Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Η σχολική ποδιά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

  

Ο συνάδελφος, Αθανάσιος Πάσχος, μάς συντροφεύει στο ταξίδι της γραφής και της ανάγνωσης μ' ένα νοσταλγικό διήγημά του από τη συλλογή διηγημάτων του, Θεριστές της νύχτας, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. 


Η σχολική ποδιά (προδημοσίευση)


      Έχουν περάσει περίπου τέσσερις δεκαετίες από τότε που η μυρωδιά της νέας σχολικής ποδιάς έβαζε τέλος στις καλοκαιρινές διακοπές μου και σημείωνε την αρχή του φθινοπώρου. Ο πατέρας έφερνε  από το μαγαζί, που εργαζόταν,  την μπλε ποδιά την οποία με λαχτάρα φορούσα σαν το πιο πολύτιμο ένδυμα. Το συγκεκριμένο  χρώμα της έγινε σημείο αναφοράς στη ζωή μου. Το  μπλε του ουρανού. Το μπλε της δυσκολίας της ζωής. Το μπλε χρώμα του σχολείου.

      Το σχολείο σε οδηγεί με τον σκληρό αγώνα και τον μόχθο της καλλιέργειας να ανέβεις στην κλίμακα των ανθρωπίνων αξιών. Εποχή με δασείες και περισπωμένες. Βραχέα και μακρά φωνήεντα. Μακρύς και ο χάρακας του δάσκαλου που στιγμάτιζε τις ανοιχτές παιδικές παλάμες σε κάποια αταξία ή στην αμέλεια των μαθητικών υποχρεώσεων. Σε προετοιμάζει  για το δύσκολο ταξίδι. Τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων. Πόνος και ματαιώσεις.

     Μόλις είχε κτυπήσει ο επιστάτης την κουδούνα για διάλειμμα τραντάζοντας την δυνατά στον αέρα. Πήγαινα Τετάρτη Δημοτικού. Ορμήσαμε στο προαύλιο να χαρούμε την ολιγόλεπτη ελευθερία γύρω από το τεράστιο πεύκο που υπήρχε στο κέντρο του προαύλιου. Μικροσκοπικός έτρεξα προς την Ουρανία που μου άρεσε, κόρη της δασκάλας μου,  με σκοπό να την τρομάξω.  Λίγο πριν την ακουμπήσω, ένα μεγαλύτερο παιδί έπεσε πάνω μου και βρέθηκα χωρίς ισορροπία να πέφτω πάνω στον πλησιέστερο τοίχο. Η μπλε ποδιά γέμισε αίματα. Με πήγαν στον διευθυντή και από κει σε γιατρό για ράμματα στο κεφάλι. Ένιωσα ήρωας, μα δεν κέρδισα την συμπάθεια της Ουρανίας. 

      Ακόμη θυμάμαι τους περιπάτους που πιασμένοι χέρι χέρι με τον διπλανό μας σε δυάδες τραγουδούσαμε σε έναν άτυπο διαγωνισμό με τα κορίτσια "το μικρό καράβι". Εμείς θέλαμε να ρίξουμε στη θάλασσα τα κορίτσια  και αυτά να ρίξουν εμάς. Η αέναη κόντρα αγοριών και κοριτσιών που τρέφεται από την μύχια ανάγκη του ενός για τον άλλο, αλλά και την επιθυμία της επιβολής  στο άλλο φύλο.  Οι μικροί χωματόδρομοι αποκτούσαν χρώμα. Οι μπλε ποδιές έδιναν την εντύπωση μικρής ανθρώπινης  θάλασσας. Όπως χοροπηδούσαμε με τις μπλε ποδιές και τους λευκούς γιακάδες, μοιάζαμε με κύματα ζωής.  Όνειρο ευοίωνο και ελπίδα για την φτωχή συνοικία.  

      Βέβαια το μπλε χρώμα της ποδιάς μέχρι το μεσημέρι ήταν συννεφιασμένο από το χώμα και την σκόνη που σηκώναμε με το τρέξιμο και τα άλλα παιχνίδια. Το μπλε όμως μέσα μας δεν έφευγε, ούτε θα φύγει ακόμα, και όταν τα μάτια μας γεμίσουν χώμα. 

     Μόλις τελείωσα την Πέμπτη δημοτικού καταργήθηκε η ποδιά και έτυχε να αλλάξω δημοτικό σχολείο. Τελείωσε το παραμύθι. Έπρεπε να προσέχω καθημερινά τα ρούχα μου που θα φορούσα στο σχολείο. Πολλές φορές ένιωθα  μειονεκτικά και ζήλευα τα άλλα παιδιά βλέποντας τα να φορούν καλύτερα και ακριβότερα ρούχα. 

     Το παλιό δημοτικό γκρεμίστηκε, για να χτιστεί πολυκατοικία.  Η κουδούνα του επιστάτη μπήκε στο μουσείο μαζί με την μπλε ποδιά.  Η ανάμνησή της ποδιάς, όμως, έγινε ένα όνειρο που με στοιχειώνει. Γιατί δε με έφερε κοντά στον ουρανό, αλλά στη νοσταλγία και  στην πίκρα ενός δύσκολου και αξόδευτου ταξιδιού. Πάνω στη σχεδία του Οδυσσέα.


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΣΧΟΣ

Γεννήθηκα στην Πετρούπολη στις 21 Οκτωβρίου 1969. Σπούδασα Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρετώ ως φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση. Έχω εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές

Έρως ονειρευόμενος, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012 , Βραβευμένη με το βραβείο «Μαρία Πολυδούρη» πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή

Φως οδυνηρό, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά.

Στοιχεία επικοινωνίας

Email: thanospaschos@gmail.com



Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Σπουδή στην ανθρωποφαγία

 


Σπουδή στην ανθρωποφαγία
(σε β΄ενικό πρόσωπο)


   Στοχοποιείς έναν άνθρωπο, γιατί διαφέρει από σένα. Δεν σου αρέσουν οι τρόποι του. Σε ενοχλεί που σκέφτεται ελεύθερα και εκφράζει τεκμηριωμένα την άποψή του. Σε εξοργίζει που δεν συμφωνεί μαζί σου, που δεν υποχωρεί στις απαιτήσεις σου, που δεν ικανοποιεί τη φιλαυτία σου. Σου φαίνεται αδιανόητο το ότι προσπαθεί να βελτιώσει το πνευματικό του επίπεδο, να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Γίνεσαι εκτός εαυτού, όταν ακολουθεί τη δική του μοναχική πορεία και σε αγνοεί ευγενικά. Τρέμεις, όταν ακούς επαινετικά σχόλια γι’ αυτόν και την πολιτεία του.

   Και τότε, αρχίζεις να καταστρώνεις σχέδιο για την ψυχολογική και την ηθική εξόντωσή του. Το πρώτο στάδιο του πλάνου σου είναι η διαμόρφωση ενός εχθρικού κλίματος. Εξαπολύεις εναντίον του αίολες κατηγορίες και του επιρρίπτεις ευθύνες για πράξεις που ουδέποτε έπραξε. Ενορχηστρώνεις και μια δημόσια διαπόμπευσή του, για να έχεις άλλοθι για το κατηγορητήριό σου. Στο δεύτερο στάδιο, σπερμολογείς και κατασκευάζεις ανύπαρκτα γεγονότα, με δημιουργό το αντικείμενο της στοχοποίησής σου. Στο τρίτο στάδιο, προσπαθείς να ανασυντάξεις τις δυνάμεις σου, να δημιουργήσεις κλίμα, προετοιμάζοντας ομάδες ομοϊδεατών και συμπαραστατών σου. Εμφανίζεσαι στα μάτια τους σαν αδύναμος κρίκος, το θύμα της «ανελέητης» συμπεριφοράς του «κακού» ανθρώπου που σε οδήγησε στην απόγνωση. Όσοι ανήκουν στην κλειστή ομάδα των επαφών σου επιδεικνύουν αλληλεγγύη στο πρόσωπό σου και καταδικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες τον εγκέφαλο της δυσχερούς θέσης στην οποία έχεις περιέλθει, χωρίς να εξετάσουν και την άποψη του «κακού» ανθρώπου και χωρίς να ακούσουν και τη δική του μαρτυρία για όσα έγιναν φανερά και όσα εκτυλίχθηκαν στο παρασκήνιο. Ελάχιστοι, και με ελεύθερη κρίση, απαγκιστρωμένοι από ιδιοτέλειες και κακοπροαίρετη διάθεση, δεν συντάσσονται στο πλευρό σου και τηρούν στάση ουδετερότητας που τους επιτάσσει η ακεραιότητα του χαρακτήρα τους. Ένας ή και κανένας θα ξεχωρίσει, αφού αντιληφθεί την εξυφαινόμενη αδικία, και θα συμπαρασταθεί στον δοκιμαζόμενο «κακό», εισπράττοντας όμως την απόρριψη της ομάδας κρούσης που εσύ έφτιαξες.

   Πέτυχες! Το πρόσωπο που στοχοποίησες, «ο κακός άνθρωπος», σαν αλλοτινός φαρμακός1,  αποδιοπομπαίος τράγος ή εξιλαστήριο θύμα, όπως θες ονόμασέ τον, κακοποιείται συστηματικά από την ομάδα σου και από σένα με αναπαραγωγή λασπολογιών, συκοφαντιών και χαλκευμένων πράξεων που δήθεν προκάλεσε. Η κλειστή ομάδα των επαφών σου λυτρώνεται από τις δικές της ανεπάρκειες και λησμονεί τα δικά της προβλήματα, ρίχνοντας «πέτρες» στον στόχο του λιθοβολισμού που εσύ τοποθέτησες στο κέντρο της κονίστρας, όπου στέφεσαι, προσωρινά, νικητής.

   Να γνωρίζεις, όμως, ότι η νίκη σου είναι θνησιγενής και τα συναισθήματα ευτυχίας, που απολαμβάνεις  από την επίτευξη του στόχου σου, γρήγορα θα μεταβληθούν σε συναισθήματα δυστυχίας και κενού. Η νίκη σου είναι πύρρειος, γιατί εσύ, τελικά, έχεις χάσει περισσότερα από όσα αυταπατάσαι ότι κέρδισες. Η ανθρωποφαγία σου επιστρέφει σε σένα τον ίδιο. Κοντολογίς, έχεις σκοτώσει τον εαυτό σου και δεν το έχεις αντιληφθεί. Κάποια στιγμή θα το συνειδητοποιήσεις. Μην ξεχνάς: «του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά/ κι ώρες στα βάθη πηαίνουν»2 .

  1 Ο θυσιαζόμενος για καθαρμό της πόλης , ΙΙ το κάθαρμα, ο φαύλος (εδώ και με τις δύο σημασίες)
  2  Ερωτόκριτος, Α 1-4


Ελένη Κ. Παπαδοπούλου




Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

Βασανισμένες γυναίκες...

 Μια αληθινή ιστορία, παρόμοια με πολλές άλλες, παρουσιάζει τα βάσανα και την κατώτερη θέση των γυναικών στην ελληνική ύπαιθρο στο παρελθόν, αλλά, δυστυχώς, σε ορισμένες περιπτώσεις, και σήμερα. Πάνω σ' έναν αυθεντικό καμβά κεντήθηκαν μελανά μοτίβα με κλωστές φανταστικές...

                                                                                                            

                                                                                                                         

«Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί 1 …» των γυναικών

                                                                                                                              στη Χαδούλα

   Το μωρό σπαρταρούσε, το χρώμα του ήταν πελιδνό κι έβγαζε μια υπόκωφη και σπαρακτική φωνή. Η μάνα του από πάνω του σαν χελιδόνα ακουμπούσε τα χείλη της στο στοματάκι του και προσπαθούσε να του ξαναδώσει τη ζωή. Η Ανθή, εφημερεύουσα νοσοκόμα του θαλάμου 206 με τα βαριά καρδιολογικά περιστατικά, έβλεπε σαστισμένη τον αργό θάνατο του νεογέννητου με τη ραγισμένη καρδιά. Ανήμπορη κι ανίκανη να σώσει τον μικροσκοπικό ασθενή, περνούσε από μπροστά της, σαν σκηνή κινηματογραφικής ταινίας, η εικόνα του δικού της αγοριού που πάλευε να ζήσει. Ποιος να το φανταζόταν; Η ίδια η μάνα της, η Χαρίκλεια, πίεζε με τα ακροδάκτυλά της το εύθραυστο λαιμουδάκι του μωρού κι αυτό παλλόταν, ώσπου σταμάτησε να αναπνέει…

- Τι τού’ κανες μάνα; Τό πνιξες το μωρό μου!

Οι φωνές της από το παρελθόν, διαπεραστικές, ηχούσαν μέσα στο μυαλό της, αλλά η ίδια νόμιζε ότι τις άκουγε και μέσα στον θάλαμο του νοσοκομείου.

   Η Ανθή ήταν το τέταρτο παιδί μιας οικογένειας φτωχών γεωργών που ζούσαν σ’ ένα μικρό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας. Ο πατέρας της, ο Χρήστος, είχε αποκτήσει δύο παιδιά από τον προηγούμενο γάμο του. Η πρώτη του γυναίκα πέθανε πάνω στη γέννα του δεύτερου παιδιού τους. Με προξενιό τού δώσανε τη Χαρίκλεια και μαζί της έφερε στον κόσμο άλλα τέσσερα παιδιά.

  Ο Χρήστος, χουσμεκιάρης 2 στα χωράφια μιας οικογένειας προυχόντων,  δούλευε ολημερίς για τον επιούσιο και η Χαρίκλεια μεγάλωνε μόνη της τα παιδιά τους. Μετά τη γέννα των διδύμων, άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης, που φυσικά δεν αντιλήφθηκε κανείς. Έγινε σκληρή και αδιάφορη απέναντι στα παιδιά της και πίεζε τα μεγαλύτερα, και κυρίως την Ανθή, να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού και να φροντίζουν τα μικρότερα αδέλφια τους.

- Ανθή, σύρε να μάσεις 3  μαντάρες 4  απ’ το δάσος. Θα είναι γεμάτο από δαύτες μετά το χτεσινό δρολάπι 5  και το σημερνό κάμα. Και πρόσεχε, πάρε μαχαιράκι μαζί σου, να τις κόβεις από το κοτσάνι τους, μην τις ξεριζώνεις! Θα’ ρθει κι ο πατέρας πεινασμένος το απόγευμα να του κάνεις μια τηγανιά μαντάρες και όσες περσσέψουν να τις απλώσεις στον ήλιο, να ξεραθούν.

- Εντάξει μάνα, τρέχω...

Στο δάσος, η δεκατριάχρονη Ανθή έψαχνε να βρει καλογεράκια και βασιλικές, τα νοστιμότερα μανιτάρια της περιοχής, και με ήρεμες και προσεκτικές κινήσεις ανασήκωνε τα πεσμένα φύλλα στα ριζά των δέντρων εκεί που «ελλοχεύουν» οι βρώσιμοι μύκητες. Δεν ήταν, όμως, μόνη της. Ένας άλλος θηρευτής μανιταριών, ένας ευυπόληπτος οικογενειάρχης του χωριού, με καλή έξωθεν μαρτυρία, πρώην επίτροπος της Εκκλησίας, καλοκοίταζε την παιδούλα. Στάθηκε μπροστά της, κρύβοντάς της τον ήλιο, και της επιτέθηκε. Το κορίτσι μάταια προσπάθησε να ξεφύγει από τις ανώμαλες ορέξεις του γιγαντόσωμου άντρα. Κακοποιημένο και βιασμένο επέστρεψε στο σπίτι του τρεκλίζοντας και με άδεια χέρια. Την κόφα 6  με τα μανιτάρια την είχε αφήσει στον τόπο του εγκλήματος.Η Χαρίκλεια σαν την είδε να προβάλει από την αυτοσχέδια πόρτα του μαγειριού 7 τής έβαλε τις φωνές:

- Πού είναι οι μαντάρες; Ξαστόχαστη! Πάλι δεν μπόρεσες να τις βρεις; Άλλα κορίτσια μαζώνουν  οκάδες και τις πλάνε 8 στους Ιταλούς εμπόρους κι εσύ δεν βρήκες ούτε μια τηγανιά;

Η Ανθή, αμίλητη και με κακοφορμισμένες πληγές στο σώμα και στην ψυχή πήγε στην κάμαρη όπου κοιμόντουσαν τα μικρά αδέλφια της και έγειρε το άδειο κορμί της πλάι τους.

   Οι μήνες περνούσαν και η Ανθή όλο και στρογγύλευε, η κοιλιά της διαγραφόταν στα φουστανάκια της κι όλα τα παιδιά στην πλατεία την φώναζαν «χοντρέλω». Μια μέρα έπεσε στο κρεβάτι. Αισθανόταν άρρωστη βαριά, το στομάχι της ήταν έτοιμο να αναπηδήσει από το στόμα της. Η Χαρίκλεια βλέποντας το παιδί να μην συνέρχεται, κάλεσε τη θεια Ζώγια, την ξεματιάστρα και μαμή του χωριού, που εκτελούσε και χρέη εμπειρικού γιατρού, να το γιατροπορέψει. Η Ζώγια, αφού εξέτασε το κορίτσι, κατάπληκτη επιβεβαίωσε την εγκυμοσύνη της Ανθής και προσπάθησε να της εκμαιεύσει το μυστικό της σύλληψης. Όταν το έμαθε και η Χαρίκλεια, άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει:

- Τι θα πει ο κόσμος; Τι θα το κάνουμε το μούλικο; Γιατί μας τό’ κανε αυτό ο παλιάνθρωπος; Θα πεθάνει ο πατέρας σου απ’ την ντροπή!

Αμέσως έκλεισε ερμητικά τα πορτοπαράθυρα κι έσπρωξε την Ανθή μέσα στο καμαράκι, στο κατώι, όπου έμελλε να είναι η φυλακή της μέχρι να γεννήσει. Η θεια Ζώγια κράτησε καλά το μυστικό μέσα της και όταν έφτασε η στιγμή ξεγέννησε το αγοράκι της Ανθής και το περιποιήθηκε στα πρώτα λεπτά της σύντομης ζωής του. Ψήλωσε, όμως, ο νους της Χαρίκλειας και αμέσως μετά το ξεπροβόδισμα της Ζώγιας, το έπνιξε και η ψυχούλα του σαν χρυσαλλίδα πέταξε ανάλαφρα στον αέρα. Η Ανθή τα είδε όλα. Τη μάνα της να πνίγει το παιδί της και την ψυχή του να φτερουγίζει. Η εικόνα του βίαιου θανάτου του σκέπασε την προηγούμενη εικόνα της ζωής, όταν η θεια Ζώγια τής έδωσε το λεχούδι να το ακουμπήσει στο στήθος της κι αυτό να ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τρόπο να ενωθεί με τη μητέρα του.

   Το μυστικό κρύφτηκε καλά μέσα στο σπιτικό σεντούκι των αλγεινών αναμνήσεων της οικογένειας. Όταν η Ανθή έγινε δεκαοκτώ, η θεία Χάιδω, η αδελφή της μάνας της, τής έφερε προξενιό από τη μάνα του Μιχαλάκη, του βοσκού από το διπλανό χωριό. Ο Μιχαλάκης, αλαφροΐσκιωτος, χανόταν με τα πρόβατά του στα αχαρτογράφητα ρουμάνια της περιοχής. Μιλούσε με τα στοιχειά του δάσους και πάλευε με τους δαίμονές του. Η μάνα του πίστευε ότι ο γάμος θα τον συνέφερνε και θα τον λογίκευε. Η Ανθή ήταν η ιδανική νύφη. Ήταν φτωχή, άβουλη και σπανίως μιλούσε σε άνθρωπο. Έγινε αμέσως ο γάμος σ’ ένα ξωκλήσι χωρίς κόσμο και όργανα χαράς και γλεντιού. Η Ανθή έζησε τρία χρόνια μαζί του μέσα στη δυστυχία και στον παραλογισμό, μα πιο πολύ υπέφερε ψυχικά από την εικόνα του νεκρού μωρού της, που κάθε βράδυ, σαν έπεφτε στο κρεβάτι να ξεκουράσει το σώμα της, παρουσιαζόταν μπροστά της και την έκανε να πετιέται κάθιδρη και με τον ίδιο σφάχτη στην καρδιά.

- Ανθή πρέπει να τον αφήσεις. Θα σε βοηθήσω να βγάλεις διαζύγιο. Είναι τρελός ο Μιχαλάκης!

   Τη διαπίστωση την έκανε η αδελφή του πατέρα της, η Αμαλία, που μόλις έφτασε από την Αμερική στα πάτρια εδάφη επισκέφτηκε την ανιψιά της να την δει και να ελέγξει αν ευσταθούσαν οι φήμες για τα κακοπαθήματά της. Η Αμαλία κατάφερε με ένα παλιό συμμαθητή  της, δικηγόρο από τη Θεσσαλονίκη, να γλιτώσει την Ανθή από τον Μιχαλάκη αλλά και από την οικογένειά της. Χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες της, την έγραψε εσώκλειστη στη σχολή Αδελφών Νοσοκόμων του Κεντρικού Νοσοκομείου. Στη σχολή η Ανθή παρακολουθούσε τα μαθήματα και παράλληλα εργαζόταν με μια πενιχρή αμοιβή στις διάφορες κλινικές του νοσοκομείου. Εκεί, η Ανθή γνώρισε και τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Μήτσο, που ήταν φύλακας στο Γεντί Κουλέ, με πλούσια «σωφρονιστική» δράση και ποικιλία στα είδη των βασανιστηρίων που εφάρμοζε στους πολιτικούς κρατούμενους της φυλακής, ανοίγοντας ένα νέο οδυνηρό κεφάλαιο στο βιβλίο της βασανισμένης της ζωής, με τίτλο: «Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί» των γυναικών.

Γλωσσάρι

  1. Η γνωστή φράση από το «μοιρολόγι της φώκιας» του Α. Παπαδιαμάντη

  2. ακτήμονας, μεροκαματιάρης εργάτης 

  3. μαζέψεις

  4. έτσι ονομάζονται στην ντοπιολαλιά τα μανιτάρια

  5. έντονη βροχή

  6. καλάθι

  7.  κουζίνας

  8. πουλάνε



Ελένη Κ. Παπαδοπούλου


 


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Οδός Αποστόλου Παύλου (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...)

Κώστας Λούστας
Κώστας Λούστας, Christos Bakalakos, Philologist, 1993, oil on panel, 165x122cm (64.9″x48″)

Οδός Αποστόλου Παύλου
(πρώτη δημοσίευση στο fractal)

    Ο κύριος Χρήστος, με το λευκό ψάθινο πλατύγυρο καπέλο και το κόκκινο μαντίλι στον λαιμό, απολαμβάνει το πρωινό καφεδάκι του στην «Πρίγκηπο». Στο ίδιο τραπέζι, κάθε πρωί, απέναντι από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο που έχει γείρει απειλητικά από τα χρόνια, αλλά τα κλαδιά του βαρυφορτωμένα από φύλλα δροσίζουν τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού τους θαμώνες του καφενείου και τους περαστικούς της Αποστόλου Παύλου.
   Ο κύριος Χρήστος, καθηγητής φιλόλογος, με αμέτρητες ώρες διδασκαλίας στη μακροχρόνια καριέρα του, εδώ και ένα χρόνο συνταξιοδοτήθηκε. Σαν να ήταν μόλις χτες, όταν άφησε τη γενέτειρά του, τη Λάρισα, για να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Πέρασε πρώτος στη Φιλολογία και πρώτος αποφοίτησε και από τη στιγμή που πήρε «επαξίως» το πτυχίο του από το κλασικό τμήμα άρχισε να διδάσκει Αρχαία Ελληνικά. Με τον δικό του τρόπο. Για κάθε συντακτικό φαινόμενο της «νεκρής» γλώσσας ζωντάνευε ένα παράδειγμα από τη ζώσα γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών:
-«Για δέστε τον αμάραντο σε τι γκρεμό φυτρώνει!». Αυτό είναι, παιδιά μου, το προληπτικό αντικείμενο που συναντήσαμε στον ρήτορα Ισαίο.
   Με τις παραλληλίες αυτές, η αρχαία γλώσσα ζωντάνευε και οι μαθητές του, «παιδιά φανατικά για γράμματα», όπως τους αποκαλούσε, θαύμαζαν τη συνέχεια της γλώσσας, θαύμαζαν και τον ίδιο για την ευρυμάθειά του και προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τα χνάρια του. Από «τα χέρια» του βγήκαν πολλοί φιλόλογοι με αγάπη για τη γλώσσα και τη διδασκαλία.
   Η διδασκαλία ήταν η μια μεγάλη αγάπη του. Η άλλη αγάπη του και παντοτινή ήταν η γραφή. Έγραφε συνεχώς κείμενα, αφηγήσεις, όχι μυθιστορήματα-ποταμούς ούτε και μικροδιηγήματα σαν κι αυτά που διδάσκονται στις σχολές δημιουργικής γραφής και είναι της μόδας σήμερα. Τα κείμενά του ήταν εκρήξεις έμπνευσης και φαντασίας, φτιαγμένα με λέξεις από παρατηρήσεις και συναισθήματα της στιγμής, των ασήμαντων και περαστικών, με έκταση ανάλογη της ανάγκης του για εξωτερίκευση.
Μετά την αφυπηρέτησή του, συνήθιζε να πηγαίνει στο καφενείο της Αποστόλου Παύλου, την «Πρίγκηπο» και, με το χαρακτηριστικό σπιράλ τετράδιο, με εξώφυλλο ένα καραβάκι του ζωγράφου Λούστα και το μαλακό μολύβι νούμερο 2, έγραφε, παρατηρώντας τους διαβάτες του ιστορικού δρόμου.
   Το πρωί, ζωντάνευαν μπροστά του ο Απόστολος Παύλος με τον Σίλα να ανηφορίζουν για τη μονή Βλατάδων, να κηρύξουν το ευαγγέλιο στους εθνικούς Θεσσαλονικείς. Άλλοτε, έβλεπε τον Κεμάλ, παιδάκι κρατώντας το χέρι της μάνας του, της Ζουμπέιντα, να επισκέπτονται τη θεία του στο χαμηλό τουρκόσπιτο δίπλα από τις μουριές. Και τον Γιώργο Ιωάννου, τον παρατηρούσε που ανέβαινε στο 3ο Γυμνάσιο Αρρένων, κρατώντας τη σάκα του, παρέα με εβραιόπουλα λίγες μέρες πριν τα μαζέψουν οι Ναζί για να τα στείλουν με τρένο στον θάνατο. Το μεσημέρι, ο δρόμος γέμιζε γυναίκες και παιδιά με μποξάδες με ρούχα να ανηφορίζουν για να λουστούν στα λουτρά του Ισλαχανέ και μικροπωλητές με τα ζωντανά τους να κατηφορίζουν το πλακόστρωτο, από τα βυζαντινά τείχη μέχρι τη Ροτόντα.
   Το απόγευμα, πάλι, συναντούσε με τη ματιά του τους εργάτες από το Μηχανουργείο του Αξυλιθιώτη, κατάκοπους και μαυρισμένους από τα γράσα να ανηφορίζουν για τα καστρόπληκτα της Άνω πόλης. Και σαν βράδιαζε, πολύβουες παρέες, αγοριών και κοριτσιών, φοιτητών του Αριστοτελείου, έπαιρναν τον δρόμο της διασκέδασης για το «Ίγγλις» και τη «Δόξα», τα κουτούκια με το φθηνό φαγητό και τα ρεμπέτικα τραγούδια.
   Η πανσπερμία των λαών και η ποικιλία των παροδιτών ανά τους αιώνες κινούνταν αέναα στη φαντασία και στην πραγματικότητα και ο κύριος Χρήστος δεν προλάβαινε να γράφει, ρουφώντας πότε πότε και καμιά γουλιά από ελληνικό καφέ στη χόβολη.

ΕΛΕΝΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. και παρακολούθησε επιτυχώς μαθήματα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ., με ειδίκευση στη Βιβλική και Πατερική Γλώσσα. Έχει διδάξει στην ιδιωτική εκπαίδευση και σήμερα είναι καθηγήτρια στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. ΄Εχει εκδώσει μία φιλολογική μελέτη με τίτλο: ΟΔΟΣΗΜΑ ΜΝΗΜΗΣ-ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΤΕΧΝΗΣ, Επιτύμβια Επιγράμματα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020. Έχει υλοποιήσει την ιδέα και την επιμέλεια μιας συλλογικής έκδοσης διηγημάτων με τίτλο: Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…, Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2020, με την επιχορήγηση του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Γράφει άρθρα, βιβλιοκριτικές και λογοτεχνικά κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και είναι συντάκτης του φιλολογικού-εκπαιδευτικού ιστολογίου, eranistria.blogspot.com





Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Τα καιρικά φαινόμενα στη Λογοτεχνία (διδακτική πρόταση)


  
Στο πλαίσιο μιας διαθεματικής προσέγγισης της Λογοτεχνίας, με τίτλο:" Με του καιρού τ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό και εις το κακό περιπατούν και τρέχου..." ανακαλύψαμε με τους μαθητές την παρουσία, συμβολική και πραγματική, των καιρικών φαινομένων σε πολλά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνήθως, η βροχή, ο άνεμος, οι αστραπές και οι βροντές, ο ήλιος και το χιόνι υποβάλλουν αντίστοιχες συναισθηματικές καταστάσεις και προσημαίνουν την αλλαγή του σκηνικού και της ψυχικής κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου. Η παρούσα διδακτική πρόταση, που θα τεκμηριωθεί σύντομα με τη μορφή διδακτικού σεναρίου, μπορεί να υποστηριχθεί και με την παράλληλη παρουσίαση-διδασκαλία των φυσικών φαινομένων από εκπαιδευτικό σχετικής ειδικότητας ( ΠΕ04).

Ενδεικτικά, παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα ποιητικά κείμενα με "καιρικές" συνδηλώσεις που μελετήσαμε στην τάξη:

(Ο ΚΑΙΡΟΣ γενικά)

Κ. Καβάφης,  Καλός και Κακός Καιρός 

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη, 
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι, 
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.
Τι ωφελεί οπού φυτρώνει 
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα! 
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί. 
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει, 
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει, 
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.
 (Από τα Αποκηρυγμένα) 

(ΒΡΟΧΗ)

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ' τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ' την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι' απ' ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ' όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)

(ΑΣΤΡΑΠΗ & ΒΡΟΝΤΗ)

Διονύσιος Σολωμός - Ὁ Κρητικός (ἀπόσπασμα)
XVII.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ᾿ ἀκρογιάλι· 
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!». 
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ᾿ ἄλλο, 
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο· 
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν, 
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ᾿ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.

(ΑΝΕΜΟΣ)

Γιώργος Σαραντάρης , Ο Άνεμος κι η Άνοιξη

O άνεμος ρέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν ουρανός που έχασε το δρόμο
Δέντρα προσπαθούν να του δέσουν τα χέρια
Aλλά μάταια κοπιάζουν

O άνεμος αναπνέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν στρατός που ορμάει στον αγώνα
Tον καλωσορίζει η άνοιξη στην κοιλάδα
Tον χαιρετάνε τ' αρώματα της γης

H άνοιξη είναι μια παρθένα που δεν την ξέραμε
Kαι όλους μάς φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Tώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Kι αναγκάζει κι εμάς να τον αγαπήσουμε


(ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ-ΘΥΕΛΛΑ)

Κούλα Αδαλόγλου, ερωτικό

Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
όταν δε θα μετράμε την αγάπη μας στα γραμμάρια του μπιμπερό.
Είναι που
ήσουν ανεμοστρόβιλος
κι ήμουν ένα αφημένο στάχυ.
Ήσουν θύελλα
κι ήμουν σιγανός μπάτης,
ήσουν καταιγίδα
κι ήμουν δειλή αστραπή.
Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι η κούραση θα σεργιανάει στο φλεβίτη του ποδιού μου.
Εκεί στην άκρη της θλίψης
είναι ένα λιβάδι παπαρούνες.
Είναι φριχτές οι παπαρούνες σαν τις κοιτάς κατάματα.
Φυλλορροείς.
Θα ξανασυναντηθούμε, αγάπη,
κι εσύ θ’ αναρωτιέσαι για την ερημιά μας,
κι εγώ θα ξέρω.

(ΟΜΙΧΛΗ)

Τόλης Νικηφόρου, «ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

«νάμασταν, λέει, τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο,
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο,
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια
πλάι στην καπνοδόχο την ώρα
που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός.
κι ύστερα, λέει, να φύτρωναν κόκκινα,
κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας, στα μάτια μας
ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και τον θάνατο.
νάμασταν, λέει, με κόκκινα φτερά
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται»

(ΧΙΟΝΙ)

Γιάννης Ρίτσος, «Το χιόνι»

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.


Επιμέλεια: Ελένη Κ. Παπαδοπούλου




Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Εξεταστικό θέμα προσομοίωσης Νεοελληνικής Γλώσσας & Λογοτεχνίας



Καλή επιτυχία!!!

ΚΕΙΜΕΝΟ 1

Δημιουργικότητα της «απόγνωσης»


Η εγκατάσταση της Καλλιόπης Λεμού «At Crossroads» που τοποθετήθηκε το 2009, ως μέρος μιας τριλογίας, μπροστά από την Πύλη του Βραδεμβούργου. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα καλλιτέχνις που ασχολήθηκε με το μεταναστευτικό ζήτημα. Οι βάρκες στο έργο ανήκαν σε μετανάστες.
Εικόνες από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Λέσβου κάνουν καθημερινά τον γύρο της οικουμένης μέσα από τα τηλεοπτικά πλάνα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για πρώτη φορά όμως απασχόλησαν τη διεθνή κοινότητα της τέχνης, καθώς ο παγκοσμίου φήμης Αϊ Γουέι Γουέι επισκέφθηκε τις γιορτινές ημέρες το νησί του Αιγαίου και ανέβασε φωτογραφίες στον λογαριασμό του στα social media. Κυνηγημένος από το κινεζικό καθεστώς, στερήθηκε το διαβατήριο και την ελευθερία λόγου, ο εικαστικός έθεσε στο επίκεντρο της δουλειάς του τα πιο σπουδαία θέματα για την πορεία της πατρίδας του μέσα στον χρόνο. Καταξιώθηκε στη Δύση και θεωρείται ένας από τους παγκόσμιους σταρ της τέχνης. Στη Μυτιλήνη ανακοίνωσε μάλιστα ότι θα σχεδιάσει και ένα μνημείο αφιερωμένο στα θύματα, το οποίο θα τοποθετηθεί στο νησί.
Η αμφίπλευρη προβολή
Η εκτεταμένη δημοσιότητα που πήρε η αυτοψία του σίγουρα επιταχύνει την παγκόσμια ευαισθητοποίηση για το προσφυγικό ζήτημα και τη δύσκολη κατάσταση που ζει η Ελλάδα. Αναρωτιέται όμως κανείς μήπως τα οφέλη της προβολής τα μοιράζονται συχνά και οι ίδιες οι προσωπικότητες –όπως η Σούζαν Σάραντον που προηγήθηκε του Κινέζου καλλιτέχνη– ενδυναμώνοντας την πτυχή της κοινωνικής τους δράσης. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ανθρώπινο δράμα των σημερινών μεταναστών όπως κάποτε και των εκάστοτε επαναστατημένων ή εμπόλεμων, γίνεται «της μόδας». Προς επίρρωσιν, το 2016 θα γίνουν εικαστικές εκθέσεις γύρω από το θέμα αυτό στη Γαλλία και την Τουρκία, ενώ είναι σαφές ότι επιμελητές και διευθυντές μουσείων θα στρέψουν το βλέμμα τους στη δημιουργικότητα της «απόγνωσης».
Και οι Έλληνες καλλιτέχνες; Πόσο συγκινούνται από τις ιστορίες των χιλιάδων κυνηγημένων που φτάνουν στις ακτές μας και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στην Αθήνα; Δύο ήταν οι πρωτοπόροι: Η Καλλιόπη Λεμού ήδη από το 2006 έχει κάνει σειρά έργων χρησιμοποιώντας τις εγκαταλελειμμένες βάρκες των δουλεμπόρων, ενώ ο Κώστας Βαρώτσος ύστερα από ανάθεση των Ιταλών έφτιαξε το 2012 ένα εμβληματικό μνημείο στο λιμάνι του Οτράντο, στο Ιόνιο Πέλαγος.
«Το 2003 σε ένα από τα ταξίδια από το Λονδίνο, όπου ζω μόνιμα, στις Οινούσες, έκανα με την οικογένειά μου μια στάση στη Χίο. Εκεί, στην περιοχή Παντουκιός, είδα πεταμένες στην ακτή μερικές βάρκες που είχαν τρύπες στον πάτο τους. Ενας καραβομαραγκός μού εξήγησε ότι τις συνέλεξαν οι αρχές της Χίου από διάφορες τοποθεσίες στο νησί και του τις έφεραν για να τις καταστρέψει. Τις είχαν αφήσει πίσω τους οι μετανάστες που ήθελαν να περάσουν στην Ευρώπη και ήταν τα δουλεμπορικά σκάφη», μας εξηγεί η Καλλιόπη Λεμού.
«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος μεν αλλά δεν είχαμε κάποιον συγγενή που να μετανάστευσε. Ωστόσο αισθάνθηκα τεράστια συγκίνηση και σύνδεση με τις βάρκες, σαν να είχα κάνει εγώ το ταξίδι αυτό. Παρακάλεσα τον καραβομαραγκό να μην τις διαλύσει, θέλοντας να πάρω άδεια από τις αρχές του νησιού για να τις μετατρέψω σε έργα. Πράγματι έπειτα από συνεννόηση, κατάφερα να μου τις παραχωρήσουν και έτσι ξεκίνησε το δικό μου ταξίδι στην τέχνη με μια ενότητα που με απασχολεί ακόμα».
Αρχικά εξέθεσε στην Ελευσίνα μερικές βάρκες σε όρθια στάση, όπως το σήμα στους αρχαίους τάφους. Υστερα στην Κωνσταντινούπολη, μετά στην Πύλη του Βραδεμβούργου στο Βερολίνο. Πέρυσι έκανε μια εγκατάσταση στο Βυζαντινό Μουσείο. Σε ένα δουλεμπορικό πλοιάριο κόλλησε δέκα χιλιάδες τάματα από αλουμίνιο, με αληθινά ονόματα και ημερομηνίες γέννησης μεταναστών που έκαναν τον δύσκολο πλου προς αυτό που νόμιζαν ότι μπορεί και να είναι η «Γη της Επαγγελίας».
Σιωπή μπροστά στην τραγωδία
[…]
Το 2012, ο Ιταλός περιφερειάρχης της περιοχής τηλεφώνησε στον Κώστα Βαρώτσο και του ζήτησε να κάνει ένα έργο με το κουφάρι του «Kateri i Radës». «Δέχθηκα αμέσως», λέει ο καλλιτέχνης. «Όμως δεν είχα υπολογίσει πόσο δύσκολο ήταν να δουλέψω πάνω σε ένα τόσο φορτισμένο πράγμα. Ένιωθα συνέχεια τον θάνατο. Και εστίασα όλες τις δυνάμεις μου στο να κάνει το πλοιάριο αυτό ένα άλλο ταξίδι προς τη ζωή μέσα από την τέχνη. Δεν ήθελα ένα μοιρολόι, αλλά ένα μνημείο για τους ανθρώπους αυτούς. Στα εγκαίνια ήρθαν οι συγγενείς τους και με κοίταγαν με αυτό το έντονο βλέμμα του πένθους τόσο καιρό μετά. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία», συμπληρώνει ο εικαστικός.
Σιωπηλός στον πόνο
«Λίγα χρόνια πριν είχα δεχθεί μια πρόταση να πάω στο Μαυροβούνιο, που προσπαθούσε να συνέλθει από τις πληγές του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία. Ξαφνικά οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι που είχαν βομβαρδίσει και διαλύσει τη χώρα, έστελναν τους επιμελητές και τους γκαλερίστες, τους διευθυντές μουσείων και τους θεωρητικούς να εμπνευστούν από το τραύμα του πολέμου. Πιστεύω ότι μπροστά στον θάνατο, αυτόν που βλέπεις να συμβαίνει μπροστά σου, όπως τώρα με τους πρόσφυγες στα νησιά, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις σιωπηλός και στοχαστικός. Τα έργα θα προκύψουν αργότερα. Πρέπει να ξέρεις πώς και, κυρίως, πότε θα αφουγκραστείς τον πόνο. Οσο για το ενδιαφέρον που θα δείξουν οι καλλιτέχνες για την τραγωδία των προσφύγων, ο χρόνος θα δείξει την αντοχή του».
Μαργαρίτα Πουρνάρα,


πηγή: ΠΟΛΥΤΡΟΠΗ ΓΛΩΣΣΑ  http://politropi.greek-language.gr

ΚΕΙΜΕΝΟ 2

ΣΑΝ ΤΥΨΗ

Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια
ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.
Εκείνα, όμως, δεν έχουν
μόνο θυμούνται
αυλές και γέλια και παιχνίδια
βλέπουν γονείς στραγγισμένους
ή τους χάνουν
δεν ονειρεύονται
γιατί το μέλλον μια κουκίδα
χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

σεντόνια της αθωότητας
μη μου γίνετε τύψη.

 Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια κουκίδα, Σαιξπηρικόν, 2018, σελ. 36

ΘΕΜΑ Α

Σε μία παράγραφο 50-60 λέξεων να καταγράψετε στοιχεία που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών για την τραγωδία των προσφύγων (Κείμενο 1).                                                                                      (Μονάδες 15)

ΘΕΜΑ Β

Ερώτημα 1ο
Ποια γεγονότα από το προσφυγικό πρόβλημα εμπνέουν τους καλλιτέχνες και πώς μετουσιώνονται σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα;                                                                                                                                    (Μονάδες 15)

Ερώτημα 2ο
Στο Κείμενο 1 η αρθρογράφος παραθέτει λέξεις ή χωρία σε εισαγωγικά. Να δικαιολογήσετε τη χρήση τους.
                                                                                                                                           (Μονάδες 10)
Ερώτημα 3ο
Πώς συνδέεται ο τίτλος του κειμένου 1: "Δημιουργικότητα της «απόγνωσης" με το περιεχόμενό του;
                                                                                                                                        (Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Γ
Σε ποια τύψη αναφέρεται το Κείμενο 2; Με ποιον τρόπο "συνομιλεί" το Κείμενο 1 με το Κείμενο 2;
Να γράψετε ένα δικό σας κείμενο 200 λέξεων περίπου.
                                                                                                                                     (Μονάδες 15)
ΘΕΜΑ Δ
Να γράψετε ένα κείμενο 300-350 λέξεων στο οποίο να παρουσιάζετε τις προσωπικές σας απόψεις για τη σύγχυση που έχει δημιουργηθεί για την ταυτότητα των ανθρώπων που αποκαλούνται μετανάστες ή πρόσφυγες, περιγράφοντας παράλληλα και τη ζοφερή κατάσταση που αντιμετωπίζουν στη χώρα υποδοχής.
                                                                                                                                        (Μονάδες 30)

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

για τη γιορτή της Μητέρας...

 Μια υπόμνηση για τη γιορτή της Μητέρας

Μυρωδιές που ανασκαλεύουν μνήμες και σημάδια από  κραγιόν που αφήνουν αποτυπώματα αγάπης. Όπως και να τις ονομάσει κανείς, οι εκδηλώσεις, άδηλες και φανερές, της μητρικής αγάπης μένουν ανεξίτηλες και ανεξάλειπτες, όσα χρόνια κι αν περάσουν, και μεταβιβάζονται στα μελλοντικά παιδιά. Κι αυτός ο κύκλος της διαδοχής συνεχίζεται αέναα, τονίζοντας τη μοναδικότητα και απολυτότητα της Μητέρας.

https://www.facebook.com/pages/%CE%A7%CF%81%CF%85%CF%83%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%B7-%CE%92%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%9A%CE%BF%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%B7/1938736616446672
ΚΡΕΜΑ ΝΥΚΤΟΣ

Από το Μουσείο του Δίου, φωτ. Ελένη Κ. Παπαδοπούλου
Ερχόταν πρώτα η μυρωδιά
κρέμα νυκτός
κι ύστερα έμπαινε η ίδια, η μαμά.
Τώρα πηγαίνω κι εγώ για ύπνο με κρέμα νυκτός.
Όμως το προσκεφάλι έχει βαθιές χαράδρες
γκρεμίζομαι
κόκκινα κουρέλια τα σεντόνια
παφλάζουν, και μετά ηρεμία.
Μια πρόσκαιρα ενυδατωμένη επιδερμίδα
επιπλέει σαν σχεδία
πάνω σε θολό υγρό επαπειλούμενης σήψης.

ΕΥΛΟΓΑ

Στην εύλογη απορία του
γιατί βάζει κραγιόν λίγο πριν τους αποχαιρετήσει,
μα γι' αυτό ακριβώς, απάντησε,
για να 'χουν κάτι από μένα πάνω τους
σαν θα' χω φύγει.

Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα,  Σαιξπηρικόν, 2018


Αντίγραφο ψηφιδωτού της Ραβέννα, φωτ. Ελένη Κ. Παπαδοπούλου

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

Α-λήθεια ή λήθη;


Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό fractal, τεύχος 71

Διήγημα: “Κρίση πανικού”


Γράφει η Ελένη Παπαδοπούλου // *



– Πώς σας φάνηκε η κηδεία κ. Πηνελόπη;

– Εξαιρετική Λάμπρο μου, ταιριαστή με το ήθος της οικογένειάς σας! Με στενοχώρησε, όμως, η Μαριώ, ήταν κίτρινη σαν το πανί, ζωντανή-νεκρή!
– Α, μην δίνεις σημασία. Έπαιζε θέατρο, για να την λυπηθεί ο κόσμος, να το παίξει θύμα!
– Και γιατί να την λυπηθεί ο κόσμος αγόρι μου; Τι έκανε; Βέβαια, άκουσα τι έγινε πριν ξεκινήσει η τελετή, αν και δεν ήμουν παρούσα σ’ αυτό το τόσο παράξενο και, κατά τη γνώμη μου, παράλογο συμβάν.
Το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα εκείνο το σαββατιάτικο πρωινό στο χωριό. Η κηδεία της Αθηνούλας θα γινόταν στις δώδεκα το μεσημέρι. Από τις δέκα είχαν συγκεντρωθεί στο καφενείο συγγενείς και χωριανοί για να την αποχαιρετήσουν στο τελευταίο της ταξίδι. Είχε διαγράψει τον κύκλο της ζωής της η Αθηνούλα και μετά από πολλά χρόνια χηρείας, κατάθλιψης και ακινησίας παρέδωσε το πνεύμα της σε προχωρημένη ηλικία. Τα τρία παιδιά της είχαν ρυθμίσει όλες τις εκκρεμότητες της ταφής και περίμεναν τη μεταφορά της σορού από το γραφείο τελετών. Στις έντεκα έφτασε η νεκροφόρα και η Αθηνούλα μπήκε για τελευταία φορά στην εκκλησία όπου είχαν ιερολογηθεί όλα τα μυστήρια της ζωής της. Το φέρετρό της συνόδευαν με βαθιά θλίψη και βουβό κλάμα τα αδέρφια της και τα παιδιά της.
Η αδερφή της, η Ευδοκία, άρχισε να σιγομουρμουρίζει μέσα στον κόσμο και καθώς έμπαιναν στον ναό, ακατάληπτα λόγια που σιγά-σιγά γίνονταν ευδιάκριτα και κατανοητά. Κατηγορούσε με κραυγές και χειρονομίες τη Μαριώ, τη γυναίκα του ενός γιου της Αθηνούλας, του Κώστα.
– Εσύ είσαι η αιτία! Εξαιτίας σου πέθανε! Αντί να πας να την γηροκομήσεις, την σκότωσες! Εσύ φταις που πέθανε στο κέντρο αποκατάστασης!
Τα λόγια της, πύρινες ιαχές, διαπερνούσαν τον κρυστάλλινο ουρανό και έκαιγαν τα αυτιά της Μαριώς, που σαν χαμένη κοιτούσε δεξιά και αριστερά, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, να αρθρώσει μια κουβέντα, να πει τα δικά της, να υπερασπιστεί τον εαυτό της για την αδικία. Αλλά τι να υπερασπιστεί μπροστά σε μια παγιωμένη πεποίθηση;
Η παραδοσιακή αντίληψη του χωριού θέλει τη νύφη να προσφέρει τις υπηρεσίες της, και γιατί όχι, να μένει μαζί με τα πεθερικά της, όταν οι φυσικές δυνάμεις τούς εγκαταλείπουν. Με τα λόγια της Ευδοκίας άρχισαν να συμφωνούν οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι, και ιδιαιτέρως οι πάλαι ποτέ «φίλες» της Μαριώς, που γνώριζαν τόσο πολλές λεπτομέρειες για την ίδια και τη ζωή της. Και ποια ήταν η Μαριώ; Μια κοπέλα που από τότε που θυμόταν τον εαυτό της δούλευε συνεχώς και έβαζε στόχους στη ζωή της. Ο άντρας της, ο Κώστας, έφευγε στα καράβια με τους μήνες κι αυτή ολομόναχη να αλέθεται στον μύλο της ζωής για να μεγαλώσει τη μοναχοκόρη της. Όμως δεν το έβαζε κάτω. Προσπαθούσε χωρίς σταματημό να κρατήσει την οικογένειά της ενωμένη και υπέμενε τα κακόβουλα σχόλια και τις παράλογες απαιτήσεις των αδερφών του άντρα της. Ειδικά, ο Λάμπρος, ό μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια, θεωρούσε δεδομένο ότι η Μαριώ ήταν υποχρεωμένη να «κοιτάξει» τους γονείς του άντρα της. Εξάλλου, το πατρικό σπίτι ήταν γραμμένο στον Κώστα και, μετά τον θάνατο των γονέων τους, θα το κληρονομούσε.
Η Μαριώ, όμως, δεν είχε χρόνο αλλά και δυνάμεις ούτε τους δικούς της γονείς να βοηθήσει, καθώς ήταν πιεσμένη και απροστάτευτη μέσα στη δίνη της δύσκολης καθημερινότητας. Αυτή ήταν η Μαριώ και έζησε πολλά χρόνια μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο των απαιτήσεων, των κατηγοριών, της συκοφάντησης και των προσπαθειών της οικογένειας του άντρα της να καθορίσουν τη ζωή της με τον πιο επωφελή, φυσικά, τρόπο για τους ίδιους.
Οι φίλες της από το χωριό τα γνώριζαν όλα αυτά, γνώριζαν και την οικογένεια του άντρα της. Τώρα, όμως, στην κηδεία και κάτω από την πίεση της κατακραυγής και του αναθέματος έγιναν μέλη ενός συντονισμένου χορού τραγωδίας και έριξαν, με τη σειρά τους, και αυτές μια πέτρα εναντίον της. Ξαφνικά, έγινε «η δολοφόνος», «η κακιά» που πρέπει να απομονωθεί και να διωχθεί από τη μικρή κοινωνία των αγνών ανθρώπων με τα αγγελικά πρόσωπα και την περίφημη θρησκευτικότητα.
Η Μαριώ σε μια αθέατη γωνιά του νάρθηκα της εκκλησίας άρχισε να νιώθει ότι βρίσκεται σε μια ατέρμονη περιδίνηση, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, γιατί ένας βράχος είχε πέσει πάνω στο στήθος της, όλο της το σώμα παλλόταν από το ρίγος και μαύρες σκέψεις σαν νυχτερίδες φτεροκοπούσαν στο μυαλό της. Νόμιζε ότι πέθαινε, ότι αυτές είναι οι τελευταίες ώρες λίγο πριν από την απόδραση της ψυχής της από το σώμα. Αίφνης, κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος και δεν σάλευε. Ο άντρας της και η κόρη της έπεσαν από πάνω της και προσπαθούσαν να την συνεφέρουν, ενώ μέσα στον ναό είχε αρχίσει η εξόδιος ακολουθία. Ένας ξάδερφός τους, γιατρός, αντιλήφθηκε το περιστατικό και έσπευσε να προσφέρει βοήθεια. Έκανε και τη διάγνωσή του. Η Μαριώ είχε πάθει κρίση πανικού. Κανείς άλλος δεν νοιάστηκε. Η ετυμηγορία είχε βγει, ήταν ένοχη, ήταν «δολοφόνος», δεν είχε θέση ανάμεσα στους αθώους και αμόλυντους και έπρεπε να τιμωρηθεί.
Όταν συνήλθε, η κηδεία είχε τελειώσει. Η Μαριώ ήταν ένας άλλος άνθρωπος, ευάλωτος και τσακισμένος, που, αντί να εξαφανιστεί από αυτόν τον χώρο της κακοποίησής της περίμενε, υποχωρώντας στις ικεσίες του άντρα της και του παιδιού της. Εκείνη την ημέρα, ίσως, να γεννήθηκε και η αυτοάνοση ασθένεια που θα την ταλαιπωρούσε για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της. Δεχόταν στο τραπέζι της Μακαρίας τα υποκριτικά συλλυπητήρια των παρευρισκομένων και μεταξύ αυτών άκουγε την κ. Πηνελόπη να της ψιθυρίζει: «πετροβολούν μόνο τα δέντρα που έχουν καρπούς». Τι σήμαινε αυτή η φράση; Εν τέλει, η Μαριώ είχε πάθει κρίση πανικού στην κηδεία ή, όπως ισχυρίστηκε ο Λάμπρος, έπαιζε θέατρο; Η αλήθεια έχει δύο όψεις. Είναι η αλήθεια ως βίωμα και η αλήθεια ως όψη και υπολογισμός. Ο καθένας κάνει την επιλογή του!
* Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. και παρακολούθησε επιτυχώς μαθήματα του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ., με ειδίκευση στη Βιβλική και Πατερική Γλώσσα. Έχει διδάξει στην ιδιωτική εκπαίδευση και σήμερα είναι καθηγήτρια στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Γράφει λογοτεχνικά κείμενα, βιβλιοκριτικές και άρθρα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και είναι συντάκτης του φιλολογικού-εκπαιδευτικού ιστολογίου, eranistria.blogspot.com

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Οι επιρρηματικές σχέσεις


Οι διάφορες επιρρηματικές σχέσεις εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους στα αρχαία ελληνικά ανάλογα με το τι θέλει κάθε φορά να εκφράσει ο συγγραφέας. Έτσι, για παράδειγμα, ο χρόνος εκφράζεται με επίρρημα, εμπρόθετο προσδιορισμό, δευτερεύουσα χρονική πρόταση, χρονική μετοχή κ.α. Δείτε παρακάτω έναν πίνακα συσχετικού συντακτικού που θα σας βοηθήσει στη συντακτική και νοηματική εξομάλυνση ενός αρχαίου κειμένου.

ΣΥΣΧΕΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

ΧΡΟΝΟΣ


Χρονική πρόταση

Χρονική μετοχή

Γενική του χρόνου ως επιρ. προσδ.

Δοτική του χρόνου ως επιρ. προσδ.

Αιτιατική του χρόνου ως επιρ. προσδ.

Χρονικό επίρρημα

Εμπρόθετος προσδιορισμός του χρόνου


ΑΙΤΙΑ

Αιτιολογική πρόταση

Αναφορική αιτιολογική πρόταση

Παρατακτική σύνδεση με τον σύνδ. «γάρ»

Αιτιολογική μετοχή

Γενική της αιτίας ως ετερόπτ. προσδ.

Γενική της αιτίας με επιφωνήματα

Γενική της αιτίας ως επιρ. προσδ.

Δοτική της αιτίας ως επιρ. προσδ.

Αιτιατική της αιτίας ως επιρ. προσδ.

Εμπρόθετος προσδιορισμός της αιτίας

Εμπρόθετος προσδιορισμός του ποιητικού αιτίου

Δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου


ΣΚΟΠΟΣ (τελικό αίτιο)

Τελική πρόταση

Αναφορική τελική πρόταση

Τελική μετοχή

Απαρέμφατο του σκοπού

Γενική έναρθρου απαρεμφάτου

Δοτική του σκοπού ως επιρ. προσδ.

Αιτιατική του σκοπού ως επιρ. προσδ.

Εμπρόθετος προσδιορισμός του χρόνου


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

Συμπερασματική πρόταση

Αναφορική συμπερασματική πρόταση

Παρατακτική σύνδεση με συμπερασμ. συνδέσμους



ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Υποθετική πρόταση

Αναφορική υποθετική πρόταση

Υποθετική μετοχή


ΕΝΑΝΤΙΩΣΗ / ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ / ΑΝΤΙΘΕΣΗ

Εναντιωματικές ή παραχωρητικές προτάσεις

Εναντιωματική μετοχή

Παρατακτική σύνδεση με αντιθετικούς συνδέσμους

Εμπρόθετος προσδιορισμός εναντίωσης


ΤΡΟΠΟΣ / ΜΕΣΟ ή ΟΡΓΑΝΟ

Αναφορική παραβολική πρόταση

Τροπική μετοχή

Δοτική του τρόπου ως επιρρ. προσδ.

Δοτική του μέσου ή του οργάνου ως επιρ. προσδ.

Αιτιατική του τρόπου ως επιρ. προσδ.

Τροπικό επίρρημα

Εμπρόθετος προσδιορισμός τρόπου


ΤΟΠΟΣ

Αναφορική τοπική πρόταση

Γενική του τόπου ως επιρ. προσδ.

Δοτική του τόπου ως επιρ. προσδ.

Αιτιατική του τόπου ως επιρ. προσδ.

Τοπικό επίρρημα

Εμπρόθετος προσδιορισμός τόπου


ΑΝΑΦΟΡΑ

Απαρέμφατο της αναφοράς

Γενική της αναφοράς με επιρρήματα

Δοτική της αναφοράς ως ετερόπτωτος προσδ.

Δοτική της αναφοράς με επιρρήματα

Δοτική της αναφοράς ως επιρ. προσδ.

Δοτική προσωπική της αναφοράς

Αιτιατική της αναφοράς ως ετερόπτωτος προσδ.

Αιτιατική της αναφοράς με επιρρήματα

Αιτιατική της αναφοράς ως επιρ. προσδ.

Εμπρόθετος προσδιορισμός της αναφοράς


ΠΟΣΟ

Αναφορική παραβολική πρόταση

Αιτιατική του ποσού ως ετερόπτωτος προσδ.

Αιτιατική του ποσού με επιρρήματα

Αιτιατική του ποσού ως επιρ. προσδ.

Ποσοτικό επίρρημα

Εμπρόθετος προσδιορισμός ποσού κατά προσέγγιση


ΑΞΙΑ

Γενική της αξίας ως ετερόπτωτος προσδ.

Γενική της αξίας με επιρρήματα

Γενική της αξίας ως επιρρηματικός προσδιορισμός

Γενική κατηγορηματική της αξίας


ΚΤΗΣΗ

Κτητική αντωνυμία

Γενική κτητική ως ετερόπτωτος προσδ.

Γενική κατηγορηματική κτητική


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ

Δυνητική οριστική (δυνατότητα στο παρελθόν)

Δυνητική ευκτική (δυνατότητα στο παρόν / μέλλον)


ΕΥΧΗ

Ευχετική ευκτική (για ευχή πραγματοποιήσιμη

Ευχετική οριστική (για ευχή απραγματοποίητη)

Προστακτική


ΠΡΟΤΡΟΠΗ / ΑΠΟΤΡΟΠΗ

Προτρεπτική / αποτρεπτική υποτακτική

Ευχετική ευκτική

Προστακτική


ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ

Απαγορευτική υποτακτική

Προστακτική με άρνηση


Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Επιτύμβια επιγράμματα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού

Κωδικός ISBN: 978-618-5271-93-0Κατηγορία: Ετικέτες: , 
Λίγα λόγια για το βιβλίο...
 Η εκτεταμένη χρήση στην αρχαϊκή εποχή της επιτάφιας επιγραφής, με την επένδυση του θρήνου, οδήγησαν στη διαμόρφωση του ποιητικού είδους του επιγράμματος. Χρονικά η ποιητική παγίωσή του συντελείται στην ελληνιστική εποχή και με μέτρο το ελεγειακό δίστιχο αποσκοπεί στην εξωτερίκευση της αισθαντικότητας των δημιουργών του ενώπιον ενός καλλιεργημένου κοινού, κάτι που μέχρι τότε ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της τεχνοτροπίας των λυρικών ποιητών.

 Το επίγραμμα απογειώνεται στα έργα του Καλλίμαχου και του Ποσείδιππου αλλά και στις γυναίκες ποιήτριες Ανύτη και Νοσσίδα. Από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όμως, το είδος παρακμάζει καθώς η τάση των δημιουργών για μίμηση και ρητορισμό απονευρώνει τα επιγράμματα. Η πρώτη και μεγάλη αναλαμπή σημειώνεται με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό που σαν γέφυρα ενώνει την παράδοση του ελληνιστικού επιγράμματος με τον χριστιανικό κόσμο της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, καθώς χρησιμοποιεί το επίγραμμα σαν όχημα λογοτεχνικής έκφρασης.

 Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ως ευαίσθητος και πεπαιδευμένος άνθρωπος της εποχής του, οικειοποιήθηκε την ποιητική φόρμα του επιγράμματος για να εξωτερικεύσει με τον απόλυτα δικό του τρόπο τις εσωτερικές ψυχικές διακυμάνσεις που του επέφεραν οι απώλειες των αγαπημένων του προσώπων. Προηγουμένως, είχε εντρυφήσει στη μελέτη των ελληνιστικών επιγραμμάτων και προσπάθησε να εγκολπωθεί τα λογοτεχνικά μοτίβα, ειδικά αυτά που σχετίζονταν με τον θάνατο, την επαινετική τακτική, την επίκληση του Θεού, την εσχατολογία και την υστεροφημία του εκλιπόντος. Ειδικότερα, ο ποιητής που ενέπνευσε και λειτούργησε ως μέντοράς του είναι ο Καλλίμαχος, στην τέχνη του οποίου ο Γρηγόριος ανακάλυψε πολλά κοινά στοιχεία και ιδίως τον προσανατολισμό του ελληνιστικού ποιητή στην παραγωγή ενός νέου είδους ποίησης με δοκιμασμένα υλικά της παλαιότερης ποίησης. Με τον ίδιο τρόπο, ο Γρηγόριος ενστερνίστηκε τα μέσα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης προκειμένου να δημιουργήσει τη χριστιανική ποίηση.