Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ του Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ: άσεμνο ανάγνωσμα ενός ωμού σεξουαλισμού;

Η Μεγάλη Χίμαιρα, ένα μυθιστόρημα που με γοήτευσε όταν το διάβασα και με προβλημάτισε όταν μετά από χρόνια προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω το βαθύτερο ψυχολογικό υπόβαθρο της Μαρίνας, της κεντρικής ηρωίδας. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα, ακόμη και να το ξαναδιαβάσετε, όπως έκανα και η ίδια είκοσι χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση. Βλέπετε το πέρασμα των χρόνων εκτός από το γεγονός ότι μας κάνει πιο συνειδητούς αναγνώστες, μάς δίνει άπειρες δυνατότητες πρόσληψης ως συνάρτηση των βιωμάτων και των εμπειριών που έχουμε αποθησαυρίσει.


Στη «Μεγάλη Χίμαιρα» (εκδόσεις «Εστία»), έργο του 1953, ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) καταπιάνεται με τη Μαρίνα, μια νεαρή Γαλλίδα, που ερωτεύεται, παντρεύεται και ακολουθεί τον άντρα της στη Σύρα, στο πατρικό του σπίτι της Επισκοπής. Εκεί ζει κάτω από τον βαρύ, αποδοκιμαστικό ίσκιο της πεθεράς της. Καθώς η Μαρίνα συνδέει την τύχη της με τα βαπόρια του άντρα της, κάθε ψυχική αναταραχή της έχει περίεργες συνέπειες πάνω στη ζωή τους. Οταν έρχεται η οικονομική καταστροφή, που είναι συνδεδεμένη με την ψυχική φθορά της ηρωίδας, τότε όλα μπαίνουν στον φαύλο κύκλο του έρωτα και του θανάτου.

Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση, που διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Σύρο, είχε χαρακτηριστεί στο παρελθόν ως άσεμνη και ο δημιουργός του ως εισηγητής του ωμού σεξουαλισμού στην ελληνική λογοτεχνία.


Ολα τα στοιχεία που παραθέτει ο Καραγάτσης στη «Μεγάλη Χίμαιρα» για τη μεταπολεμική Σύρο είναι σύμφωνα με τις πηγές της εποχής Η άποψη αυτή έχει αρχίσει να εγκαταλείπεται τα τελευταία χρόνια. Γιατί, κι αν ακόμα ο συγγραφέας θεωρηθεί σεξουαλικά ελευθέριος, ποιος είναι εκείνος που θέτει όρια στη λογοτεχνία; Εξάλλου πόσο σεξουαλικά ελευθέριος ήταν ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής στον «Οιδίποδα Τύραννο». Πόσο θα σόκαρε το κοινό του 5ου π.Χ. αιώνα η έστω εν αγνοία του σχέση του Οιδίποδα με τη μητέρα του, την Ιοκάστη;

Ολα τα στοιχεία που παραθέτει τόσο απλόχερα ο Καραγάτσης για τη μεταπολεμική Σύρο είναι ταυτισμένα με τις πηγές της εποχής. Το γεγονός αυτό θέτει σε νέα τροχιά την έρευνα γύρω από τις συνθήκες συγγραφής του έργου. Θέτει, δηλαδή, το ζήτημα της επίσκεψης ή της διαμονής του Καραγάτση στη Σύρο.

Πώς αλλιώς, όμως, εξηγείται η αναφορά στη «Λέσχη Ελλάς», στη μικρότερη λέσχη που λειτουργούσε τότε στο Επισκοπείο, στον εξέχοντα ρόλο των προσφύγων, στο εμπόριο που αποτελούσε πραγματική ανάσα ζωής για τον τόπο, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό;

Πώς αλλιώς εξηγείται η «ηρεμία» με την οποία σκιαγραφεί το νησί; Και προφανώς είναι σε θέση να διαχωρίσει τον Αγιο Νικόλαο τον «Πλούσιο» στην Ερμούπολη από τον Αγιο Νικόλαο τον «Φτωχό» στην Ανω Σύρο.

Ομοίως πώς αλλιώς εξηγείται η ακρίβεια γύρω από την «ιδιαιτερότητα» του Επισκοπείου; Μας πληροφορεί ότι παρέχει διπλή θέα στους κατοίκους του, οι οποίοι μπορούν να θαυμάσουν από τη μία τη θάλασσα και από την άλλη το βουνό.

Μύθοι και παραδόσεις του νησιού

Το σπίτι των Ρεΐζηδων στο Επισκοπείο, στο συριανό «Κολωνάκι», προκύπτει από την περιγραφή ότι ήταν ένα διώροφο αρχοντικό, που προέδιδε την οικονομική επιφάνεια της εφοπλιστικής οικογένειας (βλ. Μεγάλη Χίμαιρα, σ. 61,62). Το απόσπασμα αυτό ενέπνευσε τον Μάνο Ελευθερίου, ο οποίος συμπεριέλαβε στην πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός» (1962) ένα σχετικό ποίημα.

Το κόκκινο σπίτι, το στοιχειωμένο, καταραμένο, αιματοβαμμένο και αμαρτωλό σπίτι της διήγησης σώζεται ώς τις μέρες μας, ερειπωμένο μεν, διατηρώντας όλο του το μεγαλείο δε.

Επειδή η ονομασία «κοκκινόσπιτο» δεν υπάρχει πουθενά στο μυθιστόρημα, λέγεται ότι δόθηκε από τους Συριανούς για να δηλώσουν το γεγονός ότι βάφτηκε κόκκινο από το αίμα των Ρεΐζηδων. Ζωσμένο με θρύλους, μύθους και παραδόσεις, το αντιμετωπίζουμε ως άντρο δαιμόνιων πνευμάτων. Παλιότερα υπήρχε η εντύπωση ότι ακούγονταν τα βράδια οι λυγμοί της Ρεΐζη, οι φωνές της Μαρίνας, τα γέλια του μικρού κοριτσιού. Οι πιο προληπτικοί πιστεύουν ότι το σπίτι εξακολουθεί να έχει κακή ενέργεια, υποστηρίζοντας ότι όποιος τάραξε την ησυχία του ή τόλμησε να μετακινήσει έπιπλα και μικρότερα αντικείμενά του, βρήκε τραγικό θάνατο ή θάνατο κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες. Οι πιο ρεαλιστές υποστηρίζουν ότι όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας και εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Κάτοικος του Επισκοπείου θυμάται ότι ο χώρος ήταν τόπος συνάντησης χαρτοπαιχτών και παράνομων ζευγαριών και ότι ένας κύριος με ελαφρά νοητική στέρηση -πρέπει όμως να είχε πολύ χιούμορ- διασκεδάζοντας με τον φόβο των κατοίκων, τοποθετούσε στο κεφάλι του τα βράδια μια μεγάλη κολοκύθα και παίζοντας με το φως από τα κεριά, που κρατούσε και τη σκιά, τρομοκρατούσε τους περαστικούς.

Τα δε σενάρια περί ανυπαρξίας νομίμων κληρονόμων ή περί κωλύματος πωλήσεως του σπιτιού, διατηρούν αναλλοίωτο τον θρύλο. Κατά τη γνώμη μου το σπίτι δεν είναι -προς Θεού- στοιχειωμένο, εξάλλου η περιοχή έχει πυκνοκατοικηθεί τα τελευταία χρόνια ενώ οι ίδιες υπερφυσικές κι έως ενός σημείου μακάβριες ιδιότητες απεδίδοντο και στο χείμαρρο της Λαλακιάς πριν από τη διάνοιξη του δρόμου. Την πληροφορία την οφείλω στον κύριο Μάνο Ελευθερίου, τον οποίο θερμά ευχαριστώ.

Αλλά από την άλλη πλευρά γιατί θα πρέπει να καταρρίπτουμε τους θρύλους, τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις; Δεν αποτελούν και αυτοί μέρος της ιστορίας του τόπου μας ή έως ενός σημείου δεν αντανακλούν τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία της εποχής που τους γέννησε;

Μια αμαρτωλή οικογένεια

Δεδομένης της υπάρξεως του σπιτιού, όμως, τίθεται το ερώτημα, μήπως η ιστορία που πραγματεύεται ο Καραγάτσης είναι πραγματική; Η θεωρία αυτή φαίνεται να ευσταθεί. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή ότι οι Συριανοί μετά την έκδοση του μυθιστορήματος «εφηύραν» το «κοκκινόσπιτο», ότι υπέδειξαν ένα οποιοδήποτε σπίτι στο Επισκοπείο ως τόπο κατοικίας των Ρεΐζηδων. Πιο πιθανό είναι να στήριξε ο Καραγάτσης το μυθιστόρημά του σε μια διαδεδομένη συριανή προφορική παράδοση, που σίγουρα εντυπώνεται στον ακροατή.

Οπως πληροφορήθηκα, είναι «κοινό μυστικό» στο Επισκοπείο ότι η ιστορία της «Χίμαιρας» είναι αληθινή και ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα στο νησί οι απόγονοι της «αμαρτωλής» αυτής οικογένειας, απόγονοι που προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από δεύτερο γάμο του Γιάννη, του μοναδικού που επέζησε της καταστροφής. Οταν η οικογένεια βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, κατέφυγε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε ύστερα από αρκετά χρόνια ξανά στο νησί, με άλλο όνομα προκειμένου να αποτάξει από πάνω της τη «ρετσινιά». Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι ουδέποτε διεκδικήθηκε η τεράστια ακίνητη περιουσία.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΜΙΤΙΑ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ)

Δημοσίευση σχολίου