενήλικη προσωπικότητα. Μόνο την ικανότητα να πενθήσουν. Κι αυτό το πένθος, λέγεται πως οδηγεί σε μια νέα συναισθηματική κατανόηση της ζωής.

Συχνά οι μητέρες αγαπούν τα παιδιά τους παθιασμένα, όχι όμως με τον τρόπο που αυτά έχουν ανάγκη. Κατά κάποιο τρόπο, η γονική σχέση καταλήγει χρησιμοθηρική. Το παιδί, σαν κτήμα στη διάθεση των γονιών, αντανακλά τις δικές τους προσδοκίες και ανάγκες. Σε έναν ασθενή, που πάσχει από κατάθλιψη, οι ψυχοθεραπευτές διαγιγνώσκουν τον άνθρωπο, που έχασε τον εαυτό του στην παιδική ηλικία.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθεις είναι οι ναρκισσιστικές διαταραχές, όπως οι ιδέες μεγαλείου ως μια μορφή εξαπάτησης εαυτού. Η αδυναμία, που φέρνει μια σοβαρή ασθένεια ή και τα γηρατειά μπορούν να διαλύσουν αυτές τις ιδέες μεγαλείου, που τρέφονται από τον κοινωνικό ρόλο του ατόμου και τον θαυμασμό που αποσπά από το περιβάλλον του. Οπότε και εμφανίζεται η άλλη πλευρά του νομίσματος, που είναι η πάντοτε ελλοχεύουσα κατάθλιψη.

Πολλοί άνθρωποι κατορθώνουν να κρατούν σε απόσταση την απειλή της κατάθλιψης, με ολοένα και μεγαλύτερη επίδειξη ευφυΐας ή και γενικότερα ικανότητας σε κάποιον επαγγελματικό τομέα. Ποτέ ένας άνθρωπος με ιδέες μεγαλείου δεν προστρέχει στον ψυχοθεραπευτή, εκτός κι αν κάποιο μέλος της οικογενείας του, αδυνατώντας να υποφέρει τη συμβίωση, αναζητήσει βοήθεια. Συνήθως, μόνο στις καταθλιπτικές φάσεις, το άτομο ζητά χείρα βοηθείας, ιδίως όταν εμφανίζονται ψυχοσωματικά φαινόμενα.

Υποθέτουμε, πως αρκετοί γνωρίζουν από προσωπική εμπειρία εκείνο το χαρακτηριστικό αίσθημα της εσωτερικής φυλάκισης. Η πρόσβαση στον αληθινό εαυτό μας καθίσταται δυνατή, μόνο όταν πλέον δεν φοβόμαστε τον γεμάτο έντονες συγκινήσεις κόσμο της παιδικής ηλικίας. Συνήθως, οι εξαρτημένοι άνθρωποι δεν αντιδρούν, αλλά παγιδεύονται σε ιδεολογίες ή και ομάδες ποικίλων συμφερόντων. Κι αυτό, γιατί μια ομάδα παρέχει την ψευδαίσθηση κάποιας ικανοποίησης. Από μια άποψη, αυτοί οι άνθρωποι παραπέμπουν στον μύθο του Νάρκισσου, που ήταν ερωτευμένος με την εξιδανικευμένη εικόνα του και παντελώς ανίκανος να αγαπήσει τον πραγματικό εαυτό του. Μια ζωή αναζητούν υποκατάστατα των γονικών ειδώλων, υποκύπτοντας σε ψυχαναγκαστικές νευρώσεις και ποικίλες διαστροφές. Αυτές οι καταστάσεις επιτρέπουν, σε ένα κομμάτι του πραγματικού εαυτού τους, να συνεχίζει να υπάρχει υπόγεια, όπως το παιδί που κάποτε υπήρξαν. Συνιστούν το σκηνικό σε ένα επαναλαμβανόμενο δράμα, όπου η κορύφωση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα σε κλίμα αυτοπεριφρόνησης. Πιστεύεται πως η ταπείνωση και η αποξένωση από τον εαυτό τους πυροδοτούν παρελθούσες καταστάσεις και, μέσω του καταναγκασμού της επανάληψης, οδηγούν στην ευχαρίστηση.

Εκλαϊκευμένος και ταυτόχρονα επιστημονικός ο λόγος της Πολωνίδας ψυχαναλύτριας Άλις Μίλερ, εξετάζει τις συνέπειες των ψυχικών τραυμάτων κατά την παιδική ηλικία. Οι θεωρητικές αποφάνσεις της στηρίζονται στο ιστορικό των ασθενών της, καθώς το ενδιαφέρον της εστιάζεται στα παιδιά της δυτικής κοινωνίας, που δεν μεγάλωσαν σε συνθήκες βίας, αλλά, στις αποκαλούμενες συνθήκες "ήπιας ενδοοικογενειακής βίας".

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1979 και δεκαπέντε χρόνια αργότερα, επανεκδόθηκε, σε πληρέστερη και αναθεωρημένη μορφή, με τον τίτλο, "Το δράμα του προικισμένου παιδιού". Όπου, προικισμένο, δεν είναι το ταλαντούχο παιδί ή ο καλός μαθητής, αλλά το ευαίσθητο παιδί, που έχει το χάρισμα να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των γονιών του. Η Μίλερ ξεκινά από το φροϋδικό ασυνείδητο, για να καταλήξει σε μια θεωρία, που αποκαλεί "φαύλο κύκλο της περιφρόνησης", όταν τα παιδιά, που τους αρνούνται τις επιθυμίες τους, με τη σειρά τους, μεγαλώνουν και κάνουν δικά τους παιδιά, οπότε και απαλλάσσονται από τον καταχωνιασμένο πόνο προκαλώντας αντίστοιχες καταστάσεις χειραγώγησης στα παιδιά τους. Προφανώς, όλο αυτό το παιχνίδι ρόλων και αποκρύψεων ξετυλίγεται ασύνειδα, στα εσώτερα της ψυχής.

Όπως κι αν έχει, ακόμη κι αν ανήκετε στους λίγους ευτυχείς, που έζησαν ελεύθεροι την παιδική τους ηλικία, ένα βλέμμα στις "φυλακές" των άλλων, μάλλον εποικοδομητικό θα αποβεί, ώστε στο μέλλον να δείχνετε μεγαλύτερη κατανόηση στους τυχόν φίλους σας, που ζουν το δράμα του προικισμένου παιδιού.

Δημοσίευση σχολίου