Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Από τη Λευκάδα... (Καλοκαίρι 2011)

Ἡ Ἀγράμπελη


Λέγ᾿ ἡ ἀγράμπελη μυριανθισμένη,

στὸν ἄγριο πλάτανο ποὺ τὴ θωρεῖ

καὶ μὲ τὸν ἴσκιο του συχνοδιαβαίνει

πάντοτ᾿ ἐπάνω της, βράδυ κι αὐγή:



«- Δένδρο περήφανο, μέσ᾿ τὸν ἀγέρα

τὰ φύλλα, οἱ κλῶνοι σου θρασομανοῦν·

βρίσκεις στενόχωρη τώρα τὴ σφαῖρα;

Τ᾿ ἄστρα τὰ σύγνεφα δὲ σὲ χωροῦν;



»Τρέχει στὴ ρίζα σου νεράκι κρύο

βυζαίνεις ἄκοπα τὴν καταχνιά,

κι ἐμένα ζήλεψες σὺ τὸ θηρίο,

γιατί μ᾿ ἐπότιζε λίγη δροσιά;



»Τί θέλεις πλάτανε, τί μοῦ γυρεύεις;

Διῶξε τὸν ἴσκιο σου κι εἶμαι μικρή.

Τ᾿ ἄνθη μου ἐπάγωσαν, μὴν τὰ παιδεύεις,

ἄσ᾿ τον τὸν ἥλιο μου νὰ τὰ χαρεῖ...»



«- Ξανθή μου ἀγράμπελη, τί μὲ φοβᾶσαι;

Θέλεις νὰ σέρνεσαι πάντα ὀρφανή,

μονάχη σου ἔρημη τὴ νύχτα νἆσαι,

νἄχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γῆ;



»Τ᾿ ἄνθη ζευγάρωσε μὲ τὴν ἀνδρειά μου,

γένου βασίλισσα κι ἐγὼ θρονί,

στηλώσου ἐπάνω μου..., στὴν ἀγκαλιά μου

κάθε ἄλλο λούλουδο θὰ σὲ φθονεῖ...»



Τὴν ἐξεγέλασε τ᾿ ἄγριο πλατάνι,

τὴν ἐπερίπλεξε μέσ᾿ τὰ κλαριά....

Τί κρῖμα, πὤδωκες, ξανθὸ βοτάνι,

γιὰ λίγο ψήλωμα τὴν παρθενιά!



Φτωχὴ κι ἀνύπανδρη στὴν ἐρημιά σου

μοὔτανε τ᾿ ἄνθη σου κρυφὴ χαρά·

Τώρα θ᾿ ἁρπάζουνε τὴ μυρωδιά σου

τὰ νέφη κι ὁ ἄνεμος ποὖσαι κυρά.
Δημοσίευση σχολίου