Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Μια μικρή ιστορία (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

https://www.oceansbridge.com/shop/artists/d/dea-dez/degas-edgar/at-the-mirror-1889

Degas Edgar, at the mirror 1889


 

Μια μικρή ιστορία

A bird came dawn the walk

                                          Emily Dickinson


Κουμπώνει βιαστικά τον μπούστο του λευκού φουστανιού. Δέκα, δώδεκα μικρά κουμπιά. Χρονοβόρο. Κούμπωμα, ξεκούμπωμα. Μα και τι καλύτερο. Ραγισμένος ο καθρέπτης παραμορφώνει το είδωλο. Αυτό θέλει, μια παραμορφωμένη εικόνα. Μοιάζει με τρέλα η θλίψη. Έτσι θέλουν οι άλλοι. Βυθίζει τα χέρια στην μπακιρένια λεκάνη, κάνει πως πλένεται. Τρομαγμένη πετιέται μια ταραντούλα, κουνά την ουρά, σπαρταρά, πάλι γλιστρά στον πυθμένα. Και άλλη ρωγμή στον καθρέπτη. Η σιωπή λικνίζεται στα φύλλα, από τα κλαδιά τρυπώνει στο δωμάτιο. Μικρά πουλιά πετούν από τον μπούστο. Γεμίζει το δωμάτιο. Άσπρα και γκρίζα πούπουλα φυτρώνουν στο πάτωμα. Γυμνά τα πουλιά φωλιάζουν στον κόρφο της. Μετέωρη. Η κάμαρα, η ταραντούλα τοκ, τοκ. Επαναλαμβανόμενη μονοτονία, σαν τον σφιγμό, σαν το παλιό εκκρεμές στον τοίχο του καθιστικού. Ξεκουμπώνει το πρώτο κουμπί, μετά και άλλο και άλλο, μέχρι το πρωί. Το δωμάτιο άδειο, μόνον ο ραγισμένος καθρέπτης, η ταραντούλα τοκ, τοκ και δυο κουμπιά στα χέρια. Το πρωί θα τα ταχυδρομήσει σε άγνωστο παραλήπτη.

«Ένα κουμπί στο φως, μια ταραντούλα στο σκοτάδι

και ανάμεσά τους μια γοερή κραυγή την ώρα που βραδιάζει»  έγραψε αργότερα ο ποιητής.* 

*Ανδρέας Εμπειρίκος « Ο πλόκαμος της Αλταμίρας»


ΦΩΤΕΙΝΗ ΦΛΩΡΟΥ

Η Φωτεινή Φλώρου γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε για 32 χρόνια σε δημόσιο Λύκειο. Συνεργάστηκε  με τον καθηγητή της νεοελληνικής γλώσσας στο Αριστοτέλειο Χρίστο Τσολάκη. Συμμετείχε στην εκπόνηση των αναλυτικών προγραμμάτων για τη γλωσσική διδασκαλία και είναι μέλος της συγγραφικής ομάδας των Θεματικών Κύκλων για το Λύκειο. Από το 1994-2004 δίδαξε στο ΠΕΚ Λάρισας λογοτεχνία, γλώσσα και αρχαία ελληνική γραμματεία. Δημοσίευσε διδακτικές προτάσεις, κριτικά κείμενα και λογοτεχνικές απόπειρες σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Από το 2011 συμμετέχει στην Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης, που εκπόνησε το ψηφιακό έργο  Πολύτροπη Γλώσσα για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.



Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Δημιουργική καραντίνα

 Η μακρά περίοδος του αναγκαστικού εγκλεισμού μπορεί να προκάλεσε πολλά προβλήματα, δημιούργησε, όμως, και τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια εκφραστική αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων ως αποτέλεσμα μιας ενδοσκόπησης και ενός απολογισμού της πρότερης κατάστασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δημιουργική έκφραση λειτούργησε και λειτουργεί λυτρωτικά και αποτρεπτικά για την απαισιοδοξία που προκαλεί η πρόσκαιρη απώλεια της ελευθερίας μας. Δύο πολύ σημαντικές  προσπάθειες δημιουργικής έκφρασης μέσα στην καραντίνα είναι τα Ημερολόγια Θεάτρου σε καραντίνα, ένα συλλογικό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ από τους ανθρώπους του θεάτρου και οι Μονόλογοι των εφήβων σε καραντίνα.



Ημερολόγια θεάτρου σε καραντίνα

Ένα συλλογικό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ από τους ανθρώπους του θεάτρου

Μια πρωτοβουλία του Διεθνούς Δικτύου Θεάτρου Ντοκιμαντέρ

Σε μία προσπάθεια να παραμείνουμε μαζί και δημιουργικοί από απόσταση, το Διεθνές Δίκτυο Θεάτρου Ντοκιμαντέρ ξεκίνησε την πρωτοβουλία «Ημερολόγια θεάτρου σε καραντίνα». Κάθε μέρα, στις 12:00 το μεσημέρι, ένας διαφορετικός άνθρωπος από τον κόσμο του θεάτρου γράφει τη δική του σελίδα στο συλλογικό αυτό ημερολόγιο-ντοκιμαντέρ. Άνθρωποι με διαφορετικές ιδιότητες και επαγγέλματα του θεάτρου, από διαφορετικά μέρη του πλανήτη, μοιράζονται μαζί μας μία μέρα από τη ζωή τους, τις σκέψεις τους, τους διαλόγους, τις ιστορίες τους. Άνθρωποι του θεάτρου χωρίς θέατρο, έξω από το φυσικό τους χώρο, αλλά μέσα στη ζωή. Άνθρωποι που κάνουν εφικτή τη συλλογική τέχνη του θεάτρου: ηθοποιοί, ταξιθέτες, σκηνοθέτες, κατασκευαστές σκηνικών, συγγραφείς, διευθυντές παραγωγής, δραματουργοί, εκπαιδευτές, φωτιστές, καλλιτεχνικοί διευθυντές, σκηνογράφοι, καθηγητές, ταμίες, φροντιστές…

Με τη δράση αυτή, που προαναγγέλθηκε στις 27 Μαρτίου, στην Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, το ΔΔΘΝ επιχειρεί μια καταγραφή-αποτύπωση των ημερών μας. Ταυτόχρονα επιδιώκει να βρει έναν τρόπο επικοινωνίας και δημιουργίας, μέσα από μια εναλλακτική «σκηνή», για όσο καιρό βρισκόμαστε μακριά της και μακριά ο ένας από τον άλλο. 

Οι σελίδες ημερολογίου θα φορτώνονται κάθε μέρα στο https://documentarytheatre.com/theatre-diaries-in-quarantine/ 






Tο υλικό σε αυτό το βιβλίο είναι αποτέλεσμα ενός κύκλου διαδικτυακών εργαστηρίων γραφής, που έγιναν από τον Απρίλιο έως τον Μάιο του 2020 με 24 έφηβους και έφηβες πρόσφυγες στο πλαίσιο της δράσης «Μονόλογοι σε καραντίνα». Τα κορίτσια και τα αγόρια, που συμμετείχαν στη δράση, γράφουν για το πώς βίωσαν τις ημέρες της προσωρινής καραντίνας. 
Τι επιπτώσεις είχε ο περιορισμός στη ζωή τους και τι επίδραση είχε αυτή η περίοδος στις προσδοκίες, στις επιδιώξεις, στα εμπόδια και στον αγώνα που δίνουν καθημερινά;
Η δράση αυτή είναι μέρος του προγράμματος «Κι αν ήσουν εσύ;», - ένα πρόγραμμα ευαισθητοποίησης στα ανθρώπινα δικαιώματα και σε θέματα προσφύγων, με χρήση τεχνικών θεάτρου και εκπαιδευτικού δράματος. Το πρόγραμμα υλοποιείται από το 2015 από το Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Επισημαίνεται ότι τον Ιούλιο του 2020, όταν ολοκληρώθηκε αυτή η έκδοση, παρόλο που τα περισσότερα περιοριστικά μέτρα σε σχέση με την πρόληψη εμφάνισης και διασποράς κρουσμάτων του κορωνοϊού είχαν αρθεί για τον γενικό πληθυσμό της χώρας, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας των διαμενόντων στα κέντρα υποδοχής στα νησιά και στα κέντρα φιλοξενίας προσφύγων στην ενδοχώρα, όπου διαμένουν κάποιοι από τους έφηβους που συμμετείχαν στη δράση αυτή.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...σε livestream

 


Στις 27 και 29 Ιανουαρίου, στις 9μμ  το κοινό θα μπορέσει να παρακολουθήσει σε livestream δυο θεατρικά αναλόγια με τίτλο «Ιστορίες της Καραντίνας». Πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, που στην πλειοψηφία τους, γράφτηκαν κατά την διάρκεια της πρώτης καραντίνας και κάποια από αυτά κατά τη διάρκεια της δεύτερης καραντίνας. 

Θα ακουστούν τα κείμενα:

“Λογοτεχνία ΚΑΙ Μαθηματικά” της Κατερίνας Καλφοπούλου

Διαβάζει: Νεφέλη Ασημακοπούλου

Η Αποταμίευση … τον Καιρό της Καραντίνας” του Σύλιας Ζέττα

Διαβάζει: Κωνσταντία Καραγκούνη

Ο Παναγιώτης” του Σπύρου Κιοσσέ 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

Η λευκή ποδιά” της Ελευθερίας Παπαμανώλη 

Διαβάζει: Ανατολή Παλτατζίδου

Οι Φωνές της παραλίας” της Χαρούλας Αποστολίδου

Διαβάζει: Ειρήνη Τσαρσιταλίδου

Εσύ, μην κλαις” της Αλεξάνδρας Μυλωνά 

Διαβάζει: Γεωργία Ασημοπούλου

“Ούτε και σήμερα” του Πολύβιου Ν. Προδρόμου 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

“Μια μανταρινιά στον ακάλυπτο” της Τζίνας Ψάρρη

Διαβάζει: Ζήνα Δεσποινίδου

“Νύχτα εφημερίας”της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου

Διαβάζει: Έφη Συνώδη

“Υπάρχει κάτι χειρότερο κι από τον Θάνατο. Να πεθαίνεις μόνος.” του Βασίλη Μπαμπούλα 

Διαβάζει: Πέννυ Αρσενίου

“Εκτελώντας τις επιθυμίες σου” του Σάκη Αποστολάκη 

Διαβάζει: Τασούλα Παπαμιχαήλ-Ιγνατάκη

Ραντεβού” του Παναγιώτη Ταμβάκη 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

 “Με αφορμή μια καρό πιζάμα” της Τασούλας Γεωργιάδου

Διαβάζει: Ανατολή Παλτατζίδου

 “Κρατώντας κάτι εύθραυστο” της Κούλας Αδαλόγλου

Διαβάζει: Ειρήνη Τσαρσιταλίδου

“Οικοδομικά υλικά” της Τζένης Καραβίτη

Διαβάζει: Γεωργία Ασημοπούλου

“Οδός Αποστόλου Παύλου” της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου 

Διαβάζει: Νεφέλη Ασημακοπούλου

“Η γιαγιά της Ρίτας” του Γιώργου Μουμουζιά 

Διαβάζει: Γιώργος Μαστορούδης

“Στην άσπρη άμμο” Της Τασούλας Γεωργιάδου 

Διαβάζει: Ζήνα Δεσποινίδου

“Το πασάγιο της οδού Αθηνών” του Πολύβιου Ν. Προδρόμου 

Διαβάζει: Έφη Συνώδη

“Γιώργος και Μαρία”της Κατερίνας Φώτη 

Διαβάζει: Κωνσταντία Καραγκούνη

“Φοβάμαι κι όμως είμαι καλά” της Έλσας Μουρατίδου 

Διαβάζει: Τασούλα Παπαμιχαήλ-Ιγνατάκη

“Τα ψηφία να προσέχεις” της Άσπας Πάσσιου 

Διαβάζει: Πέννυ Αρσενίου

Το στήσιμο του θεατρικού αναλογίου  έγινε από δυο Θεσσαλονικιές σκηνοθέτιδες, την Παυλίνα Χαρέλα και την Μαριάνα Αλεξανδρή. Το τελικό αποτέλεσμα θα εμπλουτιστεί με εικόνες της πόλης μας στην διάρκεια της καραντίνας.

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο «Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...» εκδ. Γράφημα, στο blog «Ερανίστρια» και στο «Parallaxi Magazine/parallaximag.gr»

Οι μουσικές συνθέσεις που θα ακουστούν προέρχονται από τη δισκογραφία του Γιώργου Καζαντζή.

Η δράση αυτή θα στηρίξει την:

ΜΟΝΑΔΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ

«ΣΩΣΣΙΔΕΙΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ».

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2021

Η Υποτακτική της προσδοκίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

https://www.architecturaldigest.com/story/why-banksy-built-secret-shredder-into-frame-of-most-valuable-painting


 Η Υποτακτική

Η Υποτακτική παριστάνει αυτό που σημαίνει το ρήμα σαν κάτι που θέλουμε ή περιμένουμε να γίνει. Σχηματίζεται παίρνοντας μπροστά ένα από τα μόρια ας, να ή έναν από τους συνδέσμους για να, όταν, αν ή το απαγορευτικό μη: να μένει, όταν φύγουμε, αν κάθονται, μην τρέχεις. (Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1984)


Η Υποτακτική  της προσδοκίας

Αν με χρειαστείς, μη φοβηθείς. Να κάψεις το φτερό.


Η αλήθεια είναι πως, όταν στις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού διδάχτηκα την Υποτακτική, δεν καταλάβαινα γιατί την ονομάσανε έτσι. Άλλωστε οι δάσκαλοι τότε δεν συνήθιζαν να συνδέουν αυτά που μας μάθαιναν με τη χρήση τους. Και, ενώ η λέξη ολοφάνερα παρέπεμπε σε υποταγή, εγώ την είχα συνδέσει περισσότερο με την έντονη επιθυμία, την ελπίδα και την προσδοκία μου να κάνω πράγματα που με γέμιζαν χαρά και περηφάνια.

Καλοκαίρι του 1966. Ήμουν σχεδόν οκτώ χρονώ. Ήμαστε αχώριστες με τη Δέσποινα και μετά από παρακάλια οι γονείς μας δέχτηκαν να νοικιάσουμε μαζί ένα διαμέρισμα στην Αγία Τριάδα. Αξέχαστο καλοκαίρι. Όλη τη μέρα εμείς τα παιδιά την περνούσαμε στη θάλασσα με ένα ενδιάμεσο διάλειμμα για φαγητό και ύπνο.

Αυτός ο ύπνος ήταν το μοναδικό μου βάσανο. Πώς να κοιμηθώ που το μυαλό μου ήταν στο παιχνίδι! Η μαμά μου με έπαιρνε κοντά της και μου έκανε κανονικό κεφαλοκλείδωμα, για να μην κουνιέμαι. Κοίταζα το ταβάνι και μάθαινα να μετράω την ώρα από τις ανεπαίσθητες αλλαγές του φωτός που έμπαινε από τις γρίλιες. Το απόγευμα πάλι μπάνιο και μετά σινεμά. Ταινίες με τον μασίστα, με τη Τζίνα Λολομπριτζίτα, την Κλαούντια Καρντινάλε και τη Σοφία Λόρεν ή την Τζένη Καρέζη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που όλη τη μέρα τις διαφήμιζε ένα αυτοκίνητο με τηλεβόα. Τον χειμώνα θα υποδυόμασταν ρόλους με τη Δεσποινούλα, παριστάνοντας τις ηθοποιούς σε δικά μας σενάρια. Το καλοκαίρι όμως αυτό θα μου μείνει αξέχαστο και για έναν άλλο λόγο. Έμαθα να κάνω ποδήλατο και να κολυμπώ! 

Ο μπαμπάς έρχεται μαζί μου στη θάλασσα. Μου αρέσει να τον βλέπω να κολυμπάει. Καθώς πολύ νέος ήταν αθλητής της ενόργανης, κάθε κίνησή του έχει χάρη, δύναμη, σταθερότητα και σβελτάδα. Πλατσουρίζω στα ρηχά. Τα άλλα παιδιά της παρέας, ένα τσούρμο, ξέρουν λίγο πολύ να κολυμπούν. Εγώ όμως όχι. Η επιθυμία μου να μάθω κολύμπι είναι μεγάλη. Δοκιμάζω με το ένα πόδι να ακουμπάει στον πάτο της θάλασσας και το άλλο να χτυπάει το νερό, αλλά η προσπάθειά μου είναι χωρίς αποτέλεσμα. Ο μπαμπάς μου με κοιτάει. «Πάμε!» μου λέει. Λίγο πιο κάτω νοικιάζουν βάρκες. Διαλέγει μια μικρή, μπαίνουμε μέσα και τραβάμε για τα βαθιά. Εκεί που το νερό σκουραίνει, σταματάει. Ρίχνει τη μικρή άγκυρα και, πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται, με σηκώνει επάνω και με πετάει στο νερό. Χτυπάω χέρια πόδια με όλη μου τη δύναμη, προσπαθώντας να βγω στην επιφάνεια και να κρατηθώ. Δευτερόλεπτακι ο μπαμπάς μου βουτάει και με πιάνει. Παίρνω λίγες ανάσες και με πετάει πιο πέρα. Ξανά και ξανά. Κι εγώ όλο και καλύτερα, όλο και περισσότερο κρατιέμαι στην επιφάνεια. Έπειτα με σηκώνει και με βάζει στη βάρκα. «Τέλος για σήμερα, μου λέει. Αύριο θα μάθεις να κάνεις τις σωστές κινήσεις». Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη τι έγινε. Ο μπαμπάς μου με κοιτάει χαμογελώντας. Μου αρέσει το χαμόγελό του. Είναι πλατύ, ζεστό και μου δίνει σιγουριά. «Είσαι μαχήτρια. Φοβήθηκες;» Όχι, γιατί να φοβηθώ; Ούτε για μια στιγμή. Με τον μπαμπά δίπλα μου νιώθω πολύ δυνατή. Ο ήλιος είναι ψηλά. Και η θάλασσα ολογάλανη, γεμάτη μικρά φωτεινά αστέρια να κολυμπάνε στην επιφάνειά της. Έξω, μακριά στην αμμουδιά, οι φίλοι μου χτίζουν κάστρα. Οι φωνές τους φτάνουν μέχρι εδώ. Κι εμείς στη βάρκα μοιραζόμαστε με τον μπαμπά μου κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω, κάτι πρωτόγνωρο. «Μια φορά κι έναν καιρό…» μου λέει ένα παραμύθι. Το μοναδικό που έχω ακούσει ποτέ από εκείνον. Λέει για έναν νέο που ήθελε να παντρευτεί μια πριγκιποπούλα, αλλά ο βασιλιάς τον υπέβαλε σε χίλιες δυο δοκιμασίες, προκειμένου να του δώσει την κόρη του. Ο νέος τα κατάφερε με τη βοήθεια του φίλου του: ενός μυρμηγκιού, το οποίο κάποτε είχε βοηθήσει ο ίδιος. Το μυρμήγκι σε ένδειξη φιλίας και ευγνωμοσύνης τού έδωσε ένα μικρό φτερό από την πλάτη του και του είπε: «φύλαξέ το κι όταν με χρειαστείς, κάψ’ το κι εγώ θα έρθω να σε βοηθήσω». Έτσι κι έγινε. Στρατιές μυρμηγκιών έφερε μαζί του, όταν χρειάστηκε να βοηθήσει τον νέο. Και τα αδύνατα έγιναν δυνατά. «Κι εγώ σου παραδίδω το φτερό, μου λέει ο πατέρας μου. Θα βρεθώ κοντά σου όπου κι αν είσαι, αν με χρειαστείς. Μη φοβηθείς. Να θυμάσαι πάντα τα λόγια μου αυτά. Να κάψεις το φτερό. Μεγαλώνοντας θα καταλάβεις».

Δεν έκαψα ποτέ το φτερό, γιατί το φύλαγα πάντα για τις πιο δύσκολες στιγμές. Του έδωσα, όμως, εγώ το δικό μου, στο αεροδρόμιο, όταν πολλά χρόνια μετά έφευγε με τη μαμά και τον αδελφό μου για μια πολύ δύσκολη επέμβαση στο Λονδίνο. Ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Δεν χρειάστηκε να κάψει το φτερό ούτε εκείνος.

Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο της Αναστασίας Χρυσαφίδου-Καλφέλη Αβγά μηλάτα Η Γραμματική των παιδικών μου χρόνων, εκδόσεις Μπαρμπουνάκη.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΥΣΑΦΙΔΟΥ-ΚΑΛΦΕΛΗ


Η Αναστασία Χρυσαφίδου-Καλφέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε για τριάντα δύο χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση. Συνεργάστηκε επί σειρά ετών με τον καθηγητή της νεοελληνικής γλώσσας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Χρίστο Τσολάκη, στο πλαίσιο των μαθημάτων του οποίου δίδαξε Γλωσσικές Ασκήσεις ως αποσπασμένη φιλόλογος από τη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1997 έως το 2000 συμμετείχε στην ομάδα αναθεώρησης των βιβλίων της νεοελληνικής γλώσσας για το Γυμνάσιο.


Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

Η Φυγή (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

(ΠΙΝΑΚΑΣ  ΑΡΙΣΤΗ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑ)

Η  Φυγή

Πάντα την ταπείνωνε. Από την πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο. Αυτή φοιτήτρια ξένης φιλολογίας, αυτός της ιατρικής. Η Νόρα καστανόξανθη, με κυματιστά μαλλιά ως τους ώμους, ψηλή και λεπτή, με σαγηνευτικό χαμόγελο. Αυτός μέτριος στο ύψος, με πράσινα μάτια, στενά χείλη και κανονικά χαρακτηριστικά. Αγέλαστος όμως. Κάποια κόμπλεξ φαίνεται τον κυνηγούσαν από μικρό παιδί, και του έβγαιναν τώρα με μια σαδιστική διάθεση. Έλεγε ότι την αγαπούσε, αλλά ήθελε να την εξουσιάζει. Στην αρχή εκείνη αντέδρασε, όπως ήταν περήφανη και προερχόμενη από μια οικογένεια με διαφορετική νοοτροπία, διαφορετικό πολιτισμό. Από γονείς με καλλιέργεια και ευγένεια στους τρόπους και στη συμπεριφορά. Ιδίως η μάνα της είχε μια έμφυτη καλοσύνη και μια απλόχερη αγάπη για όλο τον κόσμο. Εκείνος ήταν άξεστος, ακαλλιέργητος. Τον είχαν μεγαλώσει έτσι, ώστε να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Προσπαθούσε να επιβάλλεται στους άλλους μ’ έναν τρόπο αγενή, να τους αιφνιδιάζει με τους απρεπείς χαρακτηρισμούς του, το απότομο ύφος του, την προπέτειά του. Η Νόρα αγαπούσε τη μουσική και τη λογοτεχνία. Είχε ένα λαμπερό μυαλό και διακρινόταν στις σπουδές και στις συναναστροφές της. Αυτό τον δαιμόνιζε. Σιγά σιγά την απομάκρυνε από τις φίλες της, προσπαθούσε να την ξεκόψει και από την οικογένειά της. Εκείνη τρελή από αγάπη υπέκυπτε ολοένα και περισσότερο στις απαιτήσεις του. Άρχισε να αλλοτριώνεται, χωρίς να το καταλαβαίνει. Εγκατέλειπε τα ενδιαφέροντά της, εκείνα που τη στήριζαν και της ομόρφαιναν τη ζωή. Όλα πια στρέφονταν γύρω από τον εγωκεντρικό εραστή πρώτα, και έπειτα από πολλά βασανιστικά χρόνια, σύζυγο/δυνάστη της. Οι αδελφές της και οι φίλες της δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς αυτός ο άνθρωπος την είχε έτσι μεταμορφώσει, ώστε να μην έχει πια καμιά σχέση με τον προηγούμενο εαυτό της. Η ίδια έχανε κάθε μέρα ένα κομμάτι της ελευθερίας και της ανεξάρτητης υπόστασής της. Έκανε τρία παιδιά, το ένα πίσω από το άλλο. Η ζήλεια του ήταν αφόρητη, αλλά εκείνη την υπέμενε καρτερικά. Ύστερα άρχισαν οι απιστίες του. Προφανώς είχε ανάγκη επιβεβαίωσης του αντρισμού του. Μια φορά τον έπιασε «επ’ αυτοφώρω». Αυτός, αφού φυγάδευσε την ερωμένη του, της ορκιζόταν πως αυτή είναι η μοναδική του αγάπη. Είχε φοβηθεί μήπως τον εγκαταλείψει. Εκείνη πάλι υπέκυψε. Τον συγχώρεσε. Μετά όμως από λίγο καιρό αυτός ξανάρχισε τα ίδια. Τότε η Νόρα αποφάσισε να πάει σε ένα δικηγόρο, χωρίς βέβαια να του πει τίποτα. Ο δικηγόρος αντί να τη βοηθήσει την αποθάρρυνε, λέγοντας: «Και πώς θα ζήσετε με τρία παιδιά; Το σκεφτήκατε καλά, κυρία μου;». Κι έτσι εκείνη έκανε πάλι πίσω. Τα χρόνια περνούσαν και δεν άλλαζε τίποτα. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν από το σπίτι. Όλα τραυματισμένα από τη συμπεριφορά του πατέρα τους. Κανένα όμως δεν του αντιτάχτηκε. Κανένα δεν υπερασπίστηκε τη μάνα του. Από φόβο. Αυτός γινόταν όλο πιο βίαιος και πιο ταπεινωτικός. Την εξουθένωνε. Σιγά-σιγά έχανε τον εαυτό της. Άρχισε να ξεχνάει, ίσως από άμυνα. Τότε εκείνος γινόταν ακόμη πιο επιθετικός. Τη μείωνε, την πρόσβαλε, την κορόιδευε ότι δεν ξέρει πια τι της γίνεται. Ότι ξεχνάει τα χάπια της, το τηλέφωνό της, τα γυαλιά της. Την έπεισε πως χωρίς αυτόν είναι ανίκανη να κάνει  οτιδήποτε. Την ευνούχισε. Κι εκείνη υπάκουε. Τον πίστευε. Κρεμάστηκε επάνω του. Έγινε άβουλο υποχείριό του. Λες και αρνιόταν να σκεφτεί, να αντιδράσει, να φωνάξει. Της τα είχε πάρει όλα. Της είχε λεηλατήσει την αξιοπρέπειά της. Της είχε ρημάξει τη ζωή και την  προσωπικότητά της. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό της.

Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνος, έξαλλος από θυμό, σήκωσε το χέρι να τη χτυπήσει, επειδή η Νόρα προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, γιατί την ταπείνωσε άλλη μια φορά, ένιωσε το σώμα της επιτέλους να ορθώνεται. Δεν είπε λέξη. Μόνο τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. Καυτά δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της, αλλά στο πρόσωπό της χύθηκε μια πρωτόγνωρη έκφραση αποφασιστικότητας. Προχώρησε σιωπηλά ως την εξώπορτα. Την άνοιξε με σταθερό χέρι κι ανάσανε με λαχτάρα τον αέρα της ελευθερίας.

                    Βουρβουρού, 14/5/2020


ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ



Η Ελένη Λόππα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε φιλολογία ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ στο Α.Π.Θ., όπου πραγματοποίησε και τις μεταπτυχιακές σπουδές και το διδακτορικό της στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εργάστηκε σε σχολεία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και σε σχολεία στο Παρίσι, όπου και υπηρέτησε ως Σύμβουλος Εκπαίδευσης, με ευθύνη για τα ελληνικά σχολεία τριών χωρών, της Γαλλίας, Ελβετίας και Ιταλίας. Στo Παρίσι παρακολούθησε μεταπτυχιακά στη Σορβόννη και στην Ecoledes Hautes Etudes en Sciences Sociales και συμμετείχε σε έρευνες, σχετικά με την Κοινωνιολογία της λογοτεχνίας. Δίδαξε Λογοτεχνία και Γλώσσα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. και στο Τμήμα Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης. Από το 1998-2006 διετέλεσε Σχολική Σύμβουλος φιλολόγων στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε μέλος της συγγραφικής ομάδας των σχολικών εγχειριδίων «Έκφραση-Έκθεση» για το Λύκειο. Είναι επίσης μέλος της ομάδας φιλολόγων, που εκπόνησε ψηφιακό υλικό, την «Πολύτροπη γλώσσα», για τη διδασκαλία της γλώσσας στο Λύκειο, το οποίο η ομάδα παραχώρησε στο Κέντρο ελληνικής γλώσσας (ΚΕΓ). Έχει δημοσιεύσει άρθρα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία σε επιστημονικά περιοδικά της χώρας μας και της Γαλλίας και έχει συμμετάσχει με ανακοινώσεις σε πολλά συνέδρια, σεμινάρια και ημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από το 2010 ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Έχει εκδώσει μια τριλογία που αποτελείται από τα εξής μυθιστορήματα: «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης», εκδόσεις Γαβριηλίδης, (2011), «Εμιγκρέ. Ιστορίες ανθρώπων», εκδόσεις Γαβριηλίδης, (2013) και «Απαγορευμένη πατρίδα», εκδόσεις Ν. Μπατσιούλα, (2015). Από τις εκδόσεις Ρώμη κυκλοφορούν τα βιβλία της, «Η ζωή είναι αλλού; Requiem for a dream”, (2017) και «Οι ψυχές φωνάζουν», (2019). Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ). Εδώ και έντεκα χρόνια συντονίζει τη λέσχη ανάγνωσης, «Της λογοτεχνίας χάριν…».

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Το σπίτι στο νησί (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

φωτ. Αλεξάνδρα Γερακίνη 


Το σπίτι στο νησί

Η Ελένη στάθηκε στο παράθυρο και αγνάντεψε τη θάλασσα που απλωνόταν στο βάθος. Ατέλειωτη της φάνηκε και μοχθηρή, η θάλασσα την ξέκοβε από τον κόσμο, της στερούσε τη γη που πατούσε και τον αέρα που ανέπνεε.

Ήθελε να γυρίσει, να αποστρέψει το βλέμμα μα δεν έμεναν και πολλά πράγματα για να δει. Το σπίτι , στο οποίο ήρθε νύφη τη δεκαετία του 80, στεκόταν εκεί, στη μέση του χωριού μόνο και παράταιρο, λυπηρό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Μια γκρεμισμένη αυλή, ρωγμές στα ξεχαρβαλωμένα ντουβάρια, η  σκάλα που έτριζε, τα ξύλινα κουφώματα που χτυπούσαν, όταν ο αέρας λυσσομανούσε, μια ξυλόσομπα και παλιά έπιπλα, αυτή ήταν η περιουσία της. Η φθορά έχασκε παντού και ο χρόνος, ανελέητος, ξεδίπλωνε τα σημάδια της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.

Ποτέ της δεν αγάπησε το νησί, ξένη αισθανόταν πάντα, τους ανθρώπους του δεν τους ήθελε, τις κουβέντες τους τις βαριόταν, δέκα μέτρα ήταν δεν ήταν το ταξίδι τους στον κόσμο: το σπίτι τους, η αυλή τους, η βάρκα τους. Εκείνη ήθελε να ανοίξει φτερά, να ζήσει, να χορτάσει τη φαντασία της με όνειρα που δεν χωρούσαν στο περιβάλλον στου νησιού. Φαντασμένη την ανέβαζαν, αλλοπαρμένη την κατέβαζαν και ο πατέρας της φρόντισε να την παντρέψει χωρίς να τη ρωτήσει, μη τους μείνει αμανάτι και τι θα έκαναν ύστερα;  

Τρία παιδιά απέκτησε η Ελένη σ΄αυτό το σπίτι και αρχές της δεκαετίας του 90, όταν η Ελλάδα άλλαζε, έπεισε τον άνδρα της να πουλήσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν και να φύγουν στην Αθήνα. Μόνο το σπίτι τους δε δέχτηκε ο άνδρας της να πουλήσουν. «Αν κάτι πάει στραβά είπε» «να χουν ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους».

Ο Τάκης ήταν καλός οικοδόμος, έπιαναν τα χέρια του. Βρήκε εύκολα δουλειά και αν τον πρώτο καιρό δυσκολεύτηκαν να συνηθίσουν τον θόρυβο και την πνιγηρή ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας, γρήγορα βολεύτηκαν στα χρήματα που έρρεαν άφθονα. «Μα ήταν τόσο εύκολο;», σκεφτόταν πολλές φορές η Ελένη. Το ένα έφερε το άλλο και ο Τάκης ξανοίχτηκε, έφτιαξε το δικό του συνεργείο, προσέλαβε υπαλλήλους, αναλάμβανε εργολαβίες και τα νέα φτάναν στο νησί για τα κατορθώματα του Τάκη και τα μεγαλεία της Ελένης που κατόρθωσε να κλείσει τα στόματα επιτέλους.

Το νησί σπάνια το επισκέπτονταν, ίσα-ίσα για να δουν τους γονείς τους, τους οποίους χορηγούσαν γενναία και έτσι έδιωχναν από πάνω τους τα σχόλια για την απουσία τους και τις κατηγόριες ότι είχαν ρίξει μαύρη πέτρα πίσω τους. 

Η Αθήνα άλλαζε, γιγαντωνόταν και καλλωπιζόταν πρόχειρα για να υποδεχτεί τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Δύσκολα μπορούσε να κρύψει την ασχήμια της πίσω από τα βιαστικά και φτηνά φτιασιδώματα αλλά ποιος νοιαζόταν; Όλοι επένδυαν κάπου, όλοι ζούσαν σε τρελούς ρυθμούς, μια απίστευτη ένταση, ένα ανελέητο κυνηγητό χρήματος, διασκέδασης και φήμης, αυτή ήταν η πρωτεύουσα τότε. Ένα ατέλειωτο εργοτάξιο κτιρίων, κατασκευών και ιδεών. Το χρηματιστήριο ανθούσε και μαζί οι ψευδαισθήσεις.

Έζησαν χρόνια καλά η Ελένη και ο Τάκης, γεύτηκαν χρήμα και πολυτέλεια, μεγάλωσαν τα παιδιά τους με ανέσεις και όταν μια μέρα όλα ξεφούσκωσαν ξαφνικά, όπως ακριβώς είχαν φουσκώσει, βρέθηκαν στο απόλυτο κενό. Δεν είχαν οσμιστεί τίποτα, τους αρκούσε που περνούσαν καλά.

Ο Τάκης πάλεψε αλλά δεν άντεξε την καταστροφή. Τα χρέη τον έπνιξαν, η Ελένη θεωρήθηκε υπεύθυνη για την οικονομική καταστροφή και το χαμό του συζύγου της. Εκείνη ήθελε το παραπάνω, εκείνη τον παρέσυρε στην πρωτεύουσα, εκείνη συγκέντρωσε το μένος των συγγενών και την κοινωνική κατακραυγή. Τα παιδιά της, τακτοποιημένα και βολεμένα  αρνήθηκαν να το ζήσουν όλο αυτό. Τι δουλειά είχαν με όλη αυτή την κατάσταση; Παιδιά ήταν, δεν ήξεραν, δεν είχαν καμία ευθύνη, σπούδασαν, ξόδεψαν τα χρήματα που τους έδιναν, σιγά μη πουλούσαν τώρα ό,τι είχαν και δεν είχαν για να μαζέψουν τι, τα ασυμμάζευτα; 

Η Ελένη, κυνηγημένη από τα χρέη, κατέφυγε στο νησί και το ερειπωμένο σπίτι ήταν το μόνο που κατάφερε να γλιτώσει από τη λαίλαπα που παρέσυρε αυτήν και τη ζωή της. Τώρα ήταν πιο ξένη από ποτέ. Δυο φορές ξένη στο νησί που μεγάλωσε και παντρεύτηκε, στο νησί που έγινε και πάλι η φυλακή της, στο νησί που μίσησε.

Εκείνο το πρωί σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα στα παιδιά της, στο κάτω-κάτω παιδιά της ήταν, τα μεγάλωσε αλλά οι λέξεις είχαν στεγνώσει. Άνοιξε την παλιά ντουλάπα και αναζήτησε ρούχα, καλλυντικά και κάτι λίγα κοσμήματα που έμειναν από τις παλιές, καλές εποχές. Ντύθηκε, βάφτηκε, στολίστηκε, φόρεσε διπλά κολιέ και τριπλά βραχιόλια, πολύχρωμα φουλάρια και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Στο διάβα της, οι χωριανοί την κοίταζαν περίεργα και κρυφογελούσαν. Τα παιδιά την πήραν στο κατόπι. Όλοι πίστεψαν ότι είχε χάσει τα λογικά της. Με κανέναν δεν είχε επαφή άλλωστε από το τότε που γύρισε στο νησί. 

Εκείνη κατηφόριζε και αγέρωχα περπατούσε μέχρι την προβλήτα. Ίσα που πρόλαβε να μπει στο καράβι. Έστρεψε το βλέμμα της προς το νησί. Το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει ήταν τα κεραμίδια του σπιτιού της που ξεγλιστρούσαν και σκέπαζαν και τα τελευταία χνάρια της ζωής της εκεί. Η σκεπή είχε καταρρεύσει.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΕΡΑΚΙΝΗ


Η Αλεξάνδρα Γερακίνη γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων και εργάζεται στο 6ο Γυμνάσιο Καβάλας. Είναι εκπαιδεύτρια ενηλίκων με μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στο τμήμα Ιστορίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Συνεργάστηκε με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στο πρόγραμμα συγγραφής και εφαρμογής διδακτικών σεναρίων στη Λογοτεχνία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και με το ΙΕΠ στη σύνταξη προγραμμάτων σπουδών για το μάθημα της Λογοτεχνίας.  Συμμετέχει σε συνέδρια και δημοσιεύει κείμενα σε  εκπαιδευτικά και επιστημονικά περιοδικά. Εδώ και πολλά χρόνια διατηρεί στο διαδίκτυο το προσωπικό της ιστολόγιο στο οποίο αναρτά υλικό και καινοτόμες ιδέες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Οικοδομικά υλικά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Αναστασία Λάλου: «Το κόκκινο γοβάκι»
Αναστασία Λάλου: «Το κόκκινο γοβάκι»



Οικοδομικά υλικά


Αργά το απόγευμα τη βλέπω να βγαίνει από τη μάντρα ‒  «Οικοδομικά υλικά».  Στο κάθε χέρι  από μια βαριά σακούλα. Βαδίζει προς το μέρος μου. Οι ψηλοτάκουνες κόκκινες λουστρίνι γόβες τη βοηθούν να περπατά λικνιστικά, σαν να ζυγιάζεται για να πετάξει. Oι σακούλες με τα οικοδομικά υλικά την τραβούν να την καρφώσουν, λες, στη γη. 

Με πλησιάζει γελαστή. Κραγιόν, μαλλιά και γάντια ασορτί με τις γόβες. «Τσιμέντο», μου λέει, «τσιμέντο. Να καλουπώσω ένα σκαλί».  

Ζει σε ένα σπίτι χωρίς σκάλα, ισόγειο. Το μόνο σκαλί που ανεβοκατεβαίνει καθημερινά είναι το πεζοδρόμιο. 

 Πώς είμαστε οι άνθρωποι, σκέφτομαι. Μες στην καρδιά μας, ένα μοναχό σκαλοπάτι το κάνουμε σκάλα, μια χελιδονοφωλιά την κάνουμε σπίτι, δυο καδρόνια και τρία καρφιά  τα κάνουμε σταυρό,  μια σελίδα παλιάς επιστολής  την κάνουμε βαρκούλα,   ένα χαμόγελο το κάνουμε έρωτα,  μια κηλίδα αίμα αθώο το κάνουμε σύνθημα,  ένα κομμάτι συρματόπλεγμα  το κάνουμε σύνορα, ένα βλέμμα γλυκό και μια ανοιχτή αγκαλιά τα κάνουμε πατρίδα,  ένα ζευγάρι γόβες κόκκινες τις κάνουμε φτερά.  Και με λίγο νερό και τσιμεντόσκονη χτίζουμε τη γυναίκα του πρωτομάστορα, για να στεριώσουμε ανύπαρκτα γιοφύρια. 


ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΑΒΙΤΗ, 1/1/2021


Η Τζένη Καραβίτη γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας και ζει στη Θεσσαλονίκη.  Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Θέατρο στο University of Essex  και στο Royal Holloway University of London του Η. Βασιλείου. Είναι ιδρυτικό και ενεργό μέλος του Πανελληνίου Δικτύου για το Θέατρο στην Εκπαίδευση.  Από το 2011 ως το 2020 συμμετείχε στην Ομάδα Δημιουργικής Έκφρασης, που δημιούργησε το ψηφιακό έργο Πολύτροπη Γλώσσα, για τη διδασκαλία της γλώσσας  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.  Μεταφράσεις:  «…να σκέφτεσαι τους άλλους: 12 ποιήματα του Παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς» , «Καφέ Σωκράτης: μια νέα γεύση φιλοσοφίας» του Κρίστοφερ Φίλιπς, « Μια ερωτική Ιστορία» του Γκάζι Αλγκοζαίμπι κ.ά. Ως το 2014 υπηρέτησε στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος. 




Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 
φωτογραφία: Βάλια Γιγαντίδου


 ΜΙΑ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ


   Καθώς έμενα στο ισόγειο, είχα άπλετη θέα στον ακάλυπτο. Εκεί που φτάνουν οι φωνές των διαμερισμάτων από ολόγυρα, πάνω από εξήντα μετράω όποτε έχω τη διάθεση. Φωνές που προσγειώνονται στον ακάλυπτο τσακισμένες, γελαστές, απελπισμένες ή λαμπερές. Εκεί, που καταλαβαίνω πως φτάνει η άνοιξη από τα τιτιβίσματα των πουλιών που την καλούν. Πόσοι άραγε άνθρωποι να κατοικούν γύρω από αυτόν τον δυσώδη χώρο; Το μόνο που ακούω είναι η ηχώ από τους καυγάδες τους, οι βλαστήμιες και τα ερωτόλογά τους. Όμως, ούτε εγώ ούτε το χώμα του ακάλυπτου μάθαμε ποτέ ποιος μισεί και ποιος αγαπά. Οι μυρωδιές από τα όσπρια και τα λαδερά είναι αυτό που λεκιάζει τον αέρα μας. Ο νόμος της βαρύτητας δεν αφορά τις τσίκνες, όλες στο παράθυρό μου καταλήγουν και στα τούβλα γύρω από τον βρομερό ακάλυπτο.

   Το γεύμα της οικογενειακής Κυριακής, είναι το αγαπημένο μου. Μακάρι να ήξερα ποιος είναι που προτιμά το ραγού και ποιος το παστίτσιο. Δεν ξέρω όμως. Ακούω βέβαια τις παθιασμένες στιγμές τους, τους καυγάδες και τα μονοιάσματα. Συμβουλές ο πατέρας στην ατίθαση κόρη, νουθεσίες η μαμά στον γιο για τις σχολικές του επιδόσεις, γάμοι, διαζύγια και κηδείες. Κουβέντες αυταρχικές, τρυφερές, απειλητικές, χαρούμενες, όλες χωρίς πρόσωπο. Πολεμικές ιαχές και γυαλικά που γίνονται θρύψαλα. Ο ακάλυπτος γεμίζει πάταγο, τα παιδιά κλαίνε, οι ενήλικες γελάνε, εξαρτάται από τις λέξεις που πεταρίζουν στα σπίτια τους. Και κάποιες νύχτες με ανοιχτά παράθυρα, ακούω τους στεναγμούς των ζευγαριών που αγαπιούνται, το καθένα με τον τρόπο του. Κι εγώ, στέκομαι εκεί  κι ακούω τα πάντα μαζί με τον ακάλυπτο, νιώθοντας άχρηστη.

    Η δική μου ζωή, άχρωμη είναι. Ολημερίς να φροντίζω το μικρό ισόγειο και να περιμένω τον άντρα μου να γυρίσει. Λίγες οι δουλειές, πολύς ο χρόνος. Ο γιος μας παντρεμένος εξακόσια χιλιόμετρα μακριά, ο άντρας μου να αλωνίζει σ’ όλες τις λαϊκές αγορές του Λεκανοπεδίου κι εγώ, οικιακά χωρίς τηλεόραση. Ένα ραδιοφωνάκι η συντροφιά μου, συνεχώς να παίζει τραγούδια πότε εύθυμα και πότε λυπητερά. Ώσπου, αποδήμησε εις Κύριον που λένε ο άντρας μου κι απόμεινα μονάχα με το ραδιοφωνάκι. Τις ειδήσεις τις αποφεύγω, τι ν’ ακούσω που δεν το ζω στο πετσί μου κάθε μέρα; Την ανέχεια; Τη μιζέρια ή τις κλοπές και τις δολοφονίες; Με τα λεφτά σφιχτά κρατημένα στην τσέπη βγαίνω για τ’ απαραίτητα ψώνια. Και τα κλειδιά, περασμένα σε κορδόνι και κρεμασμένα στο λαιμό μέσα από τα ρούχα, να μην φαίνονται. Κι όποτε ανταμώνομαι με σκούρο δέρμα, κατεβάζω το κεφάλι κι ανοίγω το βήμα, μη συναντήσω το βλέμμα τους το απελπισμένο. Τους συμπονάω, τι φταίνε κι αυτοί που πλημμύρισαν την εργατική γειτονιά μας; Πού να μείνουν, στην Εκάλη; Στριμωγμένοι δέκα - δέκα σε κάτι ανήλιαγα υπόγεια, σπρώχνουν τις μέρες να περνάνε, ώσπου να ’ρθει το καλύτερο αύριο που τους υποσχέθηκαν. Κι εκείνο δεν έρχεται ποτέ. Τους φοβάμαι κιόλας, δεν το κρύβω. Η πείνα σατανάς είναι που κυριεύει το μυαλό. Και αν είναι το παιδί σου που πεινάει, λύκος γίνεσαι να κατασπαράξεις, άγριο ζώο που πάει μόνο με το ένστικτο.

   Με την γειτονιά πολλά-πολλά δεν θέλω, σιχαίνομαι το κουτσομπολιό και την κάλπικη ανωτερότητά τους. Ό,τι πιάνει τ’ αυτί μου στα πεζοδρόμια, στον φούρνο ή τον χασάπη. Εξάλλου, όλα αυτά που καταμαρτυρούν στις οικογένειες, εγώ δεν τα βλέπω. Έξω απ’ το παράθυρό μου άνθρωποι του μεροκάματου περνούν αξημέρωτα, παιδιά για το σχολείο και γυναίκες φορτωμένες ψώνια. Σε κανενός το κούτελο δεν υπάρχουν γραμμένες οι αράδες της μέρας του. Ούτε χαρούμενες, ούτε θλιμμένες.  Κι όλες εκείνες τις φωνές στον ακάλυπτο, δεν ξέρω σε ποιον να τις ταιριάξω. Σκιές είναι, άλλοτε πηχτές, άλλοτε πιο αραιωμένες, άγνωστοι ξένοι όλοι μας ο ένας για τον άλλον. 

   Τον τελευταίο καιρό, πολύ μ’ απασχολεί ο ακάλυπτος. Λεροί τοίχοι, σκουπίδια, εγκατάλειψη. Κι ο ήλιος να μην φτάνει σ’ όλες τις γωνιές του. Μόνο οι αντίλαλοι από απειλές, γδούπους και βρισιές. Ίσως και μισό γέλιο καμιά φορά. Ο αέρας ζέχνει κι οι μπουγάδες βρομίζονται αμέσως μόλις κρεμαστούν από τα παράθυρα. Κι όμως, έχει μιαν αύρα αριστοκράτισσας αυτός ο χώρος. Που ξέπεσε κι έμαθε να περιφρονεί τον ίδιο της τον ξεπεσμό. Μ’ ένα χαμόγελο πασαλειμμένο θλίψη, περιμένει απ’ το κακό όνειρο να περάσει και να φύγει, να έρθει η μέρα της βασιλείας της ξανά. Έτσι μου φαίνεται κι όσο το σκέφτομαι τόσο μου καρφώνεται η ιδέα στο μυαλό. Στην αρχή, φοβήθηκα μήπως η τόση μοναξιά κι οι δυσκολίες με είχαν σαλέψει. Έπειτα όμως, σκέφτηκα πως παλιοί καημοί και νέες συμφορές μονάχα μ’ έναν τρόπο ξεπερνιούνται: αραιώνεις το χάος του νου και παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου. Στο κάτω - κάτω, ύστερα από μερικά χρόνια ήττας, όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε λίγο - πολύ. Μόνο το τρένο δεν παίρνουμε όλοι την ίδια ώρα. Το αποφάσισα λοιπόν: είχα στα χέρια μου μικρά ξεσπάσματα ζωής και θα τα φύτευα. Όχι ασφαλώς από επιθυμία για ηρωισμούς, αλλά από πλήξη. Όλοι στα γύρω διαμερίσματα την ίδια πλήξη μοιραζόμασταν κι είχαμε εκ των προτέρων αποδεχτεί πως κάπως έτσι θα πέρναγε το υπόλοιπο του βίου μας. Προσάρμοσα ηδονικά τα λιγοστά που είχα στην διάθεσή μου, το έδεσα στο ολβιόδωρο αποτέλεσμα που ευχόμουν κι έπιασα δουλειά.

   Μάζεψα από τον ακάλυπτο όλα τα υπολείμματα του καθενός και τα πέταξα: σκουριασμένους τενεκέδες, σάπια βαρέλια, μπουκάλια, πλαστικά τάπερ, γυάλες κι αποτσίγαρα. Νότισα το χώμα να κατακάτσει η σκόνη και σκούπισα. Μιας μέρας δουλειά κι ήδη ο χώρος μύριζε καινούριο. Την επομένη το πρωί, άνοιξα το παράθυρο πεπεισμένη πως πάλι θα βρω πεταμένα σκουπίδια. Το χώμα μου χαμογέλασε καθαρό κι αναθάρρησα. Θα έκανα το πείραμά μου ακριβώς όπως τα λογάριαζα. Με βοήθησε και ο ουρανός που με τους συνεχιζόμενους βοριάδες του, ξαπόστελνε τις μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονταν, κουνουπίδια που έβραζαν και ψάρια που ψήνονταν. 

   Κάποιος είχε ξεχρεώσει τα δανεικά που χρώσταγε στον άντρα μου με τρεις κουβάδες γαλάζια μπογιά. Θυμάμαι ακόμα πόσο είχα θυμώσει τότε, πώς του είχα φωνάξει ότι οι ριπολίνες δεν τρώγονται, μόνο χώρο πιάνουν, από αυτόν που δεν διαθέτουμε. Μ’ αυτές τις μπογιές ήταν που έβαψα τους τοίχους ένα γύρο. Τράβηξα πρώτα μια γαλάζια γραμμή ίσαμε εκεί που έφτανε το μπόι μου κι ύστερα γέμισα το υπόλοιπο. Άφησα μόνο ένα μικρό κενό όπου ζωγράφισα έναν κατακίτρινο ήλιο. Τότε ήταν που ένα παντζούρι άνοιξε κι ένα δειλό χαμόγελο απευθύνθηκε μόνο σε μένα. Ανταπόδωσα με καλημέρα εγκάρδια. Κι εκείνη, αιωρήθηκε για λίγο στον ευωδιαστό αέρα κι ύστερα πήγε ν’ ανοίξει κι άλλα παντζούρια. Τελικά, ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβουν οι άνθρωποι, ούτε τι είναι διατεθειμένοι να δείξουν.

   Άσκοπα είχα στριμώξει στο ανύπαρκτο μπαλκονάκι μου δυο πλαστικές καρέκλες κι ένα τραπεζάκι. Τα έστησα στο καθαρό χώμα του ακάλυπτου και πήγα να πλαγιάσω ικανοποιημένη. Το επόμενο πρωί, βρήκα άλλες δυο καρέκλες όμοιες, δίπλα στις δικές μου. Και μια γλάστρα με βασιλικό. Με την ορμή της χαμένης από καιρό νιότης, αγόρασα καστανόχωμα, έσκαψα τη μια γωνιά και φύτεψα δυο τριανταφυλλιές πορτοκαλιές, τις αγαπημένες μου. Το ίδιο απόγευμα, πήρα το περιοδικό μου και μια κανάτα σπιτική λεμονάδα και κάθισα στον περιποιημένο χώρο. Σιγά - σιγά, οι πρώτοι ενδιαφερόμενοι κατέβηκαν στον κοινόχρηστο χώρο. Άλλος μ’ ένα σκαμνί, άλλος με μια μικρή μανταρινιά σε βαρέλι, η μοναχική κυρία του πρώτου με ένα ταψάκι σπανακόπιτα. 

   Μάθαμε τα ονόματα και τα καλότροπα χούγια μας. Μπύρα χωρίς αφρό για μένα, ημίσκληρο τυρί για τον κυρ - Κώστα, ελιές μόνο θρούμπες η κυρα - Μαίρη, σαλαμάκι Λευκάδος για τον μαστρο - Φώτη. Και συνηθίσαμε να παίρνουμε τα πράγματα όπως έρχονταν και να είμαστε κεφάτοι όποτε μπορούσαμε. Το να περιμένεις κάτι ευχάριστο, είναι κι αυτό από μόνο του πανηγύρι. Εύκολα χαίρεσαι με το σχεδόν τίποτα, το μικρό παρήγορο που καταδέχεται η ζωή να σου χαρίσει. Αν και φαινόταν πως δεν είχαμε πολλά να πούμε ο ένας στον άλλον, τίποτα περισσότερο απ’ το να αναλύουμε ο καθένας τον δικό του καημό, τίποτα άλλο από το να ανταλλάσσουμε καχύποπτες γκριμάτσες, αργά και διστακτικά ανακαλύψαμε πως μας ενώνει κάτι όχι και τόσο ασήμαντο: Η μουσική, ακόμα κι αν στροβιλίζει μια δίχως νόημα ζωή, είναι πάντα μουσική και κανείς δεν της αντιστέκεται κατά βάθος.

ΤΖΙΝΑ ΨΑΡΡΗ


Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

Συλλογή διηγημάτων: Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...

 



Λίγα λόγια για το βιβλίο... 

Οι εκπαιδευτικοί γράφουν…

Επιμέλεια:   Ελένη Κ. Παπαδοπούλου (Ερανίστρια)


– Κρατώντας κάτι εύθραυστο, ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ ΚΟΥΛΑ


– Οι φωνές της παραλίας, ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ ΧΑΡΟΥΛΑ


– Η βιτρίνα, ΑΥΔΗ ΑΒΡΑ


– Στην Άσπρη Άμμο, ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΤΑΣΟΥΛΑ


– Το φάντασμα της ρεματιάς, ΘΩΜΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


– Λογοτεχνία και μαθηματικά, ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ


– Ο Παναγιώτης, ΚΙΟΣΣΕΣ ΣΠΥΡΟΣ


– Ιστορίες του θέρους, ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗ ΕΥΗ


– Το παιδί της Παναγιάς, ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ


– Η γιαγιά της Ρίτας, ΜΟΥΜΟΥΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


– Ο μεγάλος, ΜΥΛΩΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ


– Οδός Αποστόλου Παύλου, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ


– Ανέστης και Γρηγόρης, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ


– Η σχολική ποδιά, ΠΑΣΧΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


– Μια αλλιώτικη μέρα, ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΣ


– Ραντεβού, ΤΑΜΒΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


– Στο λεωφορείο, ΤΑΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ


– Γιώργος και Μαρία, ΦΩΤΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ


– Τα καλοκαίρια που μου χρωστάς, ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ


– Όνειρα στο ταβάνι, ΨΑΡΡΗ ΤΖΙΝΑ


Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι της Βάλιας Γιγαντίδου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

…Η ιδέα της «κειμενικής» συνάντησης τόσο αξιόλογων εκπαιδευ­τικών της τάξης και δημιουργών αφηγηματικών κειμένων γεννήθηκε στην υποφαινόμενη, μετά από πολλές αναγνώσεις αδημοσίευτων αλλά και αναδημοσιευμένων κειμένων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε άλλους ιστότοπους. Ειδικά, στις ημέρες του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας και στην παράξενη περίοδο του καλοκαιριού του 2020, η παραγωγή των αφηγηματικών κειμένων με συντάκτες τους φίλους συ­ναδέλφους πλήθυνε σε ποσότητα και ξεχώρισε σε οίστρο και ποιό­τητα. Εξάλλου, η συστηματική και συνεχής άσκηση, όπως τονίζουμε και στους μαθητές μας, έχει πάντα ουσιαστικά μαθησιακά και δημι­ουρ­γικά αποτελέσματα.

   Η σκέψη που πρυτάνευσε ήταν ότι αυτά τα εξαιρετικά κείμενα έπρεπε να τα μοιραστούμε με όσο το δυνατόν περισσότερους συναν­θρώ­πους μας  που διαβάζουν και αγαπούν τη γραφή, αγαπούν τη Λο­γο­τεχνία και αναζητούν μια δημιουργική διέξοδο στις ώρες της ανα­γκαστικής καραντίνας. Έτσι, ανέλαβα την πρωτοβουλία να προσκα­λέσω συναδέλφους και φίλους από το facebook, όπου η αλληλεπί­δρασή μας είναι αδιάλειπτη και πάντα σε επίπεδο πνευματικών ενα­σχολήσεων, να εμπιστευτούν κείμενά τους, πρωτότυπα και δημο­σιευ­μένα, και κυρίως μικρές φόρμες (μικροδιηγήματα) στο ιστολόγιό μου, την Ερανίστρια, όπου εδώ και μια δεκαετία, εκτός από τα αμιγώς φιλολογικά και εκπαιδευτικά θέματα με τα οποία κυρίως αναστρέ­φομαι, έχω αφιερώσει και τη θεματική ενότητα της φιλαναγνωσίας και της δημιουργικής γραφής. Βέβαια, μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, η θεματική της δημιουργικής γραφής φιλοξενούσε κυρίως μαθητικά κεί­μενα από τα πολιτιστικά προγράμματα που έχω εκπονήσει στα διά­φορα σχολεία όπου υπηρέτησα. Ως εκ τούτου, εγκαινίασα μια νέα θε­μα­τική ενότητα αφιερωμένη σε κείμενα των μάχιμων εκπαιδευτικών, που λειτουργούν και ως υποδείγματα κειμενικής γραφής, εφόσον βα­σί­ζονται σε θεωρητικές γνώσεις πάνω στη Λογοτεχνία και τη Δημι­ουρ­γική Γραφή…


Ελένη Κ. Παπαδοπούλου ΜΑ Φιλόλογος- Εκπαιδευτικός Δ.Ε.


 

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Κέντρο Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που στήριξε οικονομικά την έκδοση, στην επιμελήτρια κα Ελένη Παπαδοπούλου και στην υπέροχη συγγραφική ομάδα!

                                                                                          Ο Εκδότης

                                                                                    Γιάννης Τσαχουρίδης

ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ...

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Νύχτα εφημερίας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Δημήτρης Αναστασίου, Στα κεντρικά του ονείρου
                      

Νύχτα εφημερίας


   Βαδίζει ασθμαίνοντας, σέρνοντας το πόδι με τη θρόμβωση. Η ομίχλη έχει κατακαθίσει πάνω από το νοσοκομείο. Νύχτα εφημερίας. Η Εθνικής Αμύνης άδεια, ο Βαρδάρης σφυρίζει υπόκωφα. Στην είσοδο του νοσοκομείου γίνεται ο έλεγχος.

   -Τι πάθατε;

   -Έχω ένα πρήξιμο στο δεξί πόδι και πονάω υπερβολικά!

Την θερμομετρεί και με γρήγορες κινήσεις των χεριών, σαν τους τροχονόμους που ρυθμίζουν την κυκλοφορία τροχοφόρων, την κατευθύνει στον τομέα των επειγόντων περιστατικών.

   -… στους αγγειοχειρουργούς!

   Με τη μάσκα μέχρι τα μάτια, γάντια μιας χρήσης και δυσκολία στην κίνηση κατευθύνεται εκεί που της υπέδειξε η υπεύθυνη της εφημερίας. Η αυλή του νοσοκομείου είναι ασφυκτικά γεμάτη από ασθενοφόρα με εποχούμενους αστροναύτες. Μεταφέρουν ασθενείς με covid. Πρέπει να περάσει  από τα στενά διάκενα που σχηματίζονται από τα σταθευμένα φορεία για να φτάσει στην είσοδο των εξεταστηρίων. Παντού αντηχούν άναρθρες κραυγές, δύσπνοια και βογκητά απ’ έξω κι από μέσα, από τον δεύτερο όροφο, από τα ανοιχτά παράθυρα που οδηγούν στις κλινικές όπου στήθηκε η κονίστρα για την ασύμμετρη πάλη με τον «Γολιάθ», τα αλώνια του Χάρου. Εκείνη, φοβισμένη και υποφέροντας από τον οξύ πόνο, κατευθύνεται στην αίθουσα αναμονής, όπου ένα αυτοσχέδιο παραβάν την χωρίζει από το ιατρείο. Ελάχιστοι άνθρωποι, σκυθρωποί και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, περιμένουν. Νοσηλεύτριες, με μάσκες και γάντια, ιδρωμένες, πηγαινοέρχονται γρήγορα, ζωντανεύοντας μια σκηνή fast motion κινηματογραφικής ταινίας. Γιατροί μασκοφόροι εξετάζουν στα κρεβάτια του πόνου. Οι ομιλίες διακόπτονται από τις γνώριμες, πλέον, φωνές απόγνωσης του δευτέρου ορόφου.

   -είναι ασθενείς με κορωνοϊό, δεν μπορούν να αναπνεύσουν…Μουρμουρίζει κάτω από τη μάσκα ένας από την αίθουσα αναμονής. Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, σαν μέγγενη που σφίγγει τον λαιμό.

   -εσείς τι έχετε;

   -Μάλλον, ειλεό, το’ χω ξαναπάθει

   -εγώ, θρόμβωση στο πόδι

   -λέτε να μας κρατήσουν μέσα;

   -θα δούμε…

   Στη σκέψη και μόνο της εισαγωγής στο νοσοκομείο, ο πόνος άρχισε να υποχωρεί, όχι όμως και το οίδημα.

    «Ευτυχώς», σκέφτηκε, «δεν έχω κολλήσει τον ιό, αν όμως κολλήσω τώρα;»

   Προσέχει κάθε της κίνηση, στέκεται όρθια, δεν ακουμπά τίποτα, ρίχνει συνέχεια αντισηπτικό πάνω στα γάντια της και εφαρμόζει τη μάσκα, σχεδόν μέχρι τα ματόκλαδά της. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης… να ζήσει αυτή… Μετά, όμως, σύγκρυο διαπερνά το σώμα της, ακούγοντας πάλι ένα αγκομαχητό από τον τόπο του μαρτυρίου.

   Μονολογεί,  «ποιος καημένος παλεύει να ζήσει; Σήμερα αυτός, αύριο εγώ. Δεν κάνει διακρίσεις ο ιός, δεν κάνει εξαιρέσεις ο θάνατος…»

   Μετά από μισή ώρα αναμονής, που της φάνηκε αιώνας, ήρθε και η σειρά της. Ο αγγειοχειρουργός τής συνιστά ακινησία και μια ενέσιμη αγωγή και, φυσικά, να επιστρέψει σπίτι της, στην εγκλωβισμένη της ζωή. Μακριά, όμως, από τον ασφυκτικό κλοιό του κορωνοϊού, μακριά και προσωρινά!


ΕΛΕΝΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΚΑΡΟ ΠΙΖΑΜΑ (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

                                                    Νίκος Παπασταματίου,"Ο παππούς Αριστείδης και η γιαγιά Αντωνία", 1964, 
[Λεπτομέρεια από το έργο]

 


ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΚΑΡΟ ΠΙΖΑΜΑ

Αυτή η τηλεργασία στο σπίτι μας έγινε πιζαμοεργασία από τη μέση και κάτω. Δουλεύει κλεισμένος στο γραφείο του με ένα φούτερ πουκάμισο συνήθως και κρατά σταθερά το παντελόνι της καρό φανελένιας  πιζάμας και τις παντόφλες από το Lidl. Κατεβαίνει πού και πού στην κουζίνα να πάρει κολατσιό, χυμό ή τον καφέ του. Ευτυχώς δεν καπνίζει, δεν το έκανε ποτέ, οπότε δεν ντουμανιάζει τα δωμάτια. Αλλιώς θα ήταν σαν τον κυρ Βασίλη στα στερνά του.

Έτσι κι αυτός γύρω στα ογδόντα του, συνταξιούχος χονδρέμπορος εδωδίμων κι αποικιακών, τριγυρνούσε με τις κετσεδένιες κλειστές του παντούφλες, τις καρό σε διάφορα χρώματα πιζάμες στο σπίτι και τον κήπο. Έριχνε κάνα πλεκτό στους ώμους όταν έπιανε κρυουλάκι. Α! Και ένα σκουφί μαλλένιο γιατί είχαν αποδράσει τα μαλλιά δια παντός από το πάνω μέρος της κεφαλής και φέγγιζε το γυμνό κρανίο. Είχε, όμως, ένα κολοκοτρωνέικο μύστακα λευκόξανθο. Λευκό από τη φύση, ξανθό από τη νικοτίνη. Εξακολουθούσε να απολαμβάνει τον καφέ με το άφιλτρο τσιγαράκι του καθισμένος σταυροπόδι στην πλιάν πολυθρόνα, δίπλα στο μεταλλικό τραπεζάκι καφενείου της αυλής. Όταν απουσίαζε, βέβαια, η σβέλτη νύφη του έπαιρνε το θάρρος. Γιατί παρόλο το απέραντο σέβας της του γλυκογκρίνιαζε να μην το βάζει το καταραμένο στο στόμα του, καθάπως είπε ο γιατρός. 

«Έλα κοπελιά μου, σύρε ίσαμε το περίπτερο να μου πάρεις πέντε τσιγάρα», με φώναζε που έκανα κουτσό στον χωματόδρομο που χώριζε τα σπίτια μας «Κιρέτσιλερ Ξάνθης όπως πάντα, και τα ρέστα καραμέλες για σένα», η μεταξύ μας συνωμοσία. Μεγάλο δέλεαρ οι καραμέλες και οι τσιχλόφουσκες στα γυάλινα βάζα του περίπτερου παρά την εκκλησία. Έσπευδα για την παραγγελία του σε τσιγάρα χύμα και χάζευα τα βάζα να διαλέξω τις στριφτές καραμέλες της «πεθεράς». Όλα τα παιδιά τρελαινόμασταν για ζαχαρωτά και στα  εφτά-οκτώ ξεκινούσαμε το βασανιστήριο του τροχού στον οδοντίατρο, μια και με το ζεύγος οδοντόβουρτσα – Kolynos δεν είχαμε και την καλύτερη σχέση. Έφερνα τα τσιγαράκια και συνέχιζα με επιμονή, ώστε να τελειοποιηθώ στο κουτσό. Να μην με κερδίζει συνέχεια η Όλγα που κατεύθυνε με μεγάλη μαεστρία την πέτρινη ομάδα εύστοχα στα ορθογώνια οικοπεδάκια πάνω στο χώμα.

Κάποιες φορές ερχόταν και η γιαγιά μου στην γειτονική αυλή και της κέρναγε τσιγαράκι να το απολαύσει με τον καφέ του Ανανιάδη και να πολεμήσουν τη μοναξιά των γηρατειών τους. Πολύ προχωρημένη την έβρισκα τη γιαγιά. Εδώ δεν κάπνιζε η μάνα μου και οι φίλες της μια γενιά νεότερη. Κατάλοιπο της κοσμικής ζωής της γιαγιάς προπολεμικά, πριν χηρέψει απότομα στα σαρανταπέντε της και αποκλειστεί στο νοικοκυριό της. Είχε ζήσει χοροεσπερίδες, βεγγέρες, τραπεζώματα και τα πολυτελή φορέματα τσάρλεστον του μεσοπολέμου. Μη κοιτάς που εγώ την γνώρισα σταφιδιασμένη, βαπτισμένη στο κατράμι του διαρκούς πένθους.

Για δες πού με ταξίδεψε μια καρό πιζάμα κυκλοφορούσα γύρω μου εν μέσω καραντίνας! «Βάλε μια φόρμα σε παρακαλώ, βγάλε επί τέλους την πιζάμα, μην τριγυρνάς σαν άρρωστος» μην και  το επόμενο ταξίδι του μυαλού με παραπέμψει σε ασθενείς που σουλατσάρουν σέρνοντας τους ορούς και τα σακουλάκια του καθετηριασμού στους διαδρόμους των νοσοκομείων.

 Υγεία να έχουμε, κουράγια  και υπομονή!   

ΤΑΣΟΥΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ


Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Η λευκή ποδιά (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 


Οι  Νοσηλεύτριες/τές και οι Νοσοκόμες/μοι πάντα θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή! Ειδικά, στις κρίσιμες στιγμές της πανδημίας, η σκέψη μας, και με αφορμή το συγκινητικό διήγημα της συναδέλφου Ρίας Παπαμανώλη, βρίσκεται συνεχώς σ' αυτούς τους ανθρώπους που προσφέρουν τον εαυτό τους για να σώσουν τις ανθρώπινες ζωές που αιχμαλωτίστηκαν από τον θανατηφόρο ιό.

Η λευκή ποδιά

Το διήγημα αυτό είναι πρωτόλειο και αφιερωμένο στη γιαγιά μου. 


   Ο θόρυβος από τον αναπνευστήρα δεν ενοχλούσε την Τασούλα. Ούτε ο μονότονος ήχος του παλμογράφου. Ήξερε τους ήχους της εντατικής. Συνταξιούχος νοσοκόμα. Όχι «νοσηλεύτρια», όπως  επέμενε η κόρη της, αλλά «νοσοκόμα». Τίτλος τιμής. 

   Τριάντα χρόνια η Τασούλα στα επείγοντα και πέντε στο τμήμα βαρέων περιστατικών. Αν τη ρωτούσες, χαιρόταν με τη συγκυρία: να βρίσκεται εκεί στο αγαπημένο της νοσοκομείο, εκεί όπου την έφερε στα τριάντα της χρόνια η ανάγκη και έγινε όλος της ο κόσμος. Ο άντρας της μόλις είχε πεθάνει από κίρρωση. Τη μέρα που τον έβαλαν στο χώμα γύρισε και κοίταξε τα τρία κορίτσια της. Ο συχωρεμένος δεν είχε αφήσει τίποτα και οι αδελφές της πόσο να βοηθήσουν; Δώρο εξ ουρανού η θέση βοηθού νοσοκόμας που άνοιξε στο δημόσιο νοσοκομείο της μικρής της πόλης. Ευτυχώς είχε τελειώσει το Δημοτικό, πριν πεθάνει η μαμά της και ανατραπεί για ακόμα μία φορά η ζωή της. Η δεύτερη γυναίκα του πατέρα της βιαζόταν να την παντρέψει. Δεν ήταν Μικρασιάτισσα αυτή. Δεν ήξερε πως στη Κιουτάχεια τα κορίτσια τα μόρφωναν όπως τα αγόρια. 

   Εργατική η Τασούλα, όπως η γενιά της. Δούλευε βάρδιες, μεγάλωνε τα κορίτσια της, τα σπούδασε, έφυγαν. Το νοσοκομείο έγινε γι’ αυτήν η ζωή της. «Μου άρεσε. Όχι, όχι! Μη με παρεξηγείς! Δεν μου άρεσε ο πόνος των άλλων. Δεν μου άρεσαν η αγωνία, ο φόβος στα μάτια, η παράκληση. Άλλα μου άρεσαν. Όποιος δεν έχει δουλέψει σε νοσοκομείο, δεν μπορεί να καταλάβει»…Μια μέρα η Διοίκηση του Νοσοκομείου εκτιμώντας την αφοσίωσή της την όρισε υπεύθυνη του νέου τμήματος βαρέων περιστατικών. Ήταν τόση η περηφάνια της που απέφευγε ακόμα και να πάρει άδεια. Ένιωθε άλλωστε τόσο οικεία μέσα στο τμήμα της… Εδώ βρέθηκε και τώρα, «στο σπίτι της». Δεν ήθελε να βρίσκεται πουθενά αλλού. 

   Όταν στα 65 της χρόνια της είπαν πως συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά, νοίκιασε ένα διαμέρισμα ακριβώς απέναντι από το Νοσοκομείο. Κάθε βράδυ παρατηρούσε τα φώτα των θαλάμων, παρακολουθούσε τις κινήσεις της Μαρίας που την αντικατέστησε. Έτσι αποκοιμιόταν. Στον ύπνο της συνομιλούσε με ασθενείς, έδινε φάρμακα, θερμομετρούσε, έστρωνε κρεβάτια όπως καμία άλλη. Ξαναφορούσε νοερά τη λευκή ποδιά.

   Με αυτή τη λευκή ποδιά είναι ντυμένη και πάλι. Τα μαλλιά της χτενισμένα κότσο, το καπέλο στηριγμένο καλά με τσιμπιδάκια. Κλείνει τα μάτια κι επικεντρώνεται στους ήχους της εντατικής: χρρρρρ, φρρρρ, τικτικτικτικ… Χαϊδεύει τη λευκή ποδιά και χαμογελά. «Τώρα, είμαι έτοιμη!».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗ


Απόφοιτη του τμήματος Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Δρ του τμήματος ΤΕΑΠΗ ΕΚΠΑ με αντικείμενο τα Αναλυτικά Προγράμματα των Αρχαίων Ελληνικών. Έχω 29 χρόνια διδακτικής εμπειρίας:23 σε  δημόσια σχολεία και 6  στην ιδιωτική εκπαίδευση. Μου αρέσει να πειραματίζομαι με νέα αντικείμενα και να δοκιμάζω εναλλακτικές διδακτικές προτάσεις. Η ενασχόλησή μου με την έρευνα- δράση με βοήθησε να στραφώ προς μία πιο ολιστική θεώρηση του Αναλυτικού Προγράμματος και να υιοθετήσω περισσότερο μαθητοκεντρικές τεχνικές. Διδακτικές προτάσεις μου έχουν δημοσιευτεί σε εκπαιδευτικά περιοδικά και έχουν παρουσιαστεί σε συνέδρια. Πιστεύω όμως πως καμία πρόταση δεν έχει ουσιαστικό νόημα για την εκπαίδευση, αν δεν αξιολογηθεί από την εκπαιδευτική κοινότητα και δεν οδηγήσει σε αναστοχασμό και αυτοστοχασμό τους συμμετέχοντες. 


Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Για τον Πλάγιο Λόγο (διδακτική πρόταση)


Σύντομη  και εναρμονισμένη στις ανάγκες της τηλεκπαίδευσης πρόταση για τον ευθύ και πλάγιο λόγο στη Νεοελληνική Γλώσσα. Οι λεπτομέρειες και οι επεκτάσεις βρίσκονται στα Πρακτικά του Συνεδρίου Δράμας, " Η δημιουργικότητα στην εκπαίδευση'' 2014. Τότε την παρουσιάσαμε μαζί με τη συνάδελφο Σύλια Ζέττα. ( Ν.Γ. Γ΄Γυμνασίου, Ενότητα 3) 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Το πασάγιο της οδού Αθηνών (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

 

Το πασάγιο της οδού Αθηνών

   Το σπιτάκι, με  δύο δωμάτια, μια κουζίνα κι ένα μικρό μπάνιο, του φύλακα του πασάγιου παράλληλα στην οδό Αθηνών  στέκει ακόμα ορθό. Εκεί  έμενε η κυρά-Θεώνη, φύλακας των γραμμών του ΟΣΕ. Μια γυναίκα με όψη γλυκιά, με ωραία θωριά, ψηλή, δυνατή, γεροδεμένη. Της το είχε παραχωρήσει ο ΟΣΕ για να μένει αυτή με τα παιδιά της, ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Έβγαινε κάθε φορά που ήταν να περάσει η οτομοτρίς, πήγαινε στο πασάγιο, περίπου δέκα μέτρα από το σπίτι της,   για να βάζει τις προστατευτικές αλυσίδες. Στα χέρια της κρατούσε ένα φωτισμένο  φανάρι με κόκκινο και πράσινο τζάμι και το κουνούσε ρυθμικά πέρα-δώθε, δείχνοντας το κόκκινο όταν ερχόταν η «καναδέζα»  και το πράσινο όταν αυτή χανόταν από τον ορίζοντα των ματιών  της. 

   Δεκαετία του ‘70. Μικρά παιδιά εμείς τότε, της γειτονιάς «κάτω από τις γραμμές», τρέχαμε να δούμε την οτομοτρίς και μας φώναζε: «Μακριά από τις γραμμές! Πιο πίσω-πιο πίσω!» και μετά ξέραμε πως η κυρά-Θεώνη θα μας μάζευε στο σπίτι της για να μας κεράσει γλυκό του κουταλιού βύσσινο φτιαγμένο με αρμπαρόριζα και να μας πει ιστορίες με την «καναδέζα». Άνοιγε το βάζο με το γλυκό και μύριζε ο τόπος όλος. 

   Ήταν και η «πρακτική» της περιοχής. Οι μανάδες μας την εμπιστεύονταν για να μας «σταυρώσει τις παραμαγούλες», όπως έλεγε την παρωτίτιδα, με καρβουνάκι Μεγαλοπαρασκευιάτικο  που είχε στα εικονίσματα ή  για να μας «ξεματιάσει» με το μαντίλι της. Πρόσφυγας και η ίδια είχε μάθει να ξεματιάζει δένοντας ένα κόμπο στην άκρη του μαντιλιού της, αφού πρώτα το μετρούσε με το άνοιγμα της «απαλάμης» της. Τρείς κόμποι. Τρία σταυρώματα. Τρεις φορές τα λόγια. Το ξαναμετρούσε, κι αν το μαντίλι κόνταινε ήταν  μάτι. Έλυνε τον κόμπο, τίναζε το μαντίλι να φύγει το κακό κι αυτό ήταν. Βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα η ίδια, συμπλήρωνε μετά το ξεμάτιασμα: «Κάνε και τον σταυρό σου τρεις φορές». Ήθελε να τα’χει καλά με όλες τις Δυνάμεις. 

   Μόλις μάθαμε πως ήταν άρρωστη και κατέπεσε στο κρεβάτι πηγαίναμε, όπως παλιά, και μαζευόμασταν γύρω της. Έπαιρνε τόση χαρά όταν μας έβλεπε. Μας ρωτούσε ένα έναν για τις σπουδές μας, για την οικογένειά μας, για τη ζωή μας.  Κι εκείνη μας έλεγε ιστορίες που είχε ζήσει όταν ήταν φύλακας στο πασάγιο. Πώς μετέφεραν τους στρατιώτες στον πόλεμο του 40, πως μετέφεραν τα άρματα πάνω στις πλατφόρμες, πως οι γυναίκες  για να αποχαιρετίσουν τους άντρες τους που πήγαιναν στο μέτωπο, έτρεχαν κλαίγοντας για πολλά μέτρα  παράλληλα προς τις γραμμές του τρένου. Πώς είχε σώσει πολλούς από σίγουρο θάνατο που δεν είδαν ότι ερχόταν η οτομοτρίς ή πόσα παιδιά γλίτωσε γιατί έπαιζαν κοντά στις ράγες. Στο σημείο αυτό θυμάμαι, πάντα σηκωνότανε-όσο στεκόταν στα πόδια της- πήγαινε στο άλλο δωμάτιο και επέστρεφε μετά από λίγο. Ιστορίες χιλιοειπωμένες, αλλά δεν της χαλάγαμε το χατίρι να μας τις ξαναλέει, με μικρές παραλλαγές.  

   Της κάναμε το ξόδι πριν από είκοσι χρόνια. Τόσα χρόνια είναι που κι εγώ  έχω αλλάξει γειτονιά. Την αρμπαρόριζα που σαν ξενιστής έχει φυτρώσει τα τελευταία χρόνια σε μια γλάστρα του μπαλκονιού μου, κι ας μου τρώει το λουλούδι που την φιλοξενεί, δεν την χαλάω. Το άρωμά της μου θυμίζει να περνάω κάποιες Κυριακές από κείνο το πασάγιο κι από το σπίτι της απέξω. Ο ΟΣΕ πλέον το έχει πουλήσει σε άλλους, στο πλαίσιο της αξιοποίησης της περιουσίας του. Το πασάγιο έκλεισε αφού οι αλυσίδες καταργήθηκαν και στη θέση τους μπήκαν αυτόματες μπάρες. Περνάω, κοιτάζω από κοντά το σπίτι της -με κίνδυνο να παρεξηγηθώ από τους νέους ιδιοκτήτες του ή από τη γειτονιά. Μια βαθιά, αρωματισμένη από αρμπαρόριζα, επιθυμία με πηγαίνει εκεί. Στη γειτονιά που έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Τώρα στις αλάνες έχουν χτιστεί πολυκατοικίες. Τώρα τα παιδιά δε κινδυνεύουν να πάνε κοντά στις ράγες γιατί έχουν βάλει πλέγμα προστατευτικό. Ευτυχώς, γιατί η κυρά-Θεώνη δε ζει πια για να τα προστατέψει και με το φανάρι της να δείξει κόκκινο. Στέκομαι λοιπόν στο δρόμο και κοιτάζω το παράθυρο του δωματίου της. Στο δωμάτιο που «έφυγε». Σα να μην έβγαινε η ψυχή της αν δεν μας το μαρτυρούσε.  «Δεν πρόκαμα να το σταματήσω. Έβρεχε ο Θεός με το Θεό. Σφύριξε αχάραγα η οτομοτρίς των τρεις. Σηκώθηκα, ντύθηκα και βγήκα στη βροχή να πάω στο πασάγιο για να βάλω τις αλυσίδες. Ο Κωστάκης μου ξύπνησε απ’την αντάρα και βάλθηκε  να μου φέρει ομπρέλα. Η καναδέζα είχε μισιάσει τη διαδρομή. Το βλογημένο γλίστρησε κι έπεσε στις ράγες».  Ήταν το πρώτο της παιδί.


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος Ph.D.(Ed.)

Καθ. Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Η αποταμίευση...τον καιρό της καραντίνας (Οι εκπαιδευτικοί γράφουν...ΙΙ)

φωτ. Τασούλα Μαρκομιχελάκη

 

Η αποταμίευση...τον καιρό της καραντίνας

   Το ημερολόγιο σήμερα γράφει 31 Οκτωβρίου και ενώ τα γεγονότα είναι καταιγιστικά... εγώ θυμήθηκα από το πρωί πως είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Αποταμίευσης και ανακάλεσα τις εκθέσεις στο δημοτικό...τη βράβευση...τον κουμπαρά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου....και την περηφάνια των γονιών μου που κάθε χρόνο μας μιλούσαν για την αποταμίευση και ιδιαίτερα η μαμά μας βοηθούσε για να γράψουμε καλά στην έκθεση...σιγομουρμουρίζοντας «φασούλι..το φασούλι, γεμίζει το σακούλι». Τόσες αναμνήσεις άρχισαν και πάλι να χορεύουν γύρω μου...!!! ίσως γιατί απομακρύνομαι πια αρκετά από παιδικά χρόνια...ή μάλλον γιατί έφυγαν από κοντά μου αυτοί που κρατούσαν...τα κλειδιά του παλατιού της παιδικής ηλικίας...! Δεν ξέρω μπορεί και τα δύο..και τόσα άλλα... 

   Η αλήθεια είναι πάντως πως καθώς ξεκίνησα να μιλώ στον γιο μου γι αυτό...σκέφτηκα ότι φέτος περισσότερο από άλλες χρονιές το μήνυμα της αποταμίευσης είναι να φροντίζεις στη ζωή σου να αποταμιεύεις ΣΤΙΓΜΕΣ!!!!...να αποταμιεύεις αγκαλιές...φιλιά...αγάπες...καλοσύνες...βόλτες...εικόνες... ΧΑΡΕΣ!!!!... και ανεμελιές....και λόγους...λίρα εκατό!!!! γιατί έρχεται καιρός που θα τα στερηθείς...και θα σου χρειαστούν οι "αποταμιεύσεις" για να στηρίξεις την ψυχή σου!!! Και αυτό τελικά δεν είναι το νόημα της αποταμίευσης...;;;;"Να φυλάς για την ώρα της ανάγκης" που έλεγε και η γιαγιά του καθενός από μας...

   Ας σκεφτούμε λοιπόν τι αποταμιεύουμε.... τι αποταμιεύσαμε και ας αισθανθούμε ευγνωμοσύνη αν βρούμε τον κουμπαρά γεμάτο...για να πάρουμε δύναμη...τώρα που και πάλι το έχουμε ανάγκη !!!! Και ας γίνουμε και εμείς "κουμπαράδες" για όσους έχουμε γύρω μας... Πιστεύω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου στην αποταμίευση της καλής στιγμής και γι αυτό οι φίλοι μου ξέρουν και καταλαβαίνουν κρυφογελώντας βέβαια την αγάπη και την εμμονή μου για την "αποταμίευση" της στιγμής ...στην ψυχή και στο κλικ της φωτογραφικής μου κάμερας....!!! Σήμερα λοιπόν αποφάσισα να τιμήσω την παγκόσμια Ημέρα Αποταμίευσης βλέποντας φωτογραφίες με ανθρώπινες συνάξεις και..αγκαλιές...και έτσι να ξορκίσω τη θλίψη και τον φόβο...για όσα ζούμε και όσα έρχονται...

ΣΥΛΙΑ ΖΕΤΤΑ




Η  Βασιλική (Σύλια) Ζέττα είναι εκπαιδευτικός Β’/βάθμιας εκπαίδευσης, απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας Α.Π.Θ.  με ειδίκευση κλασικών σπουδών, κάτοχος  Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Παιδαγωγική Ισότητας των Φύλων των τμημάτων Ψυχολογίας & Παιδαγωγικής- Φιλοσοφίας του Α.Π.Θ. Είναι πιστοποιημένη επιμορφώτρια Β΄επιπέδου στη διδακτική αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική πράξη.  Είναι διευθύντρια στο 1ο Γυμνάσιο Σερρών. Έχει συμμετοχή στο έργο Επιμόρφωση Β΄ Επιπέδου των εκπαιδευτικών για τη διδακτική αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική πράξη ως επιμορφώτρια. Συμμετείχε στη συγγραφή τριών (3) βιβλίων για τη διδασκαλία της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Λύκειο, από τις εκδόσεις Χατζηθωμά . Από το 2007 εκλέγεται στο Δ.Σ του Συνδέσμου Φιλολόγων Ν. Σερρών. Εκλέχθηκε στη θέση της Προέδρου, για τη διετία 2011-2013, και 2013-2015. Είναι περήφανη μητέρα τριών αγοριών. Ζει μόνιμα στη Σέρρες.



Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και της 30ης Οκτωβρίου 1944

 



Οι επιδημιολογικές συνθήκες λόγω του κορωνοϊού διαμορφώνουν νέα δεδομένα στα σχολεία μας. Η φετινή επέτειος θα γιορταστεί μέσα στις τάξεις, ξεχωριστά σε κάθε τμήμα. Μια πρόταση που μπορούμε να αξιοποιήσουμε είναι η ανάγνωση κειμένων από συγγραφείς της Θεσσαλονίκης που βίωσαν εκείνες τις δύσκολες ημέρες και αποτύπωσαν τις εμπειρίες τους με γλαφυρό αλλά συνάμα και δραματικό τρόπο.

"Πολλοί ήταν οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης που ασχολήθηκαν στα βιβλία τους με την περίοδο της γερμανικής Κατοχής και την 30η Οκτωβρίου 1944, ημέρα απελευθέρωσης της πόλης από το ναζιστικό ζυγό. Μία πρώτη συγκέντρωση κειμένων συγγραφέων που ασχολήθηκαν στα βιβλία τους με αυτό το τόσο σημαντικό γεγονός, έγινε από τη δημοτική σύμβουλο Μαρία Αγαθαγγελίδου, μέλος της επιτροπής εορτασμού της 30ης Οκτωβρίου, με την επιμέλεια της Ελένης Χοντολίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Παιδαγωγικού Τμήματος του ΑΠΘ. "


Τα βιβλία που ανθολογήθηκαν, είναι των συγγραφέων:

-Περικλής Σφυρίδης (1996). Ψυχή μπλε και κόκκινη. Αθήνα: Καστανιώτης.

-Γεώργιος Θ. Βαφόπουλος, (χ.χ.) 1903-1996. Σελίδες αυτοβιογραφίας: Η ανάσταση. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής

-Στέλιος Γεωργιάδης (1955). Θεσσαλονίκη η Ανυπότακτη Πόλη, μαρτυρίες και έρευνα για τον αγώνα 1941-1945. Θεσσαλονίκη.

-Ντίνος Χριστιανόπουλος (2008). Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν. Θεσσαλονίκη: Ιανός.

-Μανώλης Αναγνωστάκης (2000[1976]). Τα Ποιήματα. Αθήνα: εκδόσεις Νεφέλη.

-Γιώργος Ιωάννου (1992). Το Δικό Μας Αίμα. Αθήνα: Κέδρος.

-Στέργιος Βαλιούλης (1985). Πολίτης Β΄ Κατηγορίας. Θεσσαλονίκη: Ρέκος

-Φραγκίσκος Σομμαρίπας (1997). Η Λάμψη του Γκρίζου. Αθήνα: Εστία.


Α. Η ΠΕΙΝΑ

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν, σ. 61 (το χειμώνα του 42...να πεθάνουμε). Θεσσαλονίκη: Ιανός. όπ. π. σ. 225 (πείνα τρομαχτική…κι αυτό ήταν όλο).

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σ. 76 (απ’ όλα τα μαθήματα…έσχατο μάθημα)

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν, σ. 192 (συσσίτια) Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, σσ. 46-47 (το κατοχικό ημερολόγιο)


Β. ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ

Γιώργος Ιωάννου, Το δικό μας αίμα, σ. 111 (περπατώντας… .μέσα μου)

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 14-16 (έφοδος Γερμανών σε γειτονιά)

Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες Αυτοβιογραφίας, τ. Β’ Η ανάσταση, σσ. 228-229, (Το κάψιμο του Χορτιάτη).

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 55, 56, 57, 58 (βομβαρδισμός στο κέντρο της πόλης, καταφύγια)

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σ. 92-94 (βομβαρδισμός Άγγλων)

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, σσ. 184-185 (βομβαρδισμός Άγγλων)

Στέργιος Βαλιούλης, Πολίτης Β’ κατηγορίας, σ. 157 (μήτε καλύτερο… υπόδουλων λαών)

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 106-108 (συνάντηση στο τραμ με ταγματασφαλίτη)

Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες Αυτοβιογραφίας, τ. Β’ Η ανάσταση, σ. 230 (σχέδιο Γερμανών για καταστροφή δομών της πόλης).

Νίκος Μπακόλας, Η μεγάλη πλατεία, σσ. 372-373 (ξεψυχούσε πια… λεηλατιόντανε), σ. 375 (αλλά θα τους …πως τους χτυπούσε), σσ. 377-378 (Αλλά βρήκαν … σαν να πονούσαν)


Γ. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Μανώλη Αναγνωστάκη, Κι ήθελε ακόμη… Τα ποιήματα σ. 103

Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 116-117 (είσοδος του ΕΛΑΣ στην πόλη)

Γιώργος Ιωάννου, το δικό μας αίμα, σ. 109 (πρωτάκουστα ….κρυφό κάπως χαμόγελο), σ. 110 (στο μεταξύ…. στιγμές)

Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες Αυτοβιογραφίας, τ. Β’ Η ανάσταση σ. 231 (είσοδος ΕΛΑΣ)

Στέλιος Γεωργιάδης, Θεσσαλονίκη η ανυπόταχτη πόλη, σσ. 290-291 (απελευθέρωση)

Φραγκίσκος Σομμαρίπας, Η λάμψη του γκρίζου, σσ. 352-353 (απελευθέρωση)


Δ. Μαρτυρίες

Γιώργος Καφταντζής (2008). Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Τηλεγράφημα του Μ. Βαφειάδη

Δύο ΕΠΟΝίτισσες με τηλεβόα

Κώστας Τομανάς (1996). Χρονικό της Θεσσαλονίκης 1921-1944. Νησίδες, Σκόπελος, σ. 254

Ρούλα Παπαδημητρίου (2003). Στον ίσκιο του Λευκού Πύργου. Αθήνα: Εξάντας, σ. 553.

Ρούλα Παπαδημητρίου (2003). Στον ίσκιο του Λευκού Πύργου. Αθήνα: Εξάντας, σ. 556.

1941-1944, Η Γερμανική Κατοχή στη Θεσσαλονίκη και η απελευθέρωση της πόλης. 2008, της Πανελλήνιας Οργάνωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΟΑΕΑ) Θεσσαλονίκης


Α. Η ΠΕΙΝΑ

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν, σ. 61, Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Το χειμώνα του 1942 η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο για όλους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, τον Φλεβάρη του 42, και σε πλήρη εξαθλίωση, μάνα και γιος, αποφασίζουμε και μεις να πέσουμε κάτω και να πεθάνουμε. Σας φαίνεται παράξενο, αλλά δεν είναι υπερβολή. Αν το παίρναμε απόφαση να πλαγιάσουμε ένα βράδυ στο παχύ χιόνι των τριάντα πόντων στο χωματένιο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αθηνών (έτσι λεγόταν τότε η σημερινή οδός Παπαναστασίου), το πρωί θα μας έβρισκαν σίγουρα κοκαλωμένους. Άλλωστε αυτή ήταν και η τακτική που ακολουθούσαν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, οι οποίοι αποφάσιζαν να πεθάνουν: έπεφταν σε μια γωνιά ή σε ένα πεζοδρόμιο, και το πρωί περνούσε το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε ξυλιασμένους. Ένα απόγευμα, λοιπόν, καθώς επιστρέφαμε από τον γνωστό εβραϊκό συνοικισμό 151, όπου σήμερα είναι η πλατεία Εβραίων Μαρτύρων, λέει η μάνα μου: «Ως εδώ ήταν οι μέρες μας». Πέφτουμε λοιπόν στα χιόνια και περιμένουμε να πεθάνουμε. (…)

Εκεί λοιπόν που πέσαμε εξαντλημένοι στο πεζοδρόμιο με τα χιόνια, ξαφνικά εμφανίζεται η Καλλιοπίτσα(…) «Καλέ, Κυρα-Φανή, καλέ, τι κάνετε εδώ, είστε με τα καλά σας;». (...) Η μητέρα μου αντιδρούσε και δεν ήθελε να σηκωθούμε. Οπότε αυτές οι δύο μας σηκώνουν στο πι και φι και μας βάζουν να καθίσουμε επάνω στο χιόνι.

Τότε οι Γερμανοί δεν είχαν πάρει ακόμη τους Εβραίους. Οι δε Εβραίοι συνήθως πουλούσαν διάφορα πράγματα στο δρόμο, μεταξύ των οποίων και κανναβούρι ψημένο. Με ένα μικρό φλιτζανάκι του καφέ, σου έδιναν σ’ ένα χαρτί κανναβούρι ψημένο, που, όπως ξέρετε έχει λάδι μέσα, είναι και νόστιμο και δυναμωτικό. Περνάει λοιπόν ένα φουκαράδικο Εβραιάκι έχοντας λίγο κανναβούρι για πούλημα, του δίνουν λίγα λεφτά η Καλλιοπίτσα και η άλλη, παίρνουν ένα φλιτζανάκι κανναβούρι κι αρχίζουν να μας ταΐζουν.

Όμως πώς θα πηγαίναμε μέχρι τον Αη-Θανάση; Δεν υπήρχε συγκοινωνία, και τα λίγα γκαζοζέν που υπήρχαν δεν έκαναν αυτό το δρομολόγιο. Τα γκαζοζέν ήταν κυρίως στην Εγνατία. Ξαφνικά, για καλή μας τύχη, εμφανίζεται ένα κάρο με άλογο. Το είχε ένας χωριάτης από την Καμπτσίδα. Τον σταματάει λοιπόν η Καλλιοπίτσα και του λέει: «Καλέ, μπάρμπα, πόσα θέλεις να πάρουμε αυτούς τους ανθρώπους και να τους πάμε μέχρι τον Αη-Θανάση;» Αυτός μας είδε λίγο ψυχρά και ζήτησε ένα ποσό που η Καλλιοπίτσα το βρήκε λογικό.

Μας αρπάζουν λοιπόν και μας ξαπλώνουν πάνω στο κάρο, ανεβαίνουν κι αυτές, κάθονται δίπλα μας και μπροστά ο αμαξάς με το καμτσίκι, πίσω εμείς οι τέσσερις, και ξεκινάμε. (…) Εκεί που πηγαίναμε, γυρίζει ξαφνικά ο αμαξάς και λέει στην Καλλιοπίτσα: «Μετάνιωσα». Η Καλλιοπίτσα τρόμαξε. «Έχει γούστο να μας κατεβάσει τώρα, κι άντε να βρεις άλλο κάρο», σκέφτηκε. «Μετάνιωσα», λέει ο αμαξάς, «που σας ζήτησα λεφτά, δε θέλω τίποτα. Θα σας πάω τζάμπα». Πρωτοφανές, είχε συγκινηθεί και είχε έρθει στο φιλότιμο. Και πράγματι, μας πήγε όχι μόνο μέχρι τον Αη-Θανάση, αλλά μέχρι και το σπίτι μας που ήταν αρκετά αψηλά, κοντά στην οδό Αγίου Δημητρίου.


Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν, σ. 255, Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Πείνα τρομαχτική, οι άνθρωποι πέθαιναν κατά εκατοντάδες στους δρόμους κι έρχονταν το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε σαν τα σκουπίδια. Τότε κινδύνεψα να πεθάνω κι εγώ, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε φαΐ ούτε ψωμί, κάθε τρεις μέρες τρώγαμε μια μικρή φετούλα μπομπότα κι αυτό ήταν όλο...


Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή Μπλε και Κόκκινη, σ. 76

«Απ’ όλα να μαθήματα που προέβλεπε το πρόγραμμα –αν υπήρχε τέτοιο- να διδαχθούμε, ο κύριος Σαμακάς είχε ιδιαίτερη προτίμηση ή αδυναμία στην αριθμητική. Κι επειδή η εκκλησία δεν διέθετε εποπτικά μέσα διδασκαλίας, ο «κύριος» μας παρακαλούσε να φέρνουμε καθημερινά από το σπίτι μας φασόλια ή ρεβύθια ή ό,τι τέλος πάντων είχε ο καθένας, για να παραδίδει το μάθημα.

Αράδιαζε, λοιπόν, τα φασόλια που μαζευόταν απάνω στο τραπέζι, συνήθως λιγοστά, γιατί τα περισσότερα παιδιά έρχονταν με άδεια χέρια, κι άρχιζε την προπαίδεια. Στο τέλος του μαθήματος έβγαζε ένα σακουλάκι από την τσέπη του κι έριχνε μέσα το συνονθύλευμα αυτό των οσπρίων, για να εξοικονομήσει τον επιούσιο του Χάρη (του γιού του) και της κόρης του. Σιγά σιγά όμως μαθεύτηκε η κομπίνα και η αριθμητική από πρώτο κατάντησε έσχατο μάθημα.»


Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θεσσαλονίκη ου μ’ εθέσπισεν, σ. 192, Θεσσαλονίκη: Ιανός.

Το 1943 ήμουν δώδεκα χρονώ. Είχα ήδη κινδυνεύσει να πεθάνω δύο φορές από πείνα, κι αν τελικά σώθηκα, αυτό το χρωστώ κυρίως στα συσσίτια των κατηχητικών. Εκεί γνωρίστηκα με ένα παιδί από το τρίτο γυμνάσιο, που το έλεγαν Σταύρο, και γίναμε φίλοι. Στο ίδιο συσσίτιο έτρωγε κι ο λίγο μεγαλύτερος φίλος μας Μίμης Μαρωνίτης (πρόκειται για τον γνωστό καθηγητή του Α.Π.Θ. Δημήτρη Μαρωνίτη), αρρώστησε όμως βαριά και δεν μπορούσε να έρχεται και να τρώει. Τότε εγώ με τον Σταύρο αποφασίσαμε να πηγαίνουμε το φαί του Μίμη κάθε μέρα στο σπίτι του. Αυτό βάσταξε πάνω από χρόνο. Ξεκινούσαμε από την πλατεία Αγίας Σοφίας και μετά την Ηροδότου, περνούσαμε τον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό και την πλατεία Καλλιθέας και βγαίναμε στην οδό Ιφικράτους 7, που ήταν το σπίτι του Μίμη, ένα φτωχικό τουρκόσπιτο με καφάσια.


Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, σ. 46-47.

Κατοχικό Ημερολόγιο

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 1943, εις το συσσίτιο έφαγα φακή νερόβραστη!…

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 1943, έφαγα μπιζέλια νερόβραστα…

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 1943, στο συσσίτιο έφαγα μακαρόνια αρκετά καλά μετά ελαίου και αναδίδοντα δυσοσμία πετρελαίου, οπωσδήποτε τα έφαγα πάντως...

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 1943, έφαγα πατάτες (γεώμηλα) μετά ελαίου και πετρελαίου...

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, έφαγα στο συσσίτιο φακές με λάδι!..

Σάββατον, 4 Δεκεμβρίου, έφαγα φακή, σκαστή άνευ ελαίου μετά ύδατος αγνού…



Β. ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ-ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ

Γιώργος Ιωάννου, Το δικό μας αίμα, σ. 111

«Περπατώντας αργά προς το σπίτι θυμόμουνα όλους εκείνους, που είχα δει να χάνονται. Τουμπανιασμένα, μαυρισμένα, σκασμένα, σαν δέντρα με κομμίωση, από την πείνα πόδια –γάμπες και γόνατα– γαντζώματα σε τοίχους πριν από το τελικό πέσιμο στο πεζοδρόμιο, ξεγυρισμένες κλωτσιές με μαύρες καλογυαλισμένες μπότες, άγρια τραβοκοπήματα, δολοφονίες μέσα στη γεμάτη κόσμο αγορά, μπλόκα το πρωί στις γειτονιές και μπλόκα το σούρουπο στα σταυροδρόμια, πάνω στο σχόλασμα συμπλοκές και ξαφνικές χειροβομβίδες. Και αίματα πολλά αίματα το πρωί στο πεζοδρόμιο. «Εδώ!», «να, εδώ!», έλεγα συνεχώς μέσα μου... ... Πού είναι οι τόσοι εκτελεσμένοι μας, τα ονόματά τους, τα σημειώματά τους, οι τελευταίες τους στιγμές;... Δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε για το στρατόπεδο Παύλου Μελά, το Γεντί- Κουλέ, που θα έπρεπε να γίνει μουσείο φρίκης, τις εκτελέσεις στο Κόκκινο Σπίτι, τις εκτελέσεις στο Χατζή-Μπαχτσέ, το κάψιμο του Χορτιάτη... Ποιος θα τα καταγράψει αυτά και πότε επιτέλους θα το κάνει;...».


Περικλής Σφυρίδης Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 14-16

Περασμένα μεσάνυχτα, το σκοτάδι πυκνό και απόλυτο, να το κόψεις φέτες με μαχαίρι. Ξαφνικά μουγκρίζουν μηχανές, γεμίζει φωνές η γειτονιά, φώτα διαπερνούν τις γρίλιες των κλειστών παντζουριών. Πετιέται ο πατέρας μου με τις μπαλωμένες πιτζάμες του, η μάνα αλαφιασμένη δίπλα του ψάχνει για τη ρόμπα της, ο θείος Ηρακλής ανοίγει γρήγορα την πόρτα της κουζίνας και με δυο δρασκελιές σαλτάρει στο τοιχάκι της μικρής μας αυλής με τις καϊσιές και χάνεται στην αλάνα του διπλανού ξυλουργείου. Σαν φάντασμα μου φάνηκε μ’ εκείνα τα μακριά του άσπρα σώβρακα. Σε λίγο ακούγονται δυνατά απανωτά χτυπήματα στην πόρτα, «Μπλόκο», λέει ο πατέρας μου, «Ψυχραιμία» και «Βάλε τον μικρό στο κρεβάτι του αδελφού σου». Ο πατέρας ανοίγει την πόρτα και ορμούν πρώτα δύο Γερμανοί με τα όπλα, χώνονται στα δωμάτια, εγώ κάνω πως κοιμάμαι σκεπασμένος με την κουβέρτα μέχρι τα’ αυτιά, τους βλέπω ή μάλλον τους νιώθω να μαλακώνουν, ίσως να έχουν κι αυτοί παιδιά στη μακρινή πατρίδα τους, φεύγουν τραβώντας σιγανά το πόμολο.

Πετιέμαι και βάζω το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα, ο πατέρας μου μιλάει μ’ έναν τύπο με ρεπούμπλικα, ενώ πίσω τους διακρίνω τον Γερμανό αξιωματικό. «Τι τρέχει;» ακούω τον πατέρα μου να ρωτάει κάνοντας τον χαζό, κι ο διερμηνέας τον ανακρίνει για τον Μιχάλη Γαλανό, το γείτονα, που όλοι γνωρίζαμε ότι ήταν οργανωμένος στην ΕΠΟΝ κι έγραφε τα βράδια συνθήματα στους τοίχους. «Γιατί τι έκανε;» συνεχίζει το θέατρο ο πατέρας , κάτι «νιχτς» λένε οι Γερμανοί στρατιώτες που έψαξαν το σπίτι, κι ο Γερμανός αξιωματικός φαινόταν να βαριέται και βγαίνει έξω ν’ ανάψει τσιγάρο. Ο διερμηνέας νιώθει αμήχανα, σηκώνει τους ώμους του, «Τη δουλειά μου κάνω» μουρμουρίζει, κι ύστερα «αν τον πάρει το μάτι σου ειδοποίησε το Τμήμα, μη βρεις κι εσύ τον μπελά σου» λέει του πατέρα μου. Φεύγουν, αλλά ακούγονται φωνές από το διπλανό σπίτι. Στήνουμε αυτί, χτυπούν τον πατέρα του Μιχάλη τον κυρ Ορέστη, φαρμακοποιό, ηλικιωμένο άνθρωπο, που διαμαρτυρόταν πάντα πως πάσχει απ’ την καρδιά του. Ίσως να είχε πέσει πάλι λιπόθυμος- το συνήθιζε ακόμα και με ασήμαντες αφορμές ή στενοχώριες- γιατί η γυναίκα του η Ευγενία, είκοσι και πλέον χρόνια νεότερή του (δεύτερος γάμος, ήταν δούλα της πρώτης του γυναίκας, μιας αριστοκράτισσας Σμυρνιάς, όπως λέγανε), νταρντάνα και αγράμματη, άρχισε ξαφνικά να τσιρίζει δυνατά, ενώ ακουγόταν και το κλάμα του Αλέκου, του μικρότερου γιού της, που σ’ ανάλογες περιπτώσεις κρεμόταν πάντα απ’ τα φουστάνια της.

«Μήνες χάθηκε, εξαφανίστηκε το καταραμένο» ακούγαμε την Ευγενία να βρίζει, να καταριέται το ίδιο το παιδί της κι ας ήταν ο Μιχάλης , σαν το θείο Ηρακλή, κρυμμένος κάτω από τους σωρούς τα ροκανίδια του διπλανού ξυλάδικου, που ήταν επιταγμένο από τους Γερμανούς και γι’ αυτό δεν έψαχναν εκεί.

Κάποτε οι φωνές σταμάτησαν, τα σπίτια στη γειτονιά είχαν σχεδόν όλα ερευνηθεί, κάποιους πήραν μαζί τους, φώναζαν καθώς τους έσπρωχναν ν’ ανεβούν στα καμιόνια. Οι μηχανές βρυχήθηκαν πάλι, μια φάλαγγα σχηματίστηκε, που την κατάπιε η νύχτα. «Πήγαινε να ειδοποιήσεις το θείο σου», μου είπε η μητέρα και βγήκα στην αυλή κι έμπλεξα κατάλληλα τις χούφτες μου να προσποιηθώ την κουκουβάγια φυσώντας με το στόμα , και ξανά πάλι, αφού ο θείος, παρόλο που άκουγε το σύνθημα, δεν εμφανιζόταν- τέτοιος ο φόβος του. Κάποτε το πήρε απόφαση και γλίστρησε μέσα στο σπίτι, στη σάλα, ξυλάνθρωπος θαρρείς από τα ροκανίδια που είχαν κολλήσει πάνω του. «Με προσοχή, Ηρακλή, τινάξου» τον ορμήνεψε η μάνα μου, κι ύστερα, γυρίζοντας σ’ εμένα, «Πάρε το σκουπάκι και μάζεψέ τα να τα ρίξουμε στη σόμπα».

Ο πατέρας έβγαλε από το ντουλάπι ένα παλιό μισοάδειο μπουκάλι κονιάκ- το φάρμακό του- και γέμισε δυο ποτηράκια. Κατέβασε μονοκοπανιά το ένα λέγοντας «πάει κι αυτό» και έβαλε το άλλο στη χούφτα του Ηρακλή, που εξακολουθούσε να τρέμει. «Δεν ήταν για σένα», του είπε, «τον Γαλανό γύρευαν».


Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, τ.2, η Ανάσταση, σσ. 228-229

(Το κάψιμο του Χορτιάτη)

Στις αρχές του Σεπτεμβρίου, μια αποτρόπαια είδηση συντάραξε τη Θεσσαλονίκη. Ο Χορτιάτης, το κοντινό μας χωριό, που απλώνεται στις πλαγιές του ομώνυμου βουνού, είχε παραδοθεί από τους Γερμανούς στις φλόγες με όλους τους κατοίκους του... Κι ήρθανε οι έξαλλες ορδές των Γερμανών και ζώσανε το χωριό και κλείσανε τους κατοίκους του μέσα στην εκκλησιά και μέσα στα σπίτια. Και βάλανε φωτιά και άφησαν τις φλόγες να υψωθούν, για να πνίξουν άνδρες, γυναίκες και παιδιά, σε μια φριχτή μάζα από σπαραγμό και καμένες σάρκες. Έξω από τη φλεγόμενη τούτη κόλαση στεκότανε άγριοι οι Γερμανοί και πυροβολούσαν όσους, στην απόγνωσή τους, δοκίμαζαν μια έξοδο σωτηρίας. Και τους ξανάριχναν μέσα στη φωτιά. Ώσπου οι σπαραγμοί καταλάγιασαν, οι φλόγες χαμήλωσαν κ’ η σιωπή του θανάτου κατακάθισε κι αυτή πάνω στα ερείπια του καμένου χωριού.»


Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή Μπλε και Κόκκινη, σσ. 55-58

(Βομβαρδισμοί-καταφύγια)

Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων η οικογένεια, στην ευρύτερή της σύνθεση, μαζεύτηκε στο προσφυγικό του Τόπαλτι, κάτι που ήταν επιθυμία της γιαγιάς, η οποία σαν κλώσα μάζευε τα κλωσοπούλια της, τις άγιες, όπως έλεγε, μέρες. Κι ήταν τυχερή, γιατί κανένα από τα παιδιά της δε βρισκόταν στο μέτωπο. Ο Πασχάλης μεγάλος, ο Πλάτων, που του έλειπε ο δείκτης του δεξιού χεριού, βοηθητικός, σε μια μονάδα εφοδιασμού στο λιμάνι, ο Ηρακλής με τον πατέρα μου επιστρατευμένοι τηλεγραφητές στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που τη χαρά της μέρας εκείνης την αμαύρωσε ένας μεσημεριάτικος βάρβαρος βομβαρδισμός από ιταλικά αεροπλάνα, που, σκορπώντας το θάνατο μαζί με τα πολυάριθμα παιχνίδια στο κέντρο της αγοράς, ήθελαν να κάμψουν το ηθικό του κοσμάκη, ο οποίος ετοιμαζόταν να γιορτάσει τη γέννηση του θείου βρέφους μαζί με τις νίκες των φαντάρων μας στην Αλβανία.

Από βομβαρδισμούς βέβαια είχαμε συνηθίσει, αλλά για πρώτη φορά η μάνα μου κι εγώ βρεθήκαμε τόσο κοντά στις βόμβες. Στου Χαριλάου, με το που χτυπούσαν οι σειρήνες, τρέχαμε σ’ ένα παρακείμενο της γειτονιάς καταφύγιο, κάποιο όρυγμα βαθύ δύο περίπου μέτρα και σκεπασμένο με χώμα. Χωρούσε τρεις ή τέσσερις οικογένειες, όσες περίπου ήμασταν στο άκρο εκείνο του συνοικισμού που συνόρευε με το ρέμα, που τον καιρό εκείνο αλλά και αργότερα στέγαζε το λαθρόβιο έρωτα όλης της περιοχής και που τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί κι αμέσως μετά, γέμιζε πτώματα τα βράδια. Στο καταφύγιο αυτό χώνονταν βαθιά πρώτα τα γυναικόπαιδα και μαζί τους ο κυρ Ορέστης ο γείτονάς μας ο φαρμακοποιός, που έτρεμε απ’ το φόβο του κι όλο σταυροκοπιόταν ή λιποθυμούσε κάθε φορά που κάποια οβίδα σφύριζε πάνω απ’ τα κεφάλια μας πριν εκραγεί, κάτι σπάνιο, αφού ο στόχος των Ιταλών παρέμενε το λιμάνι, ο σιδηροδρομικός σταθμός και το κέντρο της πόλης, χωρίς να λείπουν βέβαια και οι αδέσποτες βόμβες που οι Ιταλοί αεροπόροι έριχναν όπου και να ήταν, ιδίως αν τύχαινε να εμπλακούν σε αερομαχίες με τίποτα δικά μας καταδιωκτικά.

Την ίδια στιγμή, ο γιός του ο Μιχάλης και κάποιοι φίλοι του, αντράκια τότε που έβραζε το αίμα τους, δε δέχονταν να μπουν στο καταφύγιο, παρά στέκονταν όρθιοι στην είσοδο του ορύγματος για να παρακολουθούν το βομβαρδισμό και κυρίως τα κατορθώματα ενός πυροβολητή από τη Βάρνα –έλεγαν πως ήταν γύφτος– που είχε γίνει ο τρόμος των Ιταλών με την ευστοχία του. Κάθε φορά που κατέρριπτε ένα ιταλικό αεροπλάνο, ακουγόταν μια κραυγή θριάμβου έξω από το καταφύγιο, κι ήταν τότε οι μοναδικές στιγμές που σταματούσε το τρέμουλο των χεριών του κυρ Ορέστη, που δεν έπαυε όμως, πότε εκείνος και πότε η γυναίκα του η Ευγενία, να φωνάζουν στο γιό τους: «Μπες μέσα, μπρε, γιατί θα φας καμιά ώρα το κεφάλι σου».

Με το που χτύπησαν οι σειρήνες το μεσημέρι εκείνο, τα χάσαμε η μάνα μου κι εγώ, που βρεθήκαμε στη Βενιζέλου, καρδιά της αγοράς και της πόλης, ν’ αγοράζουμε φτηνά δωράκια για το έθιμο – καλό μόνο ένα μάλλινο σάλι για τη γιαγιά. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει για να κρυφτεί, «Τα γυναικόπαιδα στο καταφύγιο της Εμπορικής Ένωσης», ακούσαμε κάποιους να φωνάζουν, ήταν οι ηλικιωμένοι της αεράμυνας. Δημιουργήθηκε ένα ανθρώπινο ρεύμα, ή μάλλον κύμα, που μας παρέσυρε προς το κατάστημα, το μέγαρο στη συμβολή των οδών Ερμού και Βενιζέλου, σ’ ένα μαγαζί νεωτερισμών –πουλούσε κυρίως υφάσματα– απ’ όπου, θυμάμαι, αγόραζε κι ο πατέρας μου με δόσεις. Μας έσπρωχναν από πίσω κι εμείς πιέζαμε τους μπροστινούς, στην είσοδο γινόταν μεγάλο στρίμωγμα, παραλίγο να μου κοπεί η αναπνοή, ίσως από τον πολύ κόσμο που μου στερούσε τον αέρα ή και από φόβο μη χάσω τη μάνα μου που με κρατούσε σφιχτά το χέρι. Μας οδήγησαν στο υπόγειο, ήταν μεγάλο και μου φάνηκε άνετο μετά το συνωστισμό της πόρτας, καθίσαμε πάνω σε κάτι σακιά με άμμο, ο ένας δίπλα στον άλλο, η μάνα μου πλάτη με μια χοντρή κυρία, εγώ είχα κουρνιάσει στην αγκαλιά της, εκείνη έπιασε αμέσως κουβέντα με τη χοντρή για να διώξει την αγωνία. Το καταφύγιο είχε φώτα, βλέπαμε τους ανθρώπους της αεράμυνας με τα περιβραχιόνια που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας δίνοντας κουράγιο και οδηγίες, όταν άρχισαν να σκάνε οι οβίδες και η γη να τρέμει λες κι ήταν πρόσκαιροι σεισμοί, που επαναλαμβάνονταν όμως ανελέητοι.

Όλοι σχεδόν σταυροκοπιούνταν, κάτι μωρά έκλαιγαν, κάποιοι σε μιαν άκρη τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, μέχρι που ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός κρότος, θαρρείς βροντή που έσκασε μέσα στο υπόγειο, κι αμέσως κόπηκε το ηλεκτρικό και βυθίστηκαν τα πάντα στο σκοτάδι. Η μάνα μ’ άρπαξε, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της. «μη φοβάσαι» μου έλεγε, ενώ την ένιωθα να τρέμει, να παγώνει. «Δείτε αν ανοίγει η πόρτα», φώναξε κάποιος, «μη μας πλάκωσαν τα μπάζα και σκάσουμε σαν ποντίκια». Ορισμένοι της αεράμυνας είχαν φακούς και τους άναψαν, προσπάθησαν ν’ ανοίξουν την πόρτα, αλλά είχε φρακάρει απ’ έξω, και τότε ήταν που όλοι παγώσαμε κι έπεσε μια βουβαμάρα καθολική, λίγο πριν ξεσπάσουν φωνές και υστερίες. Με το που ήχησαν πάλι οι σειρήνες για τη λήξη του συναγερμού, ακούσαμε κασμάδες έξω απ’ την πόρτα κι ύστερα από λίγο, που εμένα όμως μου φάνηκε χρόνος ατέλειωτος, έπεσε η πόρτα και γέμισε το υπόγειο με ζωογόνο κρύο αέρα. Μας έβαλαν στη σειρά, «Πειθαρχία» και «σιγά- σιγά» φώναζαν αυτοί της αεράμυνας, με τάξη βγήκαμε κι εμείς έξω, τα μάτια μου σκοτείνιασαν από το δυνατό φως, τον ήλιο, κι όταν συνήθισα να βλέπω, είδα τον δρόμο στρωμένο με παιχνίδια.


Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, σσ. 184-85

(Κατοχικό Ημερολόγιο-βομβαρδισμός Άγγλων)

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 1943. Ο καιρός είναι καλός. Έφαγα μπιζέλια νερόβραστα.

Χθες το βράδυ, ενώ η ωχρά σελήνη φώτιζε τα πάντα και ήταν πραγματικώς μαγευτική η βραδιά αντήχησαν αι τρομεραί σειρήναι. Εγώ δεν εσηκώθηκα ποσώς. Σχεδόν μαζί με τας σειρήνας ήρχισαν να πίπτουν βροχηδόν αντιαεροπορικά παντός διαμετρήματος, ως και πολυβόλα, διότι τα αεροπλάνα ήσαν πολύ χαμηλά. Αλλά μετ’ ολίγον έλαμψεν ο τόπος και τρομεροί κρότοι σαν εκρήξεις βομβών ηκούοντο επί ένα τέταρτον. Εμείς και όλος ο κόσμος βέβαια ετρομοκρατηθήκαμεν. Τα παράθυρα έτριζον απειλητικώς, αι θύραι ήνοιγον μόναι των και ολόκληρο το οικοδόμημα εσείετο εκ θεμελίων... Περί ώραν 11-12 ηκούσθησαν και πάλιν αι σειρήναι, τίποτα όμως περισσότερο. Την πρωίαν έμαθα ότι βομβάρδισαν την Νεάπολη, Συκιές, Βάρνα. Άπαντες συνοικισμοί.

Περί τους πεντακοσίους ανέρχονται οι νεκροί. Το απόγευμα επεσκέφθην την πληγείσαν περιοχήν της Βάρνας. Οι φονιάδες γκρέμισαν τις παράγκες και σκότωσαν τον κόσμο στα κρεβάτια τους. Σχεδόν τα θύματα τα είχαν μαζέψει. Εγώ είδα δυο νεκρούς σκεπασμένους με ένα σεντόνι. Τα ερείπια μαρτυρούν περί της αναισχύντου ατιμίας που διεπράχθη από τους «φίλους» μας.


Στέργιος Βαλιούλης, Πολίτης Β΄κατηγορίας, σ. 157

«Μήτε καλύτερο μήτε χειρότερο είναι το φέρσιμο των Γερμανών στον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης απ’ ό,τι στη λοιπή κατεχόμενη Ευρώπη. Χαμογελούσαν σ’ αυτούς που τους φέρνονταν φιλικά, τουφέκιζαν, έβγαζαν δόντια και νύχια κι έκλειναν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως αυτούς που τους πολεμούσαν. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, δεν εξυπηρετούσαν παρά το συμφέρο τους. Και το συμφέρο τους ήταν αντίθετο με των υπόδουλων λαών».


Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σσ. 106-108

Απομεσήμερο και στο δεύτερο βαγόνι του τραμ είναι στιβαγμένοι πολλοί, κυρίως υπάλληλοι που έχουν σχολάσει από τις υπηρεσίες και άλλοι από τα μαγαζιά. Το πρώτο βαγόνι ταξιδεύει άδειο σχεδόν, γιατί προορίζεται μόνον για Γερμανούς ή τίποτε αξιωματούχους των Ταγμάτων Ασφαλείας, τους στενούς δηλαδή συνεργάτες τους. Ένας από αυτούς, ο διαβόητος Πούλος, φόβος και τρόμος του κοσμάκη επί Κατοχής, άλλοτε κυκλοφορούσε με γερμανική στολή και μοστραριζόταν στο μπροστινό βαγόνι και άλλοτε έβαζε πολιτικά και ανακατευόταν με το πλήθος στο δεύτερο όχημα, για να τσακώσει κουβέντες ή τους ίδιους τους επιβάτες, ανάλογα με τη διάθεση ή τις υπόνοιες που του προκαλούσαν τα λεγόμενά τους.

Εκείνο το απομεσήμερο ο πατέρας επέστρεφε σπίτι από το τηλεγραφείο και στο τραμ αντάμωσε ένα φίλο ή γνωστό του, που τον ρώτησε για τίποτα νεότερο από τον πόλεμο , μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την προέλαση των Συμμάχων προς τη Ρώμη, γεγονότα που λίγο πολύ ήταν πλέον γνωστά από τις εκπομπές του ΒΒC και τα παράνομα ραδιόφωνα αλλά και από συναδέλφους του πατέρα μου που τα μάθαιναν στη ζούλα από τα σήματα ή τα τηλεγραφήματα που περνούσαν από τα χέρια τους.

«Όπου νάναι θα αναγκαστούν να ξεκουμπιστούν από δω» του είπε ο πατέρας, «γι’ αυτό και τα δικά μας καθάρματα έχουν λυσσάξει. Χτες ο Πούλος σκότωσε τρεις σαν σκυλιά μέσα στο δρόμο». Και τότε είδε το φίλο του να κιτρινίζει, να κατεβάζει το κεφάλι του σαν να μην άκουσε ή να μην ήθελε να ακούσει. «Τι συμβαίνει;» το ρώτησε τον ρώτησε ο πατέρας κι εκείνος με μισόλογα, «Είναι πίσω σου», του είπε, «ο Πούλος». Τα έχασε κι ο πατέρας, για λίγο όμως, κι αδιάφορος τάχα γύρισε το βλέμμα, για να δει έναν εύσωμο τύπο με μουστάκι, που τον κοίταζε περιπαικτικά με ένα απειλητικό μειδίαμα στα χείλη.

Το τραμ μόλις είχε ξεκινήσει από τη στάση της Ανάληψης κι ο πατέρας, σα να καταλήφθηκε από πανικό, άρχισε να σπρώχνει δεξιά και αριστερά τους επιβάτες που ήταν πολλοί, αρκετοί ενοχλήθηκαν, ενώ άλλοι παραμέρισαν έντρομοι καθώς διαπίστωσαν ότι τον κυνηγούσε ο Πούλος, σπρώχνοντας κι αυτός, που ήταν γνωστός από τις τσάρκες του στην πόλη αλλά κι από τις εφημερίδες, και ορισμένοι ίσως τον αναγνώρισαν.

Ο πατέρας έφθασε στην πίσω πόρτα, πήδηξε εν κινήσει και έπεσε στο έδαφος χτυπώντας τα γόνατά του, αλλά πετάχτηκε όρθιος πάλι και άρχισε να τρέχει ανεβαίνοντας το δρόμο της Ανάληψης, κι ούτε που καταλάβαινε ούτε που αισθανόταν τον πόνο στα πόδια, στα γόνατα, παρά μονάχα σκεφτόταν τι θα έκανε αν τον έφτανε ο Πούλος, και το μοναδικό όπλο που είχε στη τσέπη του ήταν το μακρύ σιδερένιο κλειδί της εξώπορτας του κήπου μας, που το φούχτωσε για να αμυνθεί, να χτυπήσει, αν προλάβαινε βέβαια, αφού ο Πούλος, όπως υπολόγιζε, θα είχε ήδη βγάλει το πιστόλι του για να τον καθαρίσει. Εκείνος όμως δίστασε να κατεβεί από το τραμ εν κινήσει, μόνο άρχισε να τραβάει δαιμονισμένα το κορδόνι του εισπράκτορα, που χτυπώντας το καμπανάκι ειδοποιούσε τον οδηγό να σταματήσει, ο οποίος πάλι δεν κατάλαβε αμέσως τι γινόταν και φρενάρισε πιο κάτω, δίνοντας την ευκαιρία στον πατέρα μου να φτάσει τρέχοντας στο σχολείο μου, τον «Κοραή».

Ήταν αργά κι εμείς τα παιδιά, οι μαθητές, είχαμε σχολάσει, στο κτίριο βρισκόταν μόνο μια ηλικιωμένη καθαρίστρια, που εξαφανισμένη σκούπιζε τις αίθουσες κι ούτε άκουσε ή κατάλαβε την άφιξη του πατέρα, ο οποίος ήξερε τα κατατόπια και κυρίως μια αποθηκούλα απόκρυφη, που δε φαινόταν από την είσοδο ή τον κήπο, κολλητή με το μαντρότοιχο που χώριζε το σχολειό μας από το τρελάδικο, την κλινική «Βαγιανού». Εκεί μέσα στοιβάζαμε ξύλα για τις σόμπες το χειμώνα, που τα πληρώναμε ή τα κουβαλούσαμε οι μαθητές κι είχε κουβαλήσει κι ο πατέρας ένα φόρτωμα με την έναρξη του σχολικού έτους κι έτσι γνώριζε την ύπαρξη της αποθήκης που του χρησίμευσε την στιγμή εκείνη σαν καταφύγιο. Μπήκε και τράβηξε την πόρτα, κλειδώθηκε από μέσα και περίμενε με κομμένη ανάσα και πόδια. Αμέσως άκουσε, ή νόμισε πως άκουσε, τρεχάλα και ποδοβολητό στο δρόμο, αλλά τίποτε περισσότερο, ούτε φωνές ούτε φασαρία.

Πέρασε ώρα ή ώρες και παρόλο που επικρατούσε ησυχία απόλυτη και σκοτάδι μέσα στην αποθήκη, ο πατέρας δεν τολμούσε να εγκαταλείψει το κρυσφήγετό του, γιατί φοβόταν μην του την είχε στήσει καρτέρι ή ενέδρα ο Πούλος και τον μάγκωνε. Από την άλλη πάλι σκεφτόταν μήπως ο διώκτης του είχε πάει να κουβαλήσει τους δικούς του, οπότε θα άρχιζαν να ψάχνουν στα γύρω σπίτια και στην περιοχή και υπήρχε κίνδυνος να τον βρουν κουρνιασμένο μέσα στην αποθήκη. Κάποτε τ’ αποφάσισε να φύγει, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα, έκανε το σταυρό του και σαν κλέφτης, σα σκιά σκυφτός, βγήκε από τον κήπο του σχολειού και χώθηκε, χάθηκε στα στενά δρομάκια δίπλα και πίσω από το Νοσοκομείο Αφροδισίων Νόσων»


Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες Αυτοβιογραφίας, τ.2, σσ. 230-31

«Κι οι δοκιμασίες της πόλης συνεχίστηκαν. Τώρα οι Γερμανοί υπονόμευαν την παραλιακή λεωφόρο, σκάβανε λαγούμια και τα γεμίζανε με εκρηκτικές ύλες, βάζανε στις προβλήτες του λιμανιού δυναμίτιδα, ετοιμαζόντανε να τινάξουν στον αέρα τις σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις, τις γέφυρες του Γαλλικού και του Αξιού, τα μεγάλα αεροδρόμια του Σέδες και της Μίκρας. Η απόγνωση κι προσδοκία της λευτεριάς είχαν ταυτιστεί στο πρόσωπο του κόσμου που περίμενε από στιγμή σε στιγμή τις φοβερές ανατινάξεις, που παρακολουθούσε με τρόμο πίσω από τις γρίλλιες των παραθύρων την αποχώρηση του Γερμανικού στρατού και κρατούσε βαθειά την αναπνοή του, μήπως δώσει κάποιαν αφορμή κι αδειάσουν τα πολυβόλα του πάνω στο κορμί τούτης της ταλαίπωρης πόλης.

Η αγωνία του κόσμου είχε κορυφωθεί, όταν άρχισαν να ακούγονται οι μακρινές εκρήξεις, όταν τινάζονταν οι αποβάθρες του λιμανιού. Ευτυχώς τα λαγούμια των δρόμων δεν είχαν εκραγεί. Η παραλιακή λεωφόρος είχε σωθεί.»


Νίκος Μπακόλας, Η Μεγάλη Πλατεία, σσ. 372-73

«Ξεψυχούσε πια το καλοκαίρι, έφτανε στα τέλη ο Οκτώβριος κι όλα μαρτυρούσαν πως θα φεύγανε οι Γερμανοί, στις ακριανές τις συνοικίες επικράτησαν οι επονίτες, το εφεδρικό ΕΛΑΣ –κι όπως λέγαν– γίνονταν οι σκοτωμοί συνέχεια. Τώρα όλοι οι τοίχοι είχαν γεμίσει με συνθήματα, με τα μπλε τα γράμματα μεγάλα και πιο ψύχραιμα γραμμένα, δεν νοιάζονταν πια οι Γερμανοί κι ούτε πάσχιζαν, και λουφάζανε οι ταγματασφαλίτες, έπρεπε να σώσουν τα κεφάλια τους, όπου έπεφταν κάθε μέρα λίγα-λίγα. Κι έλεγε ο Δημήτρης, «είχαμε έναν Μπρίκα στο σχολείο που τον κάναν ήρωα», ότι βάστηξε τρεις ώρες σε ένα σπίτι, κάτω από την Τούμπα, μέσα στους μπαξέδες, κι έστησε το τουφεκίδι με τους δαγγουλαίους – «και πώς γλύτωσε;» τον ρώτησε η Αλκμήνη, «ειν’ ένα μυστήριο» απάντησε ο αδερφός της, «όμως χάθηκε, ούτε πτώμα βρήκαν ούτε και τον πιάσανε...»


Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των Προσφύγων, πεζογραφήματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1987

Εν ταις ημέραις εκείναις…

Θα προσπαθήσω ώστε η κατάθεσή μου αυτή για το διωγμό και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί γερμανικής κατοχής να είναι ξερή –ξερή και στεγνή— χωρίς ιστορικές και φιλολογικές επεκτάσεις ή αμφίβολα ακούσματα. Και όλα αυτά από σεβασμό προς το φριχτό μαρτύριό τους, που μόνο το πένθος και την άκρα σοβαρότητα εμπνέει.

...Από το 1941 κατοικούσαμε στο ψηλότερο πάτωμα ενός σπιτιού της οδού Ιουστινιανού ... Εμείς κατοικούσαμε στο τμήμα της Ιουστινιανού, που ορίζεται καθέτως από τη Χαλκέων και τη Βενιζέλου. Η περιοχή, όπως διαβάζω στα βιβλία, ονομαζόταν «Παλαιά Οβριακή», πράγμα που πιθανώς σημαίνει ότι εκεί κατοικούσαν παλαιοί Εβραίοι, αρχαίοι, ή βρισκόταν εκεί η παλαιότερη συνοικία των Εβραίων.

Και το 1941 κατοικούσαν στην «Παλιά Οβριακή» πολλοί Εβραίοι, που αποτελούσαν τουλάχιστο το ένα τρίτο των κατοίκων της γειτονιάς. Δεν φαίνονταν φτωχοί, μα ούτε και πλούσιοι.

...Στο δικό μας σπίτι, Ιουστινιανού 8, κατοικούσαν δύο οικογένειες Εβραίων στο δεύτερο πάτωμα, που το κρατούσαν από κοινού. ...Ήταν δύο ζευγάρια και είχαν τρία παιδιά.

... Κάτω από το σπίτι της Ιουστινιανού υπήρχαν δύο μαγαζιά. Το ένα φούρνος και το άλλο καφεκοπτήριο. Το καφεκοπτήριο το είχε ο Εβραίος Αζούς. Το μαγαζί, που δεν πουλούσε, βέβαια, τότε καφέ αληθινό, αλλά από ρεβίθι, κριθάρι ή σιτάρι, το γύριζε ό πατέρας με τα δυο του παλικάρια. Ήταν ωραίοι άνθρωποι αυτοί, με ωραία σωματική διάπλαση και κάτι μεγάλα εκφραστικά μάτια σαν Αρμένηδες. Οι δυο νεαροί, μάλιστα, ήταν παλαιστές ή πυγμάχοι κι αυτό φαινόταν αμέσως στο φκιάσιμό τους.

... Στα άλλα σπίτια, ιδίως στην οδό Σιατίστης, κατοικούσαν πολύ περισσότεροι Εβραίοι, κι αυτό φάνηκε, όταν μετά το μάζεμά τους, τα σπίτια αυτά ερήμωσαν. Και θαρρώ πως έμειναν και χωρίς νοικοκυραίους, καθώς οι ιδιοκτήτες τους έλαβαν την άγουσα προς τα στρατόπεδα. Το τμήμα της Ιουστινιανού από τη Χαλκέων ως τη Βενιζέλου σχηματίζει, μαζί με την κάθετο σ’ αυτό οδό Σιατίστης, ένα Ταυ, που εάν φρουρήσεις τις τρεις εξόδους του —Χαλκέων, Βενιζέλου και Φιλίππου— ελέγχεις όλη τη γειτονιά.

Αυτό ακριβώς έκαναν και οι Γερμανοί. Όταν ήρθε το φριχτό πλήρωμα του χρόνου, την άνοιξη του 1943, και αποφάσισαν να κινήσουν το διωγμό, που με τόση επιμέλεια είχαν όλο αυτό το διάστημα προετοιμάσει, ένα από τα προσωρινά γκέτο που δημιούργησαν ήταν και αυτό το Ταυ των οδών Ιουστινιανού και Σιατίστης.

Είναι γνωστή, ή μάλλον αρκετά γνωστή, η διαδικασία, που τηρήθηκε για να επιτευχθεί, χωρίς ιδιαίτερη αναταραχή, το μάντρωμα τόσων χιλιάδων ανθρώπων.

Ακόμα και τα εγκλήματα που γίνονται με πλήρη άνεση από πάνοπλους εις βάρος αόπλων, ακόμα κι αυτά έχουν τις δυσκολίες τους. Και άμα είσαι σχολαστικός και μανιακός με την τάξη, τότε η ακαταστασία μπορεί να σε αρρωστήσει. Έτσι κι εδώ· υπήρχαν προβλήματα για την τρομοκράτηση, προβλήματα για την περιφρόνηση, προβλήματα για τον εξευτελισμό, την απογραφή, το σημάδεμα, την καταλήστευση των περιουσιών, το μάντρωμα, τη μεταφορά στο σταθμό, την παραμονή κοντά στο σταθμό, ώσπου να ετοιμασθεί τρένο, τη μεταφορά με τα τρένα, την τελική καταλήστευση καθ’ οδόν, τη διαλογή, την κάποια χρησιμοποίηση, την άμεση εξόντωση των αδύναμων, την εξόντωση τελικά όλων. Αυτά‚ έπρεπε να λυθούν, ήθελαν δουλειά, σχέδια. Και λύθηκαν, πράγματι, κατά ιδανικό τρόπο.

Πρώτα πρώτα, από την αρχή της κατοχής εμφανίστηκαν σε ορισμένα μαγαζιά, και μάλιστα της Τσιμισκή, κάτι τυπωμένα χαρτόνια, που έγραφαν: «Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι». Τα χαρτόνια αυτά τα έβαζαν στο τζάμι της βιτρίνας και της εισόδου. Στην αρχή αυτό μας έκανε εντύπωση, άσχημη εντύπωση, αλλά γρήγορα το συνηθίσαμε, καθώς είχαμε κάθε μέρα και νέα βάσανα. Στο κάτω κάτω εμείς δεν ήμασταν Εβραίοι…

Ύστερα μάθαμε πως στην πλατεία Ελευθερίας — τι ειρωνική σύμπτωση! — οι Εβραίοι έπαθαν από τους Γερμανούς μεγάλη νίλα κάποιο πρωινό. Αυτά όλα τα μαθαίναμε από τον κόσμο. Οι Εβραίοι του σπιτιού μας δεν έβγαζαν άχνα. Εκείνος όμως ο κύριος Σιντώ είχε μείνει πετσί και κόκαλο.

Κάποιο χειμωνιάτικο πρωί αντικρίσαμε ξαφνικά ορισμένους να κυκλοφορούν στους δρόμους μ’ ένα μεγάλο πάνινο κίτρινο άστρο στο μέρος της καρδιάς. Ήτανε οι Εβραίοι που είχαν πάρει διαταγή να το φορούν και στην παραμικρή τους μετακίνηση, αλλιώς κινδυνεύαν. Και αυτό δε σήμαινε τίποτε άλλο από θάνατο. ...

Η Θεσσαλονίκη για αρκετές ημέρες, όχι περισσότερες από μήνα, είχε πλημμυρίσει από κίτρινα κινούμενα άστρα. Πραγματικά ήταν πολύ καλομελετημένο το σημάδι. Διακρινόταν από πολύ μακριά. Ο συμμαθητής μας –στο Γ’ Γυμνάσιο αρρένων– Μπεραχιάς ήρθε στο σχολείο φορώντας το άστρο του. ... Σε λίγες μέρες έπαψε να έρχεται σχολείο.

...Έτσι δεν είπα τίποτα, όταν κάποια μέρα είδα στην πόρτα του διαμερίσματος των Εβραίων κολλημένο απέξω ένα χαρτί, που έγραφε τα ονόματα αυτών που κατοικούσαν μέσα. Τα ονόματα ήταν πολύ περισσότερα απ’ όσα ξέραμε κι έτσι μάθαμε πως μέσα στο διαμέρισμα είχαν εγκατασταθεί –άθελά τους, βέβαια– και άλλες οικογένειες Εβραίων, από άλλες γειτονιές, μη εβραϊκές, όπου ήταν δύσκολο να φρουρούνται.

Η γειτονιά μας, λοιπόν, το Ταυ αυτό που περιέγραψα πρωτύτερα, γινόταν γκέτο εβραϊκό. Ταυτόχρονα, στις εξόδους του Ταυ –Χαλκέων, Βενιζέλου και Φιλίππου– έκαναν την εμφάνισή τους σκοποί χωροφύλακες –δικοί μας χωροφύλακες– που φρουρούσαν μέρα και νύχτα. Αυτό σήμαινε ότι οι Εβραίοι και με το άστρο ακόμα δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν στην πόλη, παρά μόνο στο γκέτο τους. Κι αυτό, βέβαια, ορισμένες ώρες. Τώρα, φαντάζομαι ότι θα είχαν δημιουργηθεί και πολλά άλλα τέτοια γκέτο. Έτσι, οι Εβραίοι, όπου βρέθηκαν, βρέθηκαν. Δεν μπορούσαν πια να πάνε ούτε στα μαγαζιά τους, ούτε στους συγγενείς τους, αν αυτοί έμεναν σε άλλο γκέτο, ούτε στα ψώνια τους.

Έπαψαν σχεδόν να κυκλοφορούν. Κλεισμένοι στα σπίτια τους, καρτερούσαν. Στους δρόμους του γκέτο, εκτός από μας, κυκλοφορούσαν, και μάλιστα με ζωηρότητα, ορισμένοι νεαροί Εβραίοι, με ένα κίτρινο περιβραχιόνιο στο μπράτσο. Ήταν, φαίνεται, ένα είδος πολιτοφύλακες, που τους είχε ορίσει η Κοινότητα, ίσως και οι Γερμανοί. Τους μισούσαμε, πάντως, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το λόγο. Η κινητικότητα και η αυτοπεποίθησή τους τούς έκαμνε ύποπτους στα μάτια μας. Και μάλλον είχαμε δίκαιο, γιατί μερικοί από αυτούς έκαναν την εμφάνισή τους στη γειτονιά και μετά το μάζεμα των Εβραίων, έχοντας πάντα το ίδιο ύφος. Ύστερα δεν ξαναφάνηκαν.

...Κατά βάθος υποψιαζόμασταν ότι κάτι το πολύ σοβαρό συμβαίνει, κάτι το ανείπωτο. Και οι Εβραίοι, βέβαια, ανησυχούσαν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έδειχναν. Τις νύχτες ακούγαμε πνιχτές ψαλμωδίες, προερχόμενες από το σκοτεινό διαμέρισμά τους. Καθόντουσαν όλοι στο σαλόνι, μες στα σκοτεινά, και σιγοέψελναν. Κάποιες βραδιές, από τα γύρω σπίτια και ιδίως από την οδό Κλεισούρας, που έπεφτε πίσω μας και είχε πολλούς Εβραίους, ακούσαμε αργά τη νύχτα γέλια, τραγούδια και παλαμάκια. Παραξενευτήκαμε πάρα πολύ. Ποιοι ήταν αυτοί που γλεντούσαν; Την άλλη μέρα μάθαμε. Παντρεύονταν οι Εβραίοι αράδα. Ταχτοποιούσαν εκκρεμότητες, αποβλέποντας ασφαλώς και σε μια διαφορετική μεταχείριση, εφόσον θα ήταν παντρεμένοι. Δεν μπορούσαν να φανταστούν τη σκληρότητα του διώκτη τους, τα σχέδιά του…

...Βρισκόμαστε πια στην άνοιξη του 1943. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα έχει αλλάξει και μάλιστα εις βάρος του Άξονα. Άκρες μέσες, μαθαίνουμε τα νεότερα και στυλωνόμαστε.

... Ώσπου ένα ξημέρωμα του Απριλίου, ιδιαίτερα νομίζω γλυκό, ξέσπασε το μέγα κακό. Ένα μεγάφωνο ουρλιάζει στο δρόμο. «Όλοι οι Εβραίοι στις πόρτες. Έτοιμοι προς αναχώρηση!» Είναι το αυτοκίνητο της προπαγάνδες, ένα μαύρο «Όπελ». Λαρυγγώδεις φωνές, κτηνώδη προστάγματα γερμανικά. Είμαστε μπλοκαρισμένοι. Κρυφοκοιτάζοντας βλέπουμε τους Γερμανούς των SS και εκείνους τους λεγόμενους «πεταλάδες» να ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά στα σπίτια, κραυγάζοντας άγρια και βροντολογώντας τις πόρτες. «Τους παίρνουν τους Εβραίους!»

...Ένας ένας κατεβαίνουν οι Εβραίοι τη στριφογυριστή σκάλα, όπου εγώ ξύνοντας με ένα καρφί τη λαδομπογιά του τοίχου είχα γράψει με μεγάλα γράμματα ΕΠΟΝ. Ο πατέρας μου τότε κόντεψε να με δείρει. «Στο σπίτι σου μέσα το γράφεις;», μου φώναζε. Τελευταία κατεβαίνει η κυρία Σιντώ, κρατώντας τον Ίνο από το χέρι. Μισοκατεβαίνω και κοιτάζω κρυφά στην εξώπορτα. Στέκονται όλοι αραδιασμένοι στην πόρτα σαν να πρόκειται να βγουν φωτογραφία. Θα περάσει ο έλεγχος, θα δούνε αν είναι όλοι παρόντες και θα τους προσθέσουν στη γραμμή. Οι δικοί μας είναι εντάξει, όλοι παρόντες. «Καλά παιδιά».

Η φάλαγγα σχηματίζεται στη Βενιζέλου. Οι πόρτες του διαμερίσματος των Εβραίων μένουν ανοιχτές. Οι συγκάτοικες παίρνουν ό,τι μπορούν και, όπως αποδείχτηκε, καλά κάνουν. Παίρνουν κυρίως ρουχισμό και μικροπράγματα, που μπορούν να μεταφερθούν στα γρήγορα. Γιατί υπάρχει μεγάλος φόβος. Οι Γερμανοί από μέρες έχουν διακηρύξει πως όποιος παίρνει τα υπάρχοντα των Εβραίων τον περιμένει —τι άλλο;— τον περιμένει θάνατος.

Εγώ ανεβαίνω και ετοιμάζομαι για το σχολείο. Ήμουν πολύ πειθαρχικός, αλλά και ήθελα να ξεφύγω από αυτή την κόλαση. Καθώς ετοιμάζομαι βλέπω απ’ το παράθυρο στην Εγνατία φάλαγγες Εβραίων να οδηγούνται με τα πόδια στο σταθμό. Είναι Εβραίοι από άλλες γειτονιές και θα πρέπει να έχουν κινήσει πιο νωρίς από τους δικούς μας. Είναι ζωσμένοι από πάνοπλους Γερμανούς με προτεταμένα τα όπλα, σαν να είναι μεγάλοι εγκληματίες, που υπάρχει φόβος από στιγμή σε στιγμή να το σκάσουν. Στο τέλος της κάθε φάλαγγας πηγαίνουν φορεία με ανήμπορους, που τα κουβαλούν νεαροί Εβραίοι.

...Τότε, εκεί ανάμεσα στα πεύκα που περιβάλλουν την Παναγία Χαλκέων, παρατήρησα ομάδες γύφτων, αλλά όχι μόνο γύφτων, που αγνάντευαν με βουλιμία προς τη γειτονιά μας. Για την ώρα όμως δεν τολμούσαν να πλησιάσουν, γιατί υπήρχαν οι σκοποί. Ήταν, βέβαια, ειδοποιημένοι και προφανώς κάπως έμπειροι από άλλα μαζέματα Εβραίων, σε άλλες γειτονιές, που είχαν γίνει τις προηγούμενες μέρες, αλλά εμείς δεν τα πήραμε είδηση. Ήξεραν πως η αυστηρή διαταγή των Γερμανών για τις εβραϊκές περιουσίες δεν ετηρείτο και τόσο, γι’ αυτό και ήταν έτοιμοι να ορμήξουν. Εγώ, φυσικά, δεν υποπτεύθηκα τέτοια πράγματα. Νόμισα πως είναι περίεργοι που κοιτάζουν.

... Από ψηλά, από την πίσω μεριά του σπιτιού, βλέπαμε από την πρώτη μέρα κιόλας το εξής φαινόμενο: Είχαν ανοίξει τα εβραίικα μαγαζιά από πίσω και τα άδειαζαν. Δηλαδή διάφοροι κάτοικοι της οδού Κλεισούρας άδειαζαν τα μαγαζιά της Ιουστινιανού. Και έβλεπες κρεβάτια, μπουφέδες, ντουλάπες, καναπέδες, κομοδίνα, να ανεβαίνουν με σκοινιά σε δεύτερα και τρίτα πατώματα, που βέβαια δεν φαίνονταν από το δρόμο. Όλα αυτά μέσα σε φοβερή βιασύνη και σε αγωνιώδεις κινήσεις. Σε λίγες μέρες, οι Γερμανοί μοίρασαν τα μαγαζιά σε διαφόρους τύπους, που ίσως μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς τους διάλεξαν. Αλλά τα μαγαζιά βρέθηκαν άδεια και αυτό ήταν μια καλή, αν και η μόνη, τιμωρία τους.

Στην αρχή νομίζαμε πως τους Εβραίους τους φορτώνουν αμέσως στα τρένα. Ύστερα μάθαμε ότι τους στοιβάζουν στο σταθμό, στον πανάθλιο συνοικισμό του βαρόνου Χιρς, που τον είχαν περιφράξει με βαριά συρματοπλέγματα, από τα οποία μερικά σώζονται ακόμα μέχρι σήμερα. Από κει τους παίρναν ομάδες ομάδες και τους στέλναν με εμπορικά κατάκλειστα τρένα προς τα πάνω. Άλλωστε, γρήγορα μάθαμε τα πράγματα από πρώτο χέρι.

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός, οδηγούσε τρένα. ... Ένα βράδυ, αργά, γύρισε ιδιαίτερα φαρμακωμένος. Είχε οδηγήσει ένα τρένο με Εβραίους μέχρι τη Νις. «Μεγάλο κακό γίνεται με τους Εβραίους» έλεγε. «Τους πηγαίνουν με εμπορικά βαγόνια κατάκλειστα, χωρίς τροφή και νερό. Ακόμα και χωρίς αέρα. Οι Γερμανοί μας αναγκάζουν να σταματούμε το τρένο μέσα στις ερημιές, για να γίνει το ξάφρισμα. Μέσα από τα βαγόνια κλωτσάνε και φωνάζουν. Δεν είναι μόνο για νερό και αέρα, αλλά και για να βγάλουν τους πεθαμένους. Έβγαλαν από ένα βαγόνι ένα παιδάκι σαν το Λάκη μας», είπε και χάιδεψε τον αδελφό μου. Απάνω σ’ αυτό τον έπιασαν τα κλάματα. Τρανταχτά κλάματα με λυγμούς. «Οι Γερμανοί δεν μπορούν να περπατήσουν από τα ρολόγια, τα βραχιόλια και τα περιδέραια, που μαζεύουν με το πιστόλι στο χέρι. Μου πέταξαν και μένα αυτά, στον λοκφύρερ». Ήταν κάτι άχρηστα ρολόγια, που δε δουλεύαν και ίσως να τα έχω ακόμα κάπου.

Έκανε και άλλα τέτοια τρένα αργότερα με την ίδια πάντα σύγχυση. Μας μιλούσε με φρίκη για την κόλαση του στρατοπέδου του σταθμού. Οι Γερμανοί είχαν βάλει άγριο χέρι στις γυναίκες. Οι Εβραίοι του Σταθμού είχαν καταρρακωθεί. Η πείνα, η βρόμα, οι αρρώστιες, οι κτηνωδίες. Τώρα διαβάζουμε πως οι Εβραίοι της Ελλάδας έφταναν ιδιαίτερα αδυνατισμένοι και οδηγούνταν οι περισσότεροι κατευθείαν στους φούρνους…

...Από τους Εβραίους του σπιτιού μας κανένας δε γύρισε. Πάει και η παχουλή κυρία Σιντώ, πάει κι ο μικρός Ίνο, πάει και το κοκκινομάλλικο κορίτσι. Αλλά κι από τη γειτονιά ελάχιστοι γύρισαν. Και πολύ τσακισμένοι. Έφταναν ένας ένας σιωπηλοί και ταπεινοί, έπαιρναν το σπίτι τους, αν μπορούσαν, και ξανάπιαναν τη δουλειά τους.

Έτσι, κανένα χρόνο μετά τον πόλεμο, και όταν όλα φαίνονταν μακρινά και κάπως ξεχασμένα, είδαμε μια μέρα το καφεκοπτήριο κάτω από το σπίτι μας ανοιχτό. Οι δυο νεαροί γιοι του Αζούς, οι παλαιστές ή πυγμάχοι, είχαν γυρίσει. Ο γερο-Αζούς όμως όχι. Χάθηκε κι αυτός στα μακρινά στρατόπεδα της παραφροσύνης.

Έγραψα εδώ, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1983, όσα είδα και διεπίστωσα ο ίδιος για το διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς.Και τα έγραψα μόνον για τους αθώους εκείνους και για κανέναν άλλο…


Γ. ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Γ1. Μανώλη Αναγνωστάκη, Τα ποιήματα, σ.103

Κι ήθελε ακόμη…

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους

Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία

Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα

Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,

Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο

Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω

Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω

Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.


Περικλής Σφυρίδης, Ψυχή μπλε και κόκκινη, σ. 116-117

«Τις μέρες που ξεκουμπίζονταν και οι τελευταίοι Γερμανοί ακολουθούσαν εκείνοι οι σιχαμεροί Μογγόλοι ή Τάταροι της οπισθοφυλακής τους που υποχωρούσαν με το πάσο τους και μάλιστα πολλοί με κάρα που τα έσερναν άλογα ή μουλάρια, περιμέναμε όλοι να έρθουν θριαμβευτές οι αντάρτες, αν και ρωτούσαμε και απορούσαμε γιατί δεν επιτίθενται, δεν πολεμούν και αφήνουν τους Γερμανούς να φεύγουν ανενόχλητοι. Κι ήρθε το τέλος του Οκτώβρη με έναν ήλιο γλυκό σα χάδι και ζεστάθηκαν οι καρδιές μας, καθώς μπήκαν τα τμήματα του ΕΛΑΣ από δυο μεριές στου Χαριλάου, παραταγμένα σε σχηματισμούς παρέλασης. Οι περισσότεροι ήρθαν από την Καπουτζήδα ακολουθώντας τον δημόσιο δρόμο κι άλλοι, οι λιγότεροι, από τη Νέα Ελβετία, βαδίζοντας πάνω στο ανάχωμα που οι ράγες από το τραινάκι κουβαλούσε τούβλα από το κεραμοποιείο «Αλατίνι». Ήταν ντυμένοι στο χακί αλλά και κάποιοι με πολιτικά κι είχαν τα όπλα τους επ’ ώμου. Φαίνονταν κουρασμένοι, ήταν αξύριστοι με γένια ή γενειάδες, οι στολές τους τσαλακωμένες και βρόμικες αρβύλες, μπότες ή παπούτσια, ό,τι λάχει, δίκοχα στο κεφάλι οι περισσότεροι και άλλοι ξεσκούφωτοι, αλλά είχαν ένα χαμόγελο νίκης και λουλούδια στα χέρια ή περασμένα στις επωμίδες και στους αορτήρες των όπλων, απ’ αυτά που τους έδινε ο κόσμος που είχε μαζευτεί κα τους ζητωκραύγαζε.»


Γιώργος Ιωάννου, Το δικό μας αίμα (η παραπεταμένη απελευθέρωση), σ. 110

Στο μεταξύ τα χωνιά ωθούσαν τον κόσμο προς την πλατεία της Αγια-Σοφιάς. Εκεί κατέληγαν όλα τα αφρισμένα ποτάμια. Από την οδό της Αγίας Σοφίας κατέβαιναν, σαρώνοντας τις γειτονιές, τα παιδιά –και όχι μόνον τα παιδιά– του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακρόπολης, της Κασσάνδρου. Το Τσινάρι, Εσκί-Ντελίκ, Προφήτης Ηλίας, Διοικητήριο κατέβαιναν τη Βενιζέλου. Είχαν καλύτερο δρόμο αυτοί όχι μονάχα κατηφορικό μα φαρδύ κι ασφαλτοστρωμένο και βάδιζαν πιο λεβέντικα. Από το Βαρδάρι πάλι έρχονταν ξιπόλιτη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό η Ραμόνα, η Επτάλοφος, ο Παλαιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ αντίθετα από ανατολικά κατέφθαναν μέσα σε σκόνη και αλαλαγμό με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά η Τούμπα –η «Τούμπα-Στάλινγκραντ» έλεγαν μόνοι τους– η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, ακόμα και η τόσο μακρινή Καλαμαριά. Πλημμύρισαν δρόμοι, πλατείες πανζουρλισμός. Φιλιόμασταν, αγκαλιαζόμασταν, χαϊδευόμασταν, δεν ξέραμε τι λέμε από την ταραχή μας. Λέγαμε «Χριστός Ανέστη», λέγαμε «Ελευθερία», «Ποτέ ξανά». Σάμπως να ’ταν στο χέρι μας. Αλλά έτσι νομίζεις σε τέτοιες στιγμές».


Γιώργος Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, τ. 2, η Ανάσταση, σ.231

«Την άλλη μέρα μπήκε συνταγμένος ο στρατός του ΕΛΑΣ, με το συνταγματάρχη Μπακιρτζή και τον περιβόητο καπετάνιο Μάρκο Βαφειάδη. Κι έγινε τότε στους δρόμους ένα τρελό ξεφάντωμα, ένα πανηγύρι του ταλαιπωρημένου λαού, σχηματίστηκε μια τεράστια παρέλαση στην παραλιακή λεωφόρο, όπου πήραν τη θέση τους οι εργάτες με τους επαγγελματίες, οι μαθητές με τους δασκάλους, τα κορίτσια των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, οι γυναίκες από τις ακρινές συνοικίες, μικρά παιδιά».


Στέλιου Γεωργιάδη, Θεσσαλονίκη ανυπότακτη πόλη, σ. 290

«Η συντονισμένη έγκαιρη και με μεγάλη ταχύτητα διάβαση του Αξιού από τμήματα της Χης Μεραρχίας και της ταξιαρχίας ιππικού, του Στρυμώνα από τμήματα της ΧΙης Μεραρχίας και η απόβαση των τμημάτων απο τη Μεθώνη στα παράλια της Χαλάστρας και της Νέας Μηχανιώνας αιφνιδίασαν τους Γερμανούς και τους ανάγκασαν να αποσύρουν τις επάκτιες πυροβολαρχίες τους από την Κασκάρκα και Καράμπουρνού και εσπευσμένα να υποχωρούν προς Σίνδο-Καβακλή-Τόψιν, αθετώντας την υπόσχεσή τους προς τους Εγγλέζους για την παράδοση της πόλης. Επίσης δεν πρόφθασαν να ανατινάξουν το λιμάνι και τον ηλεκτρικό σταθμό της πόλης που τα είχαν υπονομεύσει.

Η ώρα ήταν 5 πρωινή της 30.10.44, έμειναν μόνον λίγες ώρες για την ολοκληρωτική απελευθέρωσή της. Τον Στρίγκο, μαζί με τον σωματοφύλακά του τους προώθησαν αμέσως προς το Πανόραμα σε καταλύματα να κοιμηθούνε (μαρτυρία Θωμά Γκονού).

Εμείς οι δυο, ασυρματιστής και κρυπτογράφος, τραβήξαμε με βήμα ταχύ προς την ίδια κατεύθυνση. Ανηφορίσαμε προς το Πανόραμα, παρακάμψαμε το Ασβεστοχώρι και από τον σύντομο δρόμο κατευθυνθήκαμε προς τα Κάστρα. Άλλοτε τους δρόμους αυτούς τους περπατάγαμε οργανώνοντας και καθοδηγώντας τη νεολαία της περιοχής Θεσσαλονίκης στην Ε.Π.Ο.Ν. μετά φόβου φασιστών και χαφιέδων, τώρα παντού τμήματα του Ε.Λ.Α.Σ. Τίποτε δεν μένει σταθερό σ’ αυτό τον κόσμο, όλα με τον καιρό αλλάζουν, όλα έχουν ένα τέλος.

Μπαίνουμε στα Κάστρα. Μια εντελώς πρωτόγνωρη εικόνα παρουσιάζεται μπροστά μας. Στιγμές υψηλού πατριωτικού κάλλους ζει η αδούλωτη πόλη μας. Πανηγυρίζει την απελευθέρωσή της.

Η Θεσσαλονίκη είναι ελεύθερη! Νέοι και νέες, παιδιά, άνθρωποι κάθε ηλικίας ξεχυμένοι στους δρόμους αγκαλιάζονται, φιλιούνται. Ο λαός της Θεσσαλονίκης που επί μια οκταετία ήταν καταπιεσμένος με εκατοντάδες θυσιασμένα από τα καλύτερα παιδιά του στον ιερό αγώνα για Δημοκρατία, Ελευθερία, Λαϊκή Κυριαρχία, τώρα για πρώτη φορά στην ιστορία αυτής της πόλης γίνεται κυρίαρχος και αφέντης της.

Οι αντάρτες του εφεδρικού και μόνιμου ΕΛΑΣ αποθεώνονται. Η άλλοτε νεκρή και πένθιμη όψη της πόλης αυτής έμεινε στο παρελθόν. Η χαρά, η ευτυχία που πριν πολλά χρόνια είχαν εγκαταλείψει την πόλη, ξανάρθαν στις καρδιές και τα πρόσωπα των συμπολιτών μας. Στα πρόσωπα πολλών κυλούν δάκρυα χαράς, δάκρυα ευτυχίας, αλλά, για ορισμένους, δάκρυα ψυχικού πόνου στην ανάμνηση αυτών που δώσαν τη ζωή τους γι’ αυτή τη μεγάλη μέρα...»

Πηγή: http://farosthermaikou.blogspot.com/2018/10/blog-post_49.html