Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Οι φωνές της παραλίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

 Με την καλοκαιρινή και χιουμοριστική διάθεση της Χαρούλας Αποστολίδου...


Οι φωνές της παραλίας


Αγαπητό μου  Ημερολόγιο,

Σήμερα είναι Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019 και η διάθεση είναι καλοκαιρινή.

Μπάνιο στη θάλασσα δεν έχω κάνει ακόμη, αλλά δεν το φέρω βαρέως έχω να σου αναφέρω. Δε μου έλειψε η αλμύρα της θάλασσας. Ούτε το ιώδιο, ούτε η μυρωδιά του αντηλιακού.

Όχι, δεν είμαι άνθρωπος του Σαββατοκύριακου στη Χαλκιδική.

Τώρα δεν είμαι.

Διότι, μην πας μακριά, ένα, δυο χρόνια πριν, για χάρη των παιδιών, πιάναμε τις κοντινές και τις πιο μακρινές παραλίες της Θεσσαλονίκης.

Ακόμη ακούω τις φωνές. Πολλές φωνές. Διαφορετικές φωνές. Και σε διαβεβαιώνω πως, όχι, δεν είμαι η Ζαν Νταρκ.

Έχεις βρεθεί, δεν μπορεί, κάποια στιγμή στη ζωή σου, σε παραλία, όπως π.χ. στα Φλογητά ας πούμε. Όπου παραλία λέμε ένα χώρο ίσαμε πέντε χιλιόμετρα, τίγκα στην ξαπλώστρα και την ομπρέλα. Όταν, όμως, σου λέω τίγκα, εσύ φαντάσου πιο τίγκα από τίγκα. Δισεκατομμύρια λέμε: από τον δρόμο μέχρι το κύμα, και από Ανατολή σε Δύση. Ανάμεσα, μπιτσόμπαρα. Όχι για όλα τα γούστα: μόνο για ένα γούστο. Ξέρεις, νομίζω, τι εννοώ.

Έχεις την εικόνα; Ωραία!

Τώρα στήσε αυτί: στις φωνές που σου έλεγα.

1. Φωνές-Τσιρίδες: όπου τσιρίδα άκου… παιδικές φωνούλες. Τσιροκόπημα παιδικό, παιδάκια που πλατσουρίζουν στο κύμα, που τρέχουν να βουτήξουν, που φτιάχνουν πύργους με κουβαδάκια και τσιρίζουν , όταν η μητέρα ανανεώνει το αντηλιακό πάνω τους και τα αφήνει με ένα παχύ άσπρο στρώμα στο δερματάκι τους και αυτά μπαίνουν στο νερό και ξεπλένονται, πιτσιλίζονται και παίζουν μπαλίτσα που σε βρίσκει κατακούτελα. Που με τσιρίδες κάνουν γνωστό τοις πάσι ότι πείνασαν, που με τσιρίδες κάνουν γνωστό ότι δίψασαν, που με τσιρίδες ανακοινώνουν ότι μόλις κατούρησαν μέσα στη θάλασσα.

2. Φωνές- Καραμούζες: όπου καραμούζα άκου τη…μανούλα. Που δικαίως ανησυχεί για τα πάντα: με ήχο καραμούζας ακούς ‘’ βρε, το παιδί ξανοίχτηκε κι εσύ κάθεσαι με τη φραπεδούρα και το τάβλι…’’ με ήχο καραμούζας ακούς ‘’ αν σε πιάσω, θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα’’, η καραμούζα επιμένει ‘’ το παιδί θα το κάψει ο ήλιος’’ και μόνο αυτή ενδιαφέρεται, ‘’άι, στον αγύριστο, έσπασε και το νύχι και πού να βρεις κατακαλόκαιρο μανικιουρίστ εδώ που μ’ έφερες… καλέ, χτυπάει το κινητό σου, δεν το ακούς, έλα, καλή μου, ναι, στην παραλία είμαστε- επιμένει ο ήχος καραμούζας- περνάμε υπέροχα, σε λίγο θα ανεβάσω φωτό στο ίνστα…’’

3. Φωνές- Αγρίων, Αγριοφωνάρες: όπου αγριοφωνάρα άκου τον πατέρα. Που δικαίως αδιαφορεί για τα πάντα, διότι μια βδομάδα άδεια έχει, θέλει να ξεκουραστεί. Να ξαπλώσει το τριχωτό κορμί του στην ξαπλώστρα, με την καφεδούμπα, το τάβλι. Μήπως τι θέλει ο άνθρωπος; Λίγη ησυχία και μπόλικα παγάκια στον καφέ. Παίζει τάβλι με φίλο, αφού έχει τακτοποιήσει την κοιλιά του προς τα δεξιά. Χτυπά τα πούλια δυνατά, ανακοινώνει με αγριοφωνάρα σε όλη την παραλία για τις εξάρες και με αγριοφωνάρα βρίζει τη γαμημένη τύχη του για τα αλλεπάλληλα ασσόδυα. Με αγριοφωνάρα απαντά στο κινητό του, που έχει ήχο κλήσης το ‘’ απορώ με την καρδιά μου ’’ του Μάκη Χριστοδουλόπουλου και δίνει οδηγίες για τις σφραγισμένες επιταγές, θαρρείς κι από την ένταση της φωνής εξαρτάται η τακτοποίησή τους.

Δεν ακούει ούτε τις φωνές-τσιρίδες, ούτε τη φωνή-καραμούζα. Και όσο αυτές δυναμώνουν, τόσο κι αυτός ανεβάζει τα ντεσιμπέλ. Δόξα τω θεώ, έχει …φωνάρα. Αγριοφωνάρα. Να μη σου πω γαϊδουροφωνάρα!

Αγαπητό μου Ημερολόγιο, ακούς;

Έλα να σου πω ότι δεν τελείωσα.

Έχω κι άλλο:

4. Φωνές- σκούξιμο: όπου σκούξιμο άκου παιδιά στην εφηβεία. Που δικαίως σκούζουν ουάου, ουάου, όdως ρε μαλάκα; Όχι όντως, όdως

( αν καταλαβαίνεις τη διαφορά ). Σκούξιμο όταν ακούγονται τα λάικ στα φέις μπουκ και τα ίνστα, σκούξιμο για τα καινούρια τατού της Κατερίνας, εκεί, λίγο πάνω από το βυζί και της Βικούλας, εκεί, λίγο πάνω από το πιπί. Σκούζουν και κραυγάζουν με το ντούπου ντούπου των ηχείων, καθώς σείεται ο τόπος, από τα δεξιά σου, όπως κάθεσαι, διότι από τα αριστερά σου, όπως κάθεσαι πάντα, ακούς άλλο ντάπα ντούπα, από το αριστερό μπιτσόμπαρο. Όχι, καλό μου, μην πάει ο νους σου στο κακό…Γεωγραφικός είναι ο προσδιορισμός.

5. Φωνές- ποικίλες: υπάρχουν κι άλλες φωνές στην παραλία, Αγαπητό μου Ημερολόγιο: ας πούμε , να μην ξεχάσω να σου πω, τα γαβγίσματα. Καλέ, έλα. Μην… όχι, όχι, μην πάει, πάλι, ο νους σου στο κακό: για τα κανονικά γαβγίσματα λέω, από τα χαριτωμένα σκυλάκια των λουόμενων. Ναι, βρε, αυτά που τρέχουν ανάμεσα στις ξαπλώστρες και σου πετάνε άμμο στα μούτρα και αυτή έρχεται και εισχωρεί μέχρι τις ρίζες των μαλλιών σου, αυτά τα γαβ γουβ, ‘’πού είσαι Λούση, έλα στη μανούλα, όχι, Λούση, κακό κορίτσι’’, διότι η Λούση άρπαξε τον λουκουμά από ένα κοριτσάκι δίπλα, που τσιροκοπά για την απώλεια, ενώ ο ήχος της καραμούζας- μανούλας ανακατεύεται με την αγριοφωνάρα του πατέρα, που κράζει τη μανούλα της Λούση, ‘’που εδώ τα παιδιά στην Αφρική πεινάνε κι εσείς ταϊζετε τα βρωμόσκυλα..’’

Κάνε, τώρα, Αγαπητό μου, την κομποζισιόν: τσιροκόπημα, καραμούζα, αγριοφωνάρα, γάβγισμα. ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΣΕ: τον λουκουματζή που τον έχει ζεστό και μυρωδάτο, τους Πακιστανούς

( έτσι τους ονομάζουμε όλους, χάριν συντομίας) που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: βραχιόλια για τα χέρια και τα πόδια, γυαλιά για τον ήλιο, φουστανάκια, φακοί και παιχνιδάκια, που άμα τα κουρντίσεις, ακούγονται χάχανα…

Θέλεις κι άλλα;

Έχω.

Στο τσιροκόπημα, την καραμούζα, την αγριοφωνάρα, το γάβγισμα, τον λουκουματζή, τη μαμά της Λούση και τα σπαστά αγγλικά του Πακιστανού πρόσθεσε και τούτο: μέσα στη θάλασσα, όπου δισεκατομμύρια λουόμενοι προσπαθούν -με κοφτές κινήσεις -τάχα να κολυμπήσουν( άμεσος ο κίνδυνος στην επόμενη απλωτή να πιάσεις κάποιο μέλος του ανθρώπινου σώματος που έχεις στα πέντε εκατοστά, τόσος ο χώρος σου) μια γυμνάστρια κάνει aqua pilates!!!!!!!!! Ένα ηχείο, δίπλα στο κύμα, πάνω σε μια άσπρη πλαστική καρέκλα, απελπισμένα προσπαθεί να στείλει τον ήχο του στα κάθε ηλικίας λουόμενα fitness κορίτσια, που προσπαθούν να τρέξουν μέσα στο τσιρλί νερό.

Αλλά σταματώ. Δε θα πω για το ανοιχτό τουριστικό λεωφορείο, σαν εκείνο που ξεναγεί στη Θεσσαλονίκη τους τουρίστες, που στάθμευσε στο δρόμο, διαφημίζοντας γνωστά πατατάκια, με τεράστια ηχεία στην ταράτσα του. Δε θα σου πω για την κινεζούλα που με χαμηλή, είναι αλήθεια φωνή, ζητά να σου κάνει σιάτσου ή τατουάζ. Δε θα σου πω για τα παιδάκια που μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια εστιατορίων, ούτε θα σου πω για τις γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος , που τάχα μακριά, τροφοδοτούν με ρεύμα τους πωλητές των καλαμποκιών.

Θα τελειώσω με το εξής:

σταματά λεωφορείο με εκδρομείς από τα Γιαννιτσά. Ξέρεις, αυτά τα δρομολόγια, που σε φέρνουν στη θάλασσα το πρωί και σε μαζεύουν το βραδάκι, να σε πάνε σπίτι σου. Ξεχύνονται οι γριές, μπαϊλντισμένες από τη ζέστη και το σκόρδο- που ρίχνει την πίεση- και μπαίνουν στη θάλασσα, μερικές μαζί με τις ρόμπες. Και θυμάμαι αυτό που έζησα στη Σύρο, χρόνια πριν: ενώ κολυμπούσαμε στην παραλία του Κινίου, ξαφνικά άκουσα την αδερφή μου, έντρομη, να μου φωνάζει να βγούμε από το νερό. Καρχαρίας; Τσουνάμι; Ανεμοστρόβιλος;

Όχι, με διαβεβαίωσε. Ήρθε τουριστικό.Ομαδικό κατούρημα!!!!!!!


ΧΑΡΟΥΛΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ  

Η Χαρούλα Αποστολίδου είνα φιλόλογος και θεατρική συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Μελίτη της Φλώρινας και ζει στο Φίλυρο Θεσσαλονίκης. Είναι απόφοιτη του Τµήµατος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων, του Θεατρικού Εργαστηρίου "Θέσπις" και του σεµιναρίου Θεατρικής Γραφής του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας. Με τη θεατρική γραφή άρχισε να ασχολείται το 2006. Το πρώτο της θεατρικό έργο, "Πού είναι ο Τάσος που ερωτεύτηκα;", απέσπασε το 2ο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισµό - στην κατηγορία των νέων θεατρικών συγγραφέων - του Υπουργείου Πολιτισµού, το 2008. Το έργο παρουσιάστηκε στο Κ.Θ.Β.Ε., σε σκηνοθεσία Γ. Κιουρτσίδη και σκηνογραφία Γ. Πάτσα, το 2008. Για το ίδιο έργο τής απονεµήθηκε Έπαινος από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή της UNESCO και το Athens University of Indianapolis.


Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Η σχολική ποδιά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

  

Ο συνάδελφος, Αθανάσιος Πάσχος, μάς συντροφεύει στο ταξίδι της γραφής και της ανάγνωσης μ' ένα νοσταλγικό διήγημά του από τη συλλογή διηγημάτων του, Θεριστές της νύχτας, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. 


Η σχολική ποδιά (προδημοσίευση)


      Έχουν περάσει περίπου τέσσερις δεκαετίες από τότε που η μυρωδιά της νέας σχολικής ποδιάς έβαζε τέλος στις καλοκαιρινές διακοπές μου και σημείωνε την αρχή του φθινοπώρου. Ο πατέρας έφερνε  από το μαγαζί, που εργαζόταν,  την μπλε ποδιά την οποία με λαχτάρα φορούσα σαν το πιο πολύτιμο ένδυμα. Το συγκεκριμένο  χρώμα της έγινε σημείο αναφοράς στη ζωή μου. Το  μπλε του ουρανού. Το μπλε της δυσκολίας της ζωής. Το μπλε χρώμα του σχολείου.

      Το σχολείο σε οδηγεί με τον σκληρό αγώνα και τον μόχθο της καλλιέργειας να ανέβεις στην κλίμακα των ανθρωπίνων αξιών. Εποχή με δασείες και περισπωμένες. Βραχέα και μακρά φωνήεντα. Μακρύς και ο χάρακας του δάσκαλου που στιγμάτιζε τις ανοιχτές παιδικές παλάμες σε κάποια αταξία ή στην αμέλεια των μαθητικών υποχρεώσεων. Σε προετοιμάζει  για το δύσκολο ταξίδι. Τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων. Πόνος και ματαιώσεις.

     Μόλις είχε κτυπήσει ο επιστάτης την κουδούνα για διάλειμμα τραντάζοντας την δυνατά στον αέρα. Πήγαινα Τετάρτη Δημοτικού. Ορμήσαμε στο προαύλιο να χαρούμε την ολιγόλεπτη ελευθερία γύρω από το τεράστιο πεύκο που υπήρχε στο κέντρο του προαύλιου. Μικροσκοπικός έτρεξα προς την Ουρανία που μου άρεσε, κόρη της δασκάλας μου,  με σκοπό να την τρομάξω.  Λίγο πριν την ακουμπήσω, ένα μεγαλύτερο παιδί έπεσε πάνω μου και βρέθηκα χωρίς ισορροπία να πέφτω πάνω στον πλησιέστερο τοίχο. Η μπλε ποδιά γέμισε αίματα. Με πήγαν στον διευθυντή και από κει σε γιατρό για ράμματα στο κεφάλι. Ένιωσα ήρωας, μα δεν κέρδισα την συμπάθεια της Ουρανίας. 

      Ακόμη θυμάμαι τους περιπάτους που πιασμένοι χέρι χέρι με τον διπλανό μας σε δυάδες τραγουδούσαμε σε έναν άτυπο διαγωνισμό με τα κορίτσια "το μικρό καράβι". Εμείς θέλαμε να ρίξουμε στη θάλασσα τα κορίτσια  και αυτά να ρίξουν εμάς. Η αέναη κόντρα αγοριών και κοριτσιών που τρέφεται από την μύχια ανάγκη του ενός για τον άλλο, αλλά και την επιθυμία της επιβολής  στο άλλο φύλο.  Οι μικροί χωματόδρομοι αποκτούσαν χρώμα. Οι μπλε ποδιές έδιναν την εντύπωση μικρής ανθρώπινης  θάλασσας. Όπως χοροπηδούσαμε με τις μπλε ποδιές και τους λευκούς γιακάδες, μοιάζαμε με κύματα ζωής.  Όνειρο ευοίωνο και ελπίδα για την φτωχή συνοικία.  

      Βέβαια το μπλε χρώμα της ποδιάς μέχρι το μεσημέρι ήταν συννεφιασμένο από το χώμα και την σκόνη που σηκώναμε με το τρέξιμο και τα άλλα παιχνίδια. Το μπλε όμως μέσα μας δεν έφευγε, ούτε θα φύγει ακόμα, και όταν τα μάτια μας γεμίσουν χώμα. 

     Μόλις τελείωσα την Πέμπτη δημοτικού καταργήθηκε η ποδιά και έτυχε να αλλάξω δημοτικό σχολείο. Τελείωσε το παραμύθι. Έπρεπε να προσέχω καθημερινά τα ρούχα μου που θα φορούσα στο σχολείο. Πολλές φορές ένιωθα  μειονεκτικά και ζήλευα τα άλλα παιδιά βλέποντας τα να φορούν καλύτερα και ακριβότερα ρούχα. 

     Το παλιό δημοτικό γκρεμίστηκε, για να χτιστεί πολυκατοικία.  Η κουδούνα του επιστάτη μπήκε στο μουσείο μαζί με την μπλε ποδιά.  Η ανάμνησή της ποδιάς, όμως, έγινε ένα όνειρο που με στοιχειώνει. Γιατί δε με έφερε κοντά στον ουρανό, αλλά στη νοσταλγία και  στην πίκρα ενός δύσκολου και αξόδευτου ταξιδιού. Πάνω στη σχεδία του Οδυσσέα.


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΣΧΟΣ

Γεννήθηκα στην Πετρούπολη στις 21 Οκτωβρίου 1969. Σπούδασα Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρετώ ως φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση. Έχω εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές

Έρως ονειρευόμενος, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012 , Βραβευμένη με το βραβείο «Μαρία Πολυδούρη» πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή

Φως οδυνηρό, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά.

Στοιχεία επικοινωνίας

Email: thanospaschos@gmail.com



Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Σπουδή στην ανθρωποφαγία

 


Σπουδή στην ανθρωποφαγία
(σε β΄ενικό πρόσωπο)


   Στοχοποιείς έναν άνθρωπο, γιατί διαφέρει από σένα. Δεν σου αρέσουν οι τρόποι του. Σε ενοχλεί που σκέφτεται ελεύθερα και εκφράζει τεκμηριωμένα την άποψή του. Σε εξοργίζει που δεν συμφωνεί μαζί σου, που δεν υποχωρεί στις απαιτήσεις σου, που δεν ικανοποιεί τη φιλαυτία σου. Σου φαίνεται αδιανόητο το ότι προσπαθεί να βελτιώσει το πνευματικό του επίπεδο, να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Γίνεσαι εκτός εαυτού, όταν ακολουθεί τη δική του μοναχική πορεία και σε αγνοεί ευγενικά. Τρέμεις, όταν ακούς επαινετικά σχόλια γι’ αυτόν και την πολιτεία του.

   Και τότε, αρχίζεις να καταστρώνεις σχέδιο για την ψυχολογική και την ηθική εξόντωσή του. Το πρώτο στάδιο του πλάνου σου είναι η διαμόρφωση ενός εχθρικού κλίματος. Εξαπολύεις εναντίον του αίολες κατηγορίες και του επιρρίπτεις ευθύνες για πράξεις που ουδέποτε έπραξε. Ενορχηστρώνεις και μια δημόσια διαπόμπευσή του, για να έχεις άλλοθι για το κατηγορητήριό σου. Στο δεύτερο στάδιο, σπερμολογείς και κατασκευάζεις ανύπαρκτα γεγονότα, με δημιουργό το αντικείμενο της στοχοποίησής σου. Στο τρίτο στάδιο, προσπαθείς να ανασυντάξεις τις δυνάμεις σου, να δημιουργήσεις κλίμα, προετοιμάζοντας ομάδες ομοϊδεατών και συμπαραστατών σου. Εμφανίζεσαι στα μάτια τους σαν αδύναμος κρίκος, το θύμα της «ανελέητης» συμπεριφοράς του «κακού» ανθρώπου που σε οδήγησε στην απόγνωση. Όσοι ανήκουν στην κλειστή ομάδα των επαφών σου επιδεικνύουν αλληλεγγύη στο πρόσωπό σου και καταδικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες τον εγκέφαλο της δυσχερούς θέσης στην οποία έχεις περιέλθει, χωρίς να εξετάσουν και την άποψη του «κακού» ανθρώπου και χωρίς να ακούσουν και τη δική του μαρτυρία για όσα έγιναν φανερά και όσα εκτυλίχθηκαν στο παρασκήνιο. Ελάχιστοι, και με ελεύθερη κρίση, απαγκιστρωμένοι από ιδιοτέλειες και κακοπροαίρετη διάθεση, δεν συντάσσονται στο πλευρό σου και τηρούν στάση ουδετερότητας που τους επιτάσσει η ακεραιότητα του χαρακτήρα τους. Ένας ή και κανένας θα ξεχωρίσει, αφού αντιληφθεί την εξυφαινόμενη αδικία, και θα συμπαρασταθεί στον δοκιμαζόμενο «κακό», εισπράττοντας όμως την απόρριψη της ομάδας κρούσης που εσύ έφτιαξες.

   Πέτυχες! Το πρόσωπο που στοχοποίησες, «ο κακός άνθρωπος», σαν αλλοτινός φαρμακός1,  αποδιοπομπαίος τράγος ή εξιλαστήριο θύμα, όπως θες ονόμασέ τον, κακοποιείται συστηματικά από την ομάδα σου και από σένα με αναπαραγωγή λασπολογιών, συκοφαντιών και χαλκευμένων πράξεων που δήθεν προκάλεσε. Η κλειστή ομάδα των επαφών σου λυτρώνεται από τις δικές της ανεπάρκειες και λησμονεί τα δικά της προβλήματα, ρίχνοντας «πέτρες» στον στόχο του λιθοβολισμού που εσύ τοποθέτησες στο κέντρο της κονίστρας, όπου στέφεσαι, προσωρινά, νικητής.

   Να γνωρίζεις, όμως, ότι η νίκη σου είναι θνησιγενής και τα συναισθήματα ευτυχίας, που απολαμβάνεις  από την επίτευξη του στόχου σου, γρήγορα θα μεταβληθούν σε συναισθήματα δυστυχίας και κενού. Η νίκη σου είναι πύρρειος, γιατί εσύ, τελικά, έχεις χάσει περισσότερα από όσα αυταπατάσαι ότι κέρδισες. Η ανθρωποφαγία σου επιστρέφει σε σένα τον ίδιο. Κοντολογίς, έχεις σκοτώσει τον εαυτό σου και δεν το έχεις αντιληφθεί. Κάποια στιγμή θα το συνειδητοποιήσεις. Μην ξεχνάς: «του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά/ κι ώρες στα βάθη πηαίνουν»2 .

  1 Ο θυσιαζόμενος για καθαρμό της πόλης , ΙΙ το κάθαρμα, ο φαύλος (εδώ και με τις δύο σημασίες)
  2  Ερωτόκριτος, Α 1-4


Ελένη Κ. Παπαδοπούλου




Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

Βασανισμένες γυναίκες...

 Μια αληθινή ιστορία, παρόμοια με πολλές άλλες, παρουσιάζει τα βάσανα και την κατώτερη θέση των γυναικών στην ελληνική ύπαιθρο στο παρελθόν, αλλά, δυστυχώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, και σήμερα. Πάνω σ' έναν αυθεντικό καμβά κεντήθηκαν μελανά μοτίβα με κλωστές φανταστικές...

                                                                                                            

                                                                                                                         

«Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί 1 …» των γυναικών

                                                                                                                              στη Χαδούλα

   Το μωρό σπαρταρούσε, το χρώμα του ήταν πελιδνό κι έβγαζε μια υπόκωφη και σπαρακτική φωνή. Η μάνα του από πάνω του σαν χελιδόνα ακουμπούσε τα χείλη της στο στοματάκι του και προσπαθούσε να του ξαναδώσει τη ζωή. Η Ανθή, εφημερεύουσα νοσοκόμα του θαλάμου 206 με τα βαριά καρδιολογικά περιστατικά, έβλεπε σαστισμένη τον αργό θάνατο του νεογέννητου με τη ραγισμένη καρδιά. Ανήμπορη κι ανίκανη να σώσει τον μικροσκοπικό ασθενή, περνούσε από μπροστά της, σαν σκηνή κινηματογραφικής ταινίας, η εικόνα του δικού της αγοριού που πάλευε να ζήσει. Ποιος να το φανταζόταν; Η ίδια η μάνα της, η Χαρίκλεια, πίεζε με τα ακροδάκτυλά της το εύθραυστο λαιμουδάκι του μωρού κι αυτό παλλόταν, ώσπου σταμάτησε να αναπνέει…

- Τι τού’ κανες μάνα; Τό πνιξες το μωρό μου!

Οι φωνές της από το παρελθόν, διαπεραστικές, ηχούσαν μέσα στο μυαλό της, αλλά η ίδια νόμιζε ότι τις άκουγε και μέσα στον θάλαμο του νοσοκομείου.

   Η Ανθή ήταν το τέταρτο παιδί μιας οικογένειας φτωχών γεωργών που ζούσαν σ’ ένα μικρό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πατέρας της, ο Χρήστος, είχε αποκτήσει δύο παιδιά από τον προηγούμενο γάμο του. Η πρώτη του γυναίκα πέθανε πάνω στη γέννα του δεύτερου παιδιού τους. Με προξενιό τού δώσανε τη Χαρίκλεια και μαζί της έφερε στον κόσμο άλλα τέσσερα παιδιά.

  Ο Χρήστος, χουσμεκιάρης 2 στα χωράφια μιας οικογένειας προυχόντων,  δούλευε ολημερίς για τον επιούσιο και η Χαρίκλεια μεγάλωνε μόνη της τα παιδιά τους. Μετά τη γέννα των διδύμων, άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης, που φυσικά δεν αντιλήφθηκε κανείς. Έγινε σκληρή και αδιάφορη απέναντι στα παιδιά της και πίεζε τα μεγαλύτερα, και κυρίως την Ανθή, να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού και να φροντίζουν τα μικρότερα αδέλφια τους.

- Ανθή, σύρε να μάσεις 3  μαντάρες 4  απ’ το δάσος. Θα είναι γεμάτο από δαύτες μετά το χτεσινό δρολάπι 5  και το σημερνό κάμα. Και πρόσεχε, πάρε μαχαιράκι μαζί σου, να τις κόβεις από το κοτσάνι τους, μην τις ξεριζώνεις! Θα’ ρθει κι ο πατέρας πεινασμένος το απόγευμα να του κάνεις μια τηγανιά μαντάρες και όσες περσσέψουν να τις απλώσεις στον ήλιο, να ξεραθούν.

- Εντάξει μάνα, τρέχω...

Στο δάσος, η δεκατριάχρονη Ανθή έψαχνε να βρει καλογεράκια και βασιλικές, τα νοστιμότερα μανιτάρια της περιοχής, και με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις ανασήκωνε τα πεσμένα φύλλα στα ριζά των δέντρων εκεί που «ελλοχεύουν» οι βρώσιμοι μύκητες. Δεν ήταν, όμως, μόνη της. Ένας άλλος θηρευτής μανιταριών, ένας ευυπόληπτος οικογενειάρχης του χωριού, με καλή έξωθεν μαρτυρία, πρώην επίτροπος της Εκκλησίας, καλοκοίταζε την παιδούλα. Στάθηκε μπροστά της, κρύβοντάς της τον ήλιο, και της επιτέθηκε. Το κορίτσι μάταια προσπάθησε να ξεφύγει από τις ανώμαλες ορέξεις του γιγαντόσωμου άντρα. Κακοποιημένο και βιασμένο επέστρεψε στο σπίτι του τρεκλίζοντας και με άδεια χέρια. Την κόφα με τα μανιτάρια την είχε αφήσει στον τόπο του εγκλήματος.Η Χαρίκλεια σαν την είδε να προβάλει από την αυτοσχέδια πόρτα του μαγειριού 7 τής έβαλε τις φωνές:

- Πού είναι οι μαντάρες; Ξαστόχαστη! Πάλι δεν μπόρεσες να τις βρεις; Άλλα κορίτσια μαζώνουν  οκάδες και τις πλάνε 8 στους Ιταλούς εμπόρους κι εσύ δεν βρήκες ούτε μια τηγανιά;

Η Ανθή, αμίλητη και με κακοφορμισμένες πληγές στο σώμα και στην ψυχή πήγε στην κάμαρη όπου κοιμόντουσαν τα μικρά αδέλφια της και έγειρε το άδειο κορμί της πλάι τους.

   Οι μήνες περνούσαν και η Ανθή όλο και στρογγύλευε, η κοιλιά της διαγραφόταν στα φουστανάκια της κι όλα τα παιδιά στην πλατεία την φώναζαν «χοντρέλω». Μια μέρα έπεσε στο κρεβάτι. Αισθανόταν άρρωστη βαριά, το στομάχι της ήταν έτοιμο να αναπηδήσει από το στόμα της. Η Χαρίκλεια βλέποντας το παιδί να μην συνέρχεται, κάλεσε τη θεια Ζώγια, την ξεματιάστρα και μαμή του χωριού, που εκτελούσε και χρέη εμπειρικού γιατρού, να το γιατροπορέψει. Η Ζώγια, αφού εξέτασε το κορίτσι, κατάπληκτη επιβεβαίωσε την εγκυμοσύνη της Ανθής και προσπάθησε να της εκμαιεύσει το μυστικό της σύλληψης. Όταν το έμαθε και η Χαρίκλεια, άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει:

- Τι θα πει ο κόσμος; Τι θα το κάνουμε το μούλικο; Γιατί μας τό’ κανε αυτό ο παλιάνθρωπος; Θα πεθάνει ο πατέρας σου απ’ την ντροπή!

Αμέσως έκλεισε ερμητικά τα πορτοπαράθυρα κι έσπρωξε την Ανθή μέσα στο καμαράκι, στο κατώι, όπου έμελλε να είναι η φυλακή της μέχρι να γεννήσει. Η θεια Ζώγια κράτησε καλά το μυστικό μέσα της και όταν έφτασε η στιγμή ξεγέννησε το αγοράκι της Ανθής και το περιποιήθηκε στα πρώτα λεπτά της σύντομης ζωής του. Ψήλωσε, όμως, ο νους της Χαρίκλειας και αμέσως μετά το ξεπροβόδισμα της Ζώγιας, το έπνιξε και η ψυχούλα του σαν χρυσαλλίδα πέταξε ανάλαφρα στον αέρα. Η Ανθή τα είδε όλα. Τη μάνα της να πνίγει το παιδί της και την ψυχή του να φτερουγίζει. Η εικόνα του βίαιου θανάτου του σκέπασε την προηγούμενη εικόνα της ζωής, όταν η θεια Ζώγια τής έδωσε το λεχούδι να το ακουμπήσει στο στήθος της κι αυτό να ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τρόπο να ενωθεί με τη μητέρα του.

   Το μυστικό κρύφτηκε καλά μέσα στο σπιτικό σεντούκι των αλγεινών αναμνήσεων της οικογένειας. Όταν η Ανθή έγινε δεκαοκτώ, η θεία Χάιδω, η αδελφή της μάνας της, τής έφερε προξενιό από τη μάνα του Μιχαλάκη, του βοσκού από το διπλανό χωριό. Ο Μιχαλάκης, αλαφροΐσκιωτος, χανόταν με τα πρόβατά του στα αχαρτογράφητα ρουμάνια της περιοχής. Μιλούσε με τα στοιχειά του δάσους και πάλευε με τους δαίμονές του. Η μάνα του πίστευε ότι ο γάμος θα τον συνέφερνε και θα τον λογίκευε. Η Ανθή ήταν η ιδανική νύφη. Ήταν φτωχή, άβουλη και σπανίως μιλούσε σε άνθρωπο. Έγινε αμέσως ο γάμος σ’ ένα ξωκλήσι χωρίς κόσμο και όργανα χαράς και γλεντιού. Η Ανθή έζησε τρία χρόνια μαζί του μέσα στη δυστυχία και στον παραλογισμό, μα πιο πολύ υπέφερε ψυχικά από την εικόνα του νεκρού μωρού της, που κάθε βράδυ, σαν έπεφτε στο κρεβάτι να ξεκουράσει το σώμα της, παρουσιαζόταν μπροστά της και την έκανε να πετιέται κάθιδρη και με τον ίδιο σφάχτη στην καρδιά.

- Ανθή πρέπει να τον αφήσεις. Θα σε βοηθήσω να βγάλεις διαζύγιο. Είναι τρελός ο Μιχαλάκης!

   Τη διαπίστωση την έκανε η αδελφή του πατέρα της, η Αμαλία, που μόλις έφτασε από την Αμερική στα πάτρια εδάφη επισκέφτηκε την ανιψιά της να την δει και να ελέγξει αν ευσταθούσαν οι φήμες για τα κακοπαθήματά της. Η Αμαλία κατάφερε με ένα παλιό συμμαθητή  της, δικηγόρο από τη Θεσσαλονίκη, να γλιτώσει την Ανθή από τον Μιχαλάκη αλλά και από την οικογένειά της. Χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της, την έγραψε εσώκλειστη στη σχολή Αδελφών Νοσοκόμων του Κεντρικού Νοσοκομείου. Στη σχολή η Ανθή παρακολουθούσε τα μαθήματα και παράλληλα εργαζόταν με μια πενιχρή αμοιβή στις διάφορες κλινικές του νοσοκομείου. Εκεί, η Ανθή γνώρισε και τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Μήτσο, που ήταν φύλακας στο Γεντί Κουλέ, με πλούσια «σωφρονιστική» δράση και ποικιλία στα είδη των βασανιστηρίων που εφάρμοζε στους πολιτικούς κρατούμενους της φυλακής, ανοίγοντας ένα νέο οδυνηρό κεφάλαιο στο βιβλίο της βασανισμένης της ζωής, με τίτλο: «Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί» των γυναικών.

Γλωσσάρι

  1. Η γνωστή φράση από το «μοιρολόγι της φώκιας» του Α. Παπαδιαμάντη

  2. ακτήμονας, μεροκαματιάρης εργάτης 

  3. μαζέψεις

  4. έτσι ονομάζονται στην ντοπιολαλιά τα μανιτάρια

  5. έντονη βροχή

  6. καλάθι

  7.  κουζίνας

  8. πουλάνε



Ελένη Κ. Παπαδοπούλου


 


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Οδός Αποστόλου Παύλου (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

Κώστας Λούστας
Κώστας Λούστας, Christos Bakalakos, Philologist, 1993, oil on panel, 165x122cm (64.9″x48″)

Οδός Αποστόλου Παύλου
(πρώτη δημοσίευση στο fractal)

    Ο κύριος Χρήστος, με το λευκό ψάθινο πλατύγυρο καπέλο και το κόκκινο μαντίλι στον λαιμό, απολαμβάνει το πρωινό καφεδάκι του στην «Πρίγκηπο». Στο ίδιο τραπέζι, κάθε πρωί, απέναντι από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο που έχει γείρει απειλητικά από τα χρόνια, αλλά τα κλαδιά του βαρυφορτωμένα από φύλλα δροσίζουν τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού τους θαμώνες του καφενείου και τους περαστικούς της Αποστόλου Παύλου.
   Ο κύριος Χρήστος, καθηγητής φιλόλογος, με αμέτρητες ώρες διδασκαλίας στη μακροχρόνια καριέρα του, εδώ και ένα χρόνο συνταξιοδοτήθηκε. Σαν να ήταν μόλις χτες, όταν άφησε τη γενέτειρά του, τη Λάρισα, για να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Πέρασε πρώτος στη Φιλολογία και πρώτος αποφοίτησε και από τη στιγμή που πήρε «επαξίως» το πτυχίο του από το κλασικό τμήμα άρχισε να διδάσκει Αρχαία Ελληνικά. Με τον δικό του τρόπο. Για κάθε συντακτικό φαινόμενο της «νεκρής» γλώσσας ζωντάνευε ένα παράδειγμα από τη ζώσα γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών:
-«Για δέστε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρώνει!». Αυτό είναι, παιδιά μου, το προληπτικό αντικείμενο που συναντήσαμε στον ρήτορα Ισαίο.
   Με τις παραλληλίες αυτές, η αρχαία γλώσσα ζωντάνευε και οι μαθητές του, «παιδιά φανατικά για γράμματα», όπως τους αποκαλούσε, θαύμαζαν τη συνέχεια της γλώσσας, θαύμαζαν και τον ίδιο για την ευρυμάθειά του και προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τα χνάρια του. Από «τα χέρια» του βγήκαν πολλοί φιλόλογοι με αγάπη για τη γλώσσα και τη διδασκαλία.
   Η διδασκαλία ήταν η μια μεγάλη αγάπη του. Η άλλη αγάπη του και παντοτινή ήταν η γραφή. Έγραφε συνεχώς κείμενα, αφηγήσεις, όχι μυθιστορήματα-ποταμούς ούτε και μικροδιηγήματα σαν κι αυτά που διδάσκονται στις σχολές δημιουργικής γραφής και είναι της μόδας σήμερα. Τα κείμενά του ήταν εκρήξεις έμπνευσης και φαντασίας, φτιαγμένα με λέξεις από παρατηρήσεις και συναισθήματα της στιγμής, των ασήμαντων και περαστικών, με έκταση ανάλογη της ανάγκης του για εξωτερίκευση.
Μετά την αφυπηρέτησή του, συνήθιζε να πηγαίνει στο καφενείο της Αποστόλου Παύλου, την «Πρίγκηπο» και, με το χαρακτηριστικό σπιράλ τετράδιο, με εξώφυλλο ένα καραβάκι του ζωγράφου Λούστα και το μαλακό μολύβι νούμερο 2, έγραφε, παρατηρώντας τους διαβάτες του ιστορικού δρόμου.
   Το πρωί, ζωντάνευαν μπροστά του ο Απόστολος Παύλος με τον Σίλα να ανηφορίζουν για τη μονή Βλατάδων, να κηρύξουν το ευαγγέλιο στους εθνικούς Θεσσαλονικείς. Άλλοτε, έβλεπε τον Κεμάλ, παιδάκι κρατώντας το χέρι της μάνας του, της Ζουμπέιντα, να επισκέπτονται τη θεία του στο χαμηλό τουρκόσπιτο δίπλα από τις μουριές. Και τον Γιώργο Ιωάννου, τον παρατηρούσε που ανέβαινε στο 3ο Γυμνάσιο Αρρένων, κρατώντας τη σάκα του, παρέα με εβραιόπουλα λίγες μέρες πριν τα μαζέψουν οι Ναζί για να τα στείλουν με τρένο στον θάνατο. Το μεσημέρι, ο δρόμος γέμιζε γυναίκες και παιδιά με μποξάδες με ρούχα να ανηφορίζουν για να λουστούν στα λουτρά του Ισλαχανέ και μικροπωλητές με τα ζωντανά τους να κατηφορίζουν το πλακόστρωτο, από τα βυζαντινά τείχη μέχρι τη Ροτόντα.
   Το απόγευμα, πάλι, συναντούσε με τη ματιά του τους εργάτες από το Μηχανουργείο του Αξυλιθιώτη, κατάκοπους και μαυρισμένους από τα γράσα να ανηφορίζουν για τα καστρόπληκτα της Άνω πόλης. Και σαν βράδιαζε, πολύβουες παρέες, αγοριών και κοριτσιών, φοιτητών του Αριστοτελείου, έπαιρναν τον δρόμο της διασκέδασης για το «Ίγγλις» και τη «Δόξα», τα κουτούκια με το φθηνό φαγητό και τα ρεμπέτικα τραγούδια.
   Η πανσπερμία των λαών και η ποικιλία των παροδιτών ανά τους αιώνες κινούνταν αέναα στη φαντασία και στην πραγματικότητα και ο κύριος Χρήστος δεν προλάβαινε να γράφει, ρουφώντας πότε πότε και καμιά γουλιά από ελληνικό καφέ στη χόβολη.

ΕΛΕΝΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. και παρακολούθησε επιτυχώς μαθήματα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ., με ειδίκευση στη Βιβλική και Πατερική Γλώσσα. Έχει διδάξει στην ιδιωτική εκπαίδευση και σήμερα είναι καθηγήτρια στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. ΄Εχει εκδώσει μία φιλολογική μελέτη με τίτλο: ΟΔΟΣΗΜΑ ΜΝΗΜΗΣ-ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΕΧΝΗΣ, Επιτύμβια Επιγράμματα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020. Έχει υλοποιήσει την ιδέα και την επιμέλεια μιας συλλογικής έκδοσης διηγημάτων με τίτλο: Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…, Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020, με την επιχορήγηση του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Γράφει άρθρα, βιβλιοκριτικές και λογοτεχνικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και είναι συντάκτης του φιλολογικού-εκπαιδευτικού ιστολογίου, eranistria.blogspot.com





Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Τα καιρικά φαινόμενα στη Λογοτεχνία (διδακτική πρόταση)


  
Στο πλαίσιο μιας διαθεματικής προσέγγισης της Λογοτεχνίας, με τίτλο:" Με του καιρού τ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό και εις το κακό περιπατούν και τρέχου..." ανακαλύψαμε με τους μαθητές την παρουσία, συμβολική και πραγματική, των καιρικών φαινομένων σε πολλά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνήθως, η βροχή, ο άνεμος, οι αστραπές και οι βροντές, ο ήλιος και το χιόνι υποβάλλουν αντίστοιχες συναισθηματικές καταστάσεις και προσημαίνουν την αλλαγή του σκηνικού και της ψυχικής κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου. Η παρούσα διδακτική πρόταση, που θα τεκμηριωθεί σύντομα με τη μορφή διδακτικού σεναρίου, μπορεί να υποστηριχθεί και με την παράλληλη παρουσίαση-διδασκαλία των φυσικών φαινομένων από εκπαιδευτικό σχετικής ειδικότητας ( ΠΕ04).

Ενδεικτικά, παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα ποιητικά κείμενα με "καιρικές" συνδηλώσεις που μελετήσαμε στην τάξη:

(Ο ΚΑΙΡΟΣ γενικά)

Κ. Καβάφης,  Καλός και Κακός Καιρός 

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη, 
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι, 
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.
Τι ωφελεί οπού φυτρώνει 
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα! 
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί. 
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει, 
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει, 
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.
 (Από τα Αποκηρυγμένα) 

(ΒΡΟΧΗ)

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ' τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ' την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι' απ' ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ' όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)

(ΑΣΤΡΑΠΗ & ΒΡΟΝΤΗ)

Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Κρητικός (ἀπόσπασμα)
XVII.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ᾿ ἀκρογιάλι· 
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!». 
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ᾿ ἄλλο, 
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο· 
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν, 
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ᾿ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.

(ΑΝΕΜΟΣ)

Γιώργος Σαραντάρης , Ο Άνεμος κι η Άνοιξη

O άνεμος ρέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν ουρανός που έχασε το δρόμο
Δέντρα προσπαθούν να του δέσουν τα χέρια
Aλλά μάταια κοπιάζουν

O άνεμος αναπνέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν στρατός που ορμάει στον αγώνα
Tον καλωσορίζει η άνοιξη στην κοιλάδα
Tον χαιρετάνε τ' αρώματα της γης

H άνοιξη είναι μια παρθένα που δεν την ξέραμε
Kαι όλους μάς φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Tώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Kι αναγκάζει κι εμάς να τον αγαπήσουμε


(ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ-ΘΥΕΛΛΑ)

Κούλα Αδαλόγλου, ερωτικό

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
όταν δε θα μετράμε την αγάπη μας στα γραμμάρια του μπιμπερό.
Είναι που
ήσουν ανεμοστρόβιλος
κι ήμουν ένα αφημένο στάχυ.
Ήσουν θύελλα
κι ήμουν σιγανός μπάτης,
ήσουν καταιγίδα
κι ήμουν δειλή αστραπή.
Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι η κούραση θα σεργιανάει στο φλεβίτη του ποδιού μου.
Εκεί στην άκρη της θλίψης
είναι ένα λιβάδι παπαρούνες.
Είναι φριχτές οι παπαρούνες σαν τις κοιτάς κατάματα.
Φυλλορροείς.
Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι εσύ θ’ αναρωτιέσαι για την ερημιά μας,
κι εγώ θα ξέρω.

(ΟΜΙΧΛΗ)

Τόλης Νικηφόρου, «ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

«νάμασταν, λέει, τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο,
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια
πλάι στην καπνοδόχο την ώρα
που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός.
κι ύστερα, λέει, να φύτρωναν κόκκινα,
κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας, στα μάτια μας
ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και τον θάνατο.
νάμασταν, λέει, με κόκκινα φτερά
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

(ΧΙΟΝΙ)

Γιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.


Επιμέλεια: Ελένη Κ. Παπαδοπούλου




Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Εξεταστικό θέμα προσομοίωσης Νεοελληνικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας



Καλή επιτυχία!!!

ΚΕΙΜΕΝΟ 1

Δημιουργικότητα της «απόγνωσης»


Η εγκατάσταση της Καλλιόπης Λεμού «At Crossroads» που τοποθετήθηκε το 2009, ως μέρος μιας τριλογίας, μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνις που ασχολήθηκε με το μεταναστευτικό ζήτημα. Οι βάρκες στο έργο ανήκαν σε μετανάστες.
Εικόνες από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Λέσβου κάνουν καθημερινά τον γύρο της οικουμένης μέσα από τα τηλεοπτικά πλάνα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για πρώτη φορά όμως απασχόλησαν τη διεθνή κοινότητα της τέχνης, καθώς ο παγκοσμίου φήμης Αϊ Γουέι Γουέι επισκέφθηκε τις γιορτινές ημέρες το νησί του Αιγαίου και ανέβασε φωτογραφίες στον λογαριασμό του στα social media. Κυνηγημένος από το κινεζικό καθεστώς, στερήθηκε το διαβατήριο και την ελευθερία λόγου, ο εικαστικός έθεσε στο επίκεντρο της δουλειάς του τα πιο σπουδαία θέματα για την πορεία της πατρίδας του μέσα στον χρόνο. Καταξιώθηκε στη Δύση και θεωρείται ένας από τους παγκόσμιους σταρ της τέχνης. Στη Μυτιλήνη ανακοίνωσε μάλιστα ότι θα σχεδιάσει και ένα μνημείο αφιερωμένο στα θύματα, το οποίο θα τοποθετηθεί στο νησί.
Η αμφίπλευρη προβολή
Η εκτεταμένη δημοσιότητα που πήρε η αυτοψία του σίγουρα επιταχύνει την παγκόσμια ευαισθητοποίηση για το προσφυγικό ζήτημα και τη δύσκολη κατάσταση που ζει η Ελλάδα. Αναρωτιέται όμως κανείς μήπως τα οφέλη της προβολής τα μοιράζονται συχνά και οι ίδιες οι προσωπικότητες –όπως η Σούζαν Σάραντον που προηγήθηκε του Κινέζου καλλιτέχνη– ενδυναμώνοντας την πτυχή της κοινωνικής τους δράσης. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ανθρώπινο δράμα των σημερινών μεταναστών όπως κάποτε και των εκάστοτε επαναστατημένων ή εμπόλεμων, γίνεται «της μόδας». Προς επίρρωσιν, το 2016 θα γίνουν εικαστικές εκθέσεις γύρω από το θέμα αυτό στη Γαλλία και την Τουρκία, ενώ είναι σαφές ότι επιμελητές και διευθυντές μουσείων θα στρέψουν το βλέμμα τους στη δημιουργικότητα της «απόγνωσης».
Και οι Έλληνες καλλιτέχνες; Πόσο συγκινούνται από τις ιστορίες των χιλιάδων κυνηγημένων που φτάνουν στις ακτές μας και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στην Αθήνα; Δύο ήταν οι πρωτοπόροι: Η Καλλιόπη Λεμού ήδη από το 2006 έχει κάνει σειρά έργων χρησιμοποιώντας τις εγκαταλελειμμένες βάρκες των δουλεμπόρων, ενώ ο Κώστας Βαρώτσος ύστερα από ανάθεση των Ιταλών έφτιαξε το 2012 ένα εμβληματικό μνημείο στο λιμάνι του Οτράντο, στο Ιόνιο Πέλαγος.
«Το 2003 σε ένα από τα ταξίδια από το Λονδίνο, όπου ζω μόνιμα, στις Οινούσες, έκανα με την οικογένειά μου μια στάση στη Χίο. Εκεί, στην περιοχή Παντουκιός, είδα πεταμένες στην ακτή μερικές βάρκες που είχαν τρύπες στον πάτο τους. Ενας καραβομαραγκός μού εξήγησε ότι τις συνέλεξαν οι αρχές της Χίου από διάφορες τοποθεσίες στο νησί και του τις έφεραν για να τις καταστρέψει. Τις είχαν αφήσει πίσω τους οι μετανάστες που ήθελαν να περάσουν στην Ευρώπη και ήταν τα δουλεμπορικά σκάφη», μας εξηγεί η Καλλιόπη Λεμού.
«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος μεν αλλά δεν είχαμε κάποιον συγγενή που να μετανάστευσε. Ωστόσο αισθάνθηκα τεράστια συγκίνηση και σύνδεση με τις βάρκες, σαν να είχα κάνει εγώ το ταξίδι αυτό. Παρακάλεσα τον καραβομαραγκό να μην τις διαλύσει, θέλοντας να πάρω άδεια από τις αρχές του νησιού για να τις μετατρέψω σε έργα. Πράγματι έπειτα από συνεννόηση, κατάφερα να μου τις παραχωρήσουν και έτσι ξεκίνησε το δικό μου ταξίδι στην τέχνη με μια ενότητα που με απασχολεί ακόμα».
Αρχικά εξέθεσε στην Ελευσίνα μερικές βάρκες σε όρθια στάση, όπως το σήμα στους αρχαίους τάφους. Υστερα στην Κωνσταντινούπολη, μετά στην Πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο. Πέρυσι έκανε μια εγκατάσταση στο Βυζαντινό Μουσείο. Σε ένα δουλεμπορικό πλοιάριο κόλλησε δέκα χιλιάδες τάματα από αλουμίνιο, με αληθινά ονόματα και ημερομηνίες γέννησης μεταναστών που έκαναν τον δύσκολο πλου προς αυτό που νόμιζαν ότι μπορεί και να είναι η «Γη της Επαγγελίας».
Σιωπή μπροστά στην τραγωδία
[…]
Το 2012, ο Ιταλός περιφερειάρχης της περιοχής τηλεφώνησε στον Κώστα Βαρώτσο και του ζήτησε να κάνει ένα έργο με το κουφάρι του «Kateri i Radës». «Δέχθηκα αμέσως», λέει ο καλλιτέχνης. «Όμως δεν είχα υπολογίσει πόσο δύσκολο ήταν να δουλέψω πάνω σε ένα τόσο φορτισμένο πράγμα. Ένιωθα συνέχεια τον θάνατο. Και εστίασα όλες τις δυνάμεις μου στο να κάνει το πλοιάριο αυτό ένα άλλο ταξίδι προς τη ζωή μέσα από την τέχνη. Δεν ήθελα ένα μοιρολόι, αλλά ένα μνημείο για τους ανθρώπους αυτούς. Στα εγκαίνια ήρθαν οι συγγενείς τους και με κοίταγαν με αυτό το έντονο βλέμμα του πένθους τόσο καιρό μετά. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία», συμπληρώνει ο εικαστικός.
Σιωπηλός στον πόνο
«Λίγα χρόνια πριν είχα δεχθεί μια πρόταση να πάω στο Μαυροβούνιο, που προσπαθούσε να συνέλθει από τις πληγές του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία. Ξαφνικά οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι που είχαν βομβαρδίσει και διαλύσει τη χώρα, έστελναν τους επιμελητές και τους γκαλερίστες, τους διευθυντές μουσείων και τους θεωρητικούς να εμπνευστούν από το τραύμα του πολέμου. Πιστεύω ότι μπροστά στον θάνατο, αυτόν που βλέπεις να συμβαίνει μπροστά σου, όπως τώρα με τους πρόσφυγες στα νησιά, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις σιωπηλός και στοχαστικός. Τα έργα θα προκύψουν αργότερα. Πρέπει να ξέρεις πώς και, κυρίως, πότε θα αφουγκραστείς τον πόνο. Οσο για το ενδιαφέρον που θα δείξουν οι καλλιτέχνες για την τραγωδία των προσφύγων, ο χρόνος θα δείξει την αντοχή του».
Μαργαρίτα Πουρνάρα,


πηγή: ΠΟΛΥΤΡΟΠΗ ΓΛΩΣΣΑ  http://politropi.greek-language.gr

ΚΕΙΜΕΝΟ 2

ΣΑΝ ΤΥΨΗ

Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια
ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.
Εκείνα, όμως, δεν έχουν
μόνο θυμούνται
αυλές και γέλια και παιχνίδια
βλέπουν γονείς στραγγισμένους
ή τους χάνουν
δεν ονειρεύονται
γιατί το μέλλον μια κουκίδα
χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

σεντόνια της αθωότητας
μη μου γίνετε τύψη.

 Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια κουκίδα, Σαιξπηρικόν, 2018, σελ. 36

ΘΕΜΑ Α

Σε μία παράγραφο 50-60 λέξεων να καταγράψετε στοιχεία που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών για την τραγωδία των προσφύγων (Κείμενο 1).                                                                                      (Μονάδες 15)

ΘΕΜΑ Β

Ερώτημα 1ο
Ποια γεγονότα από το προσφυγικό πρόβλημα εμπνέουν τους καλλιτέχνες και πώς μετουσιώνονται σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα;                                                                                                                                    (Μονάδες 15)

Ερώτημα 2ο
Στο Κείμενο 1 η αρθρογράφος παραθέτει λέξεις ή χωρία σε εισαγωγικά. Να δικαιολογήσετε τη χρήση τους.
                                                                                                                                           (Μονάδες 10)
Ερώτημα 3ο
Πώς συνδέεται ο τίτλος του κειμένου 1: "Δημιουργικότητα της «απόγνωσης" με το περιεχόμενό του;
                                                                                                                                        (Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Γ
Σε ποια τύψη αναφέρεται το Κείμενο 2; Με ποιον τρόπο "συνομιλεί" το Κείμενο 1 με το Κείμενο 2;
Να γράψετε ένα δικό σας κείμενο 200 λέξεων περίπου.
                                                                                                                                     (Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Δ
Να γράψετε ένα κείμενο 300-350 λέξεων στο οποίο να παρουσιάζετε τις προσωπικές σας απόψεις για τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί για την ταυτότητα των ανθρώπων που αποκαλούνται μετανάστες ή πρόσφυγες, περιγράφοντας παράλληλα και τη ζοφερή κατάσταση που αντιμετωπίζουν στη χώρα υποδοχής.
                                                                                                                                        (Μονάδες 30)